Όταν η αφήγηση γίνεται κινούμενη άμμος

Ίταλο Σβέβο «Η συνείδηση του Ζήνωνα» (μτφ. Έφη Καλλιφατίδη), εκδ. Αντίποδες, 2018

Στα περισσότερα κείμενα που αναφέρονται στον Ίταλο Σβέβο επαναλαμβάνεται, κατά κανόνα, η ιστορία της σχέσης του συγγραφέα με τον Τζέιμς Τζόις: η σχετική αφάνεια του Σβέβο, η γνωριμία του με τον Τζόις, που αναλαμβάνει να κάνει μαθήματα αγγλικών στον Σβέβο, η ανάγνωση των κειμένων του Σβέβο από τον Τζόις, που τα εγκωμιάζει και ενθαρρύνει τον Ιταλό συγγραφέα να συνεχίσει να γράφει και να εκδώσει τα έργα του, η έκδοση του Ζήνωνα –το 1923– και η αμήχανη σιωπή με την οποία τον υποδέχτηκε η λογοτεχνική σκηνή της Ιταλίας, η παρέμβαση και η βοήθεια του Τζόις, η αναγνώριση στη Γαλλία, τελικά η αποδοχή και στην Ιταλία…

Το βιβλίο εμφανίζεται ως προϊόν μιας παράξενης, απίστευτης σχεδόν, εκδίκησης που διατυπώνεται ρητά στον πρόλογό του. Εκεί, ο ψυχαναλυτής του Ζήνωνα, «ο γιατρός για τον οποίο μιλάει αυτή η ιστορία, μερικές φορές με διόλου κολακευτικά λόγια», αποφασίζει να δώσει στη δημοσιότητα τις αυτοβιογραφικές σημειώσεις του ασθενή του, τις οποίες ο ίδιος ο γιατρός τον ώθησε να γράψει και κατόπιν να του τις δώσει («ο δόκτωρ Σ. μου γράφει παρακαλώντας με να του στείλω όσα ακόμα έχω σημειώσει. Είναι παράξενο αίτημα, δεν έχω όμως αντίρρηση να του στείλω και αυτό το τετράδιο στο οποίο θα δει ξεκάθαρα τι πιστεύω γι’ αυτόν και τη θεραπεία του»). Ο λόγος γι’ αυτή τη μάλλον ασυνήθιστη πράξη, είναι ότι ο ψυχαναλυτής είναι έξαλλος με την απόφαση του Ζήνωνα να διακόψει τη θεραπεία του «πάνω στο καλύτερο» και αποφασίζει τη δημοσιοποίηση αφενός ως τιμωρία («τις δημοσιεύω για εκδίκηση και ελπίζω να τον δυσαρεστήσω»), αφετέρου ως πίεση («είμαι πρόθυμος να μοιραστώ μαζί του τις πάμπολλες τιμές που θα μου αποφέρει αυτή η έκδοση, αρκεί να συμφωνήσει να ξαναρχίσει τη θεραπεία»).
Το κλίμα του προλόγου είναι ενδεικτικό και για το πλαίσιο στο οποίο θα κινηθεί κατόπιν και όλο το βιβλίο, αποτυπώνοντας τελικά έναν από τους πιο ξεχωριστούς χαρακτήρες της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας: τον σχεδόν εξηντάχρονο (πενήντα εφτά, όταν γράφει τις σημειώσεις του) επιχειρηματία από την Τεργέστη, Ζήνωνα Κοζίνι, ο οποίος, ακολουθώντας την προτροπή του ψυχαναλυτή του, θα αφηγηθεί μεγάλα κομμάτια της ζωής του, ή μάλλον των αναμνήσεών του, οι οποίες τελικά θα συνθέσουν «το μεγάλο μοντέρνο μυθιστόρημα της κωμικοτραγικής ψευδαίσθησης της ελευθερίας», όπως αποκαλεί ο Τζέιμς Γουντ τη Συνείδηση του Ζήνωνα, τοποθετώντας τη στην κωμική παράδοση του Δον Κιχώτη και του Καλού στρατιώτη Σβέικ.

Διαρκές και διαβρωτικό υπόγειο χιούμορ

Με ένα διαρκές και διαβρωτικό υπόγειο χιούμορ, ο Σβέβο σκιαγραφεί τη φιγούρα του Ζήνωνα καθώς αφηγείται την παθιασμένη σχέση του με το τσιγάρο και τις κωμικοτραγικές προσπάθειές του να το κόψει, τη σχέση με τον πατέρα του και τον θάνατό του (καθώς και την αστεία σκηνή του θανάτου του), τις ανενδοίαστες και απροκατάληπτες απόπειρές του να παντρευτεί κάποια –οποιαδήποτε, σχεδόν– απ’ όλες τις αδελφές μιας οικογένειας, τις επιχειρηματικές του ακροβασίες που μέσα από καταστροφικές συμπληγάδες οδηγούνται σε απρόσμενους θριάμβους, με αποκορύφωμα την κωμική επαφή του με τον (Πρώτο Παγκόσμιο) πόλεμο που ξεσπάει και τον οποίο τον συνειδητοποιεί μέσα από το βαρύ κόστος ενός καπέλου και ενός σακακιού, σε μια στιγμή άλλωστε που «ούτε αυτοί που πολεμούσαν ήξεραν αν υπήρχε πόλεμος ή όχι!».

Υπονομευμένη αφήγηση

Για τη σχέση του Ίταλο Σβέβο με την ψυχανάλυση έχουν γραφτεί πολλά, μια οπτική γωνία των οποίων αντανακλάται και στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα. Ωστόσο, εδώ τα πάντα αποτυπώνονται μέσα από την κινούμενη άμμο της αφήγησης ενός ανθρώπου που –πολύ σύντομα γίνεται εντελώς σαφές– είναι ένας εντελώς, προγραμματικά σχεδόν, αναξιόπιστος αφηγητής – μια συνθήκη που εξ ορισμού υπονομεύει όλη την αφήγηση, τα γεγονότα και τα συμπεράσματά της. Αυτή η υπονομευμένη αφήγηση γίνεται πολύ χαρακτηριστική όταν ο Ζήνων αρχίζει να σκιαγραφεί την ασταθή σχέση του με την ψυχανάλυση, την οποία αρχικά έχει πιστέψει ως πανάκεια για να καταλήξει να την απορρίπτει ολοκληρωτικά («αφού την εξάσκησα με επιμονή για έξι ολόκληρους μήνες, είμαι χειρότερα από πριν … τώρα βρίσκω τον εαυτό μου πιο ανισόρροπο και άρρωστο από ποτέ»). «Ο Ζήνωνας φαντάζεται ότι, γράφοντας τα απομνημονεύματά του, έχει ψυχαναλύσει αμερόληπτα και επομένως έχει θεραπεύσει τον εαυτό του», γράφει ο Τζέιμς Γουντ, θεωρώντας πως το γεγονός ότι «ο Ζήνωνας πιστεύει ότι ψυχαναλύει τον εαυτό του ενώ την ίδια στιγμή αντιστέκεται ενεργά στη θεραπεία» αποτελεί «ένα από τα κύρια κωμικά ευρήματα του βιβλίου». Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την πρωτοπρόσωπη αφήγηση και τον εσωτερικό μονόλογο για να σκιαγραφήσει μια ολόκληρη ζωή που, παρόλο που είναι του ίδιου του αφηγητή, ο αναγνώστης τελικά τη διαβάζει μέσα από μια ομίχλη αμφιβολίας, διερώτησης.

Αναγνώριση μετά θάνατον

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του (πέθανε το 1928 μετά από τραυματισμό του σε σοβαρό αυτοκινητικό δυστύχημα), ο Σβέβο είχε την αναγνώριση που του άξιζε, αν και πέρασε το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του στην αφάνεια, ενώ δέχτηκε και αρκετές αρνητικές κριτικές, για διάφορους λόγους (π.χ. για τη γλώσσα του, μιας και η γλώσσα που κυρίως μιλούσε ο Σβέβο ήταν η διάλεκτος της Τεργέστης και στο σχολείο είχε μάθει γερμανικά – κάποιος κριτικός μάλιστα είχε γράψει, περιφρονητικά, ότι χρησιμοποιεί «ιταλικά βιβλιοπώλη»…). Ωστόσο, ο χρόνος τα έχει λύσει όλα αυτά, τοποθετώντας τον Σβέβο και το πρωτοποριακό, την εποχή που γράφτηκε, έργο του στη θέση που πραγματικά τους αντιστοιχεί στο πανόραμα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.

Κώστας Αθανασίου