Όταν η ηθική είναι πολιτική πράξη

Χοσέ Πάμπλο Φέινμαν «Η κριτική των όπλων» (μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2018)

Οκτώβριος 2002, Ημέρα της Μητέρας, Αργεντινή. Ο Πάμπλο Επστέιν επισκέπτεται τη μητέρα του στο γηροκομείο «Ορίζοντας» (!..) αποφασισμένος να περάσει ολόκληρη τη μέρα μαζί της και κατόπιν –δεν είναι spoiler, υπάρχει και στο οπισθόφυλλο, αλλά και στην πρώτη παράγραφο του βιβλίου– να την σκοτώσει. Εκεί, καθώς η μέρα λίγο λίγο κυλάει προς το τραγικό τέλος της, ο Πάμπλο αρχίζει να θυμάται, να αναπολεί, να σκέφτεται, πράγματα πολλά και διάφορα – την τραυματική και αποπνικτική σχέση με τη μητέρα του αλλά και με την υπόλοιπη οικογένειά του, τη σχέση του με τους φίλους του, την προσωπική του περιπέτεια, κυρίως όμως την ιστορία του στη διάρκεια της άγριας δεκαετίας του 1970, όταν η Αργεντινή σαρωνόταν από τη βία της δικτατορίας.

Ο Πάμπλο είναι γόνος πλούσιας οικογένειας επιχειρηματιών αλλά ταυτόχρονα και ενεργός πολιτικά, καθώς συμμετέχει στην αριστερή τάση του περονισμού («φιλόσοφος και περονιστής, φιλόσοφος και μοντονέρο, φιλόσοφος και ηττημένος»), κι έτσι βλέπει και τη δική του ζωή (όπως όλης της χώρας, άλλωστε) να ανατρέπεται με το πραξικόπημα και τη χούντα, μέχρι που αρχίζει πια να σκέφτεται να φύγει στο εξωτερικό.
Καθώς μέσα από τη φωνή του αφηγητή ξετυλίγεται ένα μεγάλο και κρίσιμο διάστημα της σύγχρονης ιστορίας της Αργεντινής, από την «προδοσία» του Περόν μέχρι τη μεταδικτατορική νεοφιλελεύθερη λαίλαπα του Μένεμ, διά μέσου φυσικά της δικτατορίας και της αχαλίνωτης βίας των βασανιστηρίων και των δολοφονιών που εφάρμοσε, ο αναγνώστης παρακολουθεί να φουντώνει και να ξετυλίγεται μπροστά του η αποτίμηση του συγγραφέα για τη στάση του «λαού της Αργεντινής» στη διάρκεια της χούντας: μια ματιά με κριτική, με προσπάθεια κατανόησης, κυρίως όμως με μια οργή σχεδόν ανεξέλεγκτη («δεν έχω πρόβλημα να γράφω με βάση το μίσος», έχει πει ο Φέινμαν σε μια συνέντευξή του). Όταν επιβάλλεται η δικτατορία, τον Μάρτιο του 1976, ο Πάμπλο συνειδητοποιεί ότι ζει «σε μια χώρα δειλών και συνενόχων», όπου «οι συμπολίτες του» είναι «όλοι αθώοι. Όλοι ένοχοι και συνένοχοι. Φονιάδες όλοι».

Οι μηχανισμοί του φόβου

Στην ουσία, όμως, ο συγγραφέας ανατέμνει όλο τον μηχανισμό με τον οποίο λειτουργεί ο φόβος, καθώς και τους τρόπους με τους οποίους η χούντα εφάρμοσε το όπλο του φόβου: «Ήταν χιλιάδες βασανιστές … διότι τους τροφοδοτούσε η φαντασία, τους έπλαθε η φαντασία», λέει, καθώς περιγράφει τον συνδυασμό τής τόσο εκτεταμένης βίας (η χούντα της Αργεντινής έμεινε στην ιστορία, όχι μόνο για τον αριθμό των νεκρών και «εξαφανισμένων» που άφησε πίσω της αλλά και για τις πρωτοφανούς κτηνωδίας μεθόδους που χρησιμοποίησε) με τη συγκάλυψη και την απόκρυψη («η τακτική της κρατικής τρομοκρατίας συνίστατο στην άρνηση της πληροφορίας: η σφαγή γινόταν κρυφά. Οι στρατιωτικοί της Αργεντινής δεν κατέφυγαν σε επιδειξιομανείς χοντράδες όπως ο Πινοτσέτ. Όχι, η σφαγή γινόταν μυστικά και βασιζόταν στην εξαφάνιση των πτωμάτων»). Ο συνδυασμός αυτός δημιουργούσε καθημερινά ένα καθεστώς φόβου στο οποίο ουδείς μπορούσε να περιγράψει τα όριά του: κανένας δεν ήταν ασφαλής, κανένας δεν ήταν εντελώς «αθώος» στα μάτια των στρατιωτικών. Ο φόβος διαλύει όλες τις σταθερές («ποιος ξέρει ποιοι είναι οι φίλοι του σε μια τρομοκρατημένη χώρα;»), οι άνθρωποι οδηγούνται μπροστά σε επιλογές που τους υπερβαίνουν («αν ο γιος μου έπαθε αυτό που έπαθε, σημαίνει πως κάπου ήταν μπλεγμένος. Δεν εξηγείται αλλιώς») και σιγά σιγά κυριαρχεί το κλίμα της τρομοκρατημένης κανονικοποίησης και της αποδοχής: «Τα γύρευε, ήθελε και τα ’παθε, δεν ξέρω τι έκανε, όμως αφού τον πήραν κάτι θα έκανε».

Τα αγκαθωτά πλέγματα των οικογενειακών σχέσεων

Καθώς στις σελίδες του βιβλίου σκιαγραφούνται πολλές πλευρές αυτού του καθεστώτος φόβου που προσπαθεί να επιβάλει η χούντα –από το μίσος των στρατιωτικών για τον πολιτισμό και τα βιβλία μέχρι το μεθύσι για τη νίκη της Αργεντινής στο Μουντιάλ του 1978 και την ιδεολογική χρήση αυτής της νίκης, ή μέχρι και τις αντιθέσεις ανάμεσα σε αυτούς που δραπετεύουν και φεύγουν και εκείνους που μένουν πίσω («σε μισώ γιατί έφυγες. Γιατί δεν υπέφερες αυτά που υπέφερα εγώ») ή τις αντιστασιακές πράξεις, όπως για παράδειγμα οι πρώτες εμφανίσεις των Μητέρων της Πλατείας Μαΐου («είναι μερικές γυναίκες που μαζεύονται στην Πλατεία του Μαΐου. Πάνε κάθε Πέμπτη και αρχίζουν να κάνουν κύκλους γύρω από την Πυραμίδα. Είναι θεοπάλαβες. Έχουν όμως κουράγιο, ε;»)– ο Πάμπλο, αναμένοντας διαρκώς τη σύλληψη, κάθε μέρα, κάθε λεπτό, μια σύλληψη βέβαιη η οποία όμως δεν έρχεται ποτέ, μπαίνει τελικά σε μια κατάσταση εντελώς παρανοϊκή, με τον φόβο να μετατρέπεται στη μοναδική παράμετρο που καθορίζει τη ζωή του. Όταν η γυναίκα του δεν τον αντέχει άλλο «να παραληρεί για την πιθανή σύλληψή του» και τον εγκαταλείπει, παίρνοντας μαζί και τα δυο παιδιά τους, η κατάρρευση μοιάζει να είναι οριστική, ο φόβος φαίνεται να είναι ο τελεσίδικος νικητής.
Τελικά, μετά από χρόνια, ο Πάμπλο έχει πια συμπυκνώσει όλη αυτή την περιπέτεια στην προσωπική του απελευθέρωση από τη νοσηρή σχέση με την άρρωστη μητέρα του: «δεν μπορώ άλλο να περιμένω να πεθάνεις. Δεν μπορώ να πεθάνω περιμένοντας το θάνατό σου», προσπαθώντας να διερευνήσει τους ολισθηρούς λαβυρίνθους «του κόσμου των μανάδων που δεν πεθαίνουν και των παιδιών που δεν τις ανέχονται κοντά τους» και, με τον τρόπο αυτό, να ψηλαφήσει στην πραγματικότητα τα αγκαθωτά πλέγματα όλων των οικογενειακών σχέσεων.

Πολιτική και ηθικά διλήμματα

Ο –γεννημένος στο Μπουένος Άιρες, το 1943– Χοσέ Πάμπλο Φέινμαν είναι φιλόσοφος και συγγραφέας, πάντα δραστήριος στο πολιτικό πεδίο. Συμμετείχε στην αριστερή πτέρυγα του περονισμού, διαφώνησε με την ένοπλη δράση, συγκρούστηκε σφοδρά με τη νεοφιλελεύθερη πτέρυγα του περονισμού και, μετά την κρίση στην Αργεντινή, υπήρξε σύμβουλος του Νέστορ Κίρχνερ, ενώ υποστήριξε και την Κριστίνα Φερνάντες τα χρόνια της προεδρίας της.
Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα, με έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία, αποτυπώνει προφανώς και την πολιτική άποψη του συγγραφέα για όλη αυτή την ταραγμένη περίοδο. Τελικά, όμως, θέτει με τον τρόπο του το ζόρικο ερώτημα της προσωπικής ηθικής επιλογής: «αν όλοι είχαμε το κουράγιο να γίνουμε μοναχικοί ήρωες, θα είχαμε δημιουργήσει τον συλλογικό ήρωα», γράφει αναφερόμενος στην ηρωική θυσία του Ροδόλφο Γουόλς. «Η χειρονομία του Γουόλς ήταν ακραία, όμως η ηθική χτίζεται μόνο στην αναμέτρησή της με τέτοιες πράξεις», προσθέτει, θυμίζοντας τελικά πως η ηθική δεν είναι ηθικολογία αλλά πολιτική πράξη – κάτι που δεν πρέπει να το ξεχνάει κανείς, ειδικά κάποιες κρίσιμες στιγμές που οι διάφορες σειρήνες (της εξουσίας, του «ρεαλισμού», της «αναγκαιότητας» και άλλες) αρχίζουν το υπνωτιστικό τραγούδι τους.

Κώστας Αθανασίου