Όταν η τρυφερότητα δεν φτάνει

Σαντιάγο Γκαμπόα “Νυχτερινές ικεσίες”
(μτφ. Βασιλική Κνήτου, εκδ. Πόλις, 2017)

Με στίχους του Ρόκε Ντάλτον αρχίζει και τελειώνει το μυθιστόρημα του Κολομβιανού συγγραφέα Σαντιάγο Γκαμπόα. Ο Ρόκε Ντάλτον, ο ποιητής από το Ελ Σαλβαδόρ που «έκανε τις πέτρες να γελούν» (όπως έλεγε γι’ αυτόν ο Εδουάρδο Γκαλεάνο), ένας κρυστάλλινος αγωνιστής με τραγικό και άδικο τέλος, έγραψε –σε άλλα συμφραζόμενα, βέβαια– μερικούς στίχους που ίσως περιγράφουν με τον καλύτερο τρόπο τους βασικούς πρωταγωνιστές του βιβλίου του Γκαμπόα: «Τα δάκρυά μου, ακόμα και τα δάκρυά μου / έγιναν πέτρα. / Εγώ που πίστευα στα πάντα. / Στους πάντες. / Εγώ, που το μόνο που ζητούσα ήταν μια στάλα τρυφερότητα, / που δεν κοστίζει τίποτα / εκτός από το να ’χεις καρδιά. / Τώρα πια είναι αργά. / Τώρα η τρυφερότητα δε φτάνει. / Έχω δοκιμάσει τη γεύση της μπαρούτης».

Ο πρόξενος της Κολομβίας στο Δελχί καλείται από την υπηρεσία του να πάει στην Μπανγκόκ, όπου έχει συλληφθεί και κρατείται ο συμπατριώτης του νεαρός φοιτητής φιλοσοφίας Μανουέλ Μανρίκε. Κατηγορούμενος για κατοχή ναρκωτικών, ο Μανουέλ πρόκειται να αντιμετωπίσει στην επικείμενη δίκη του μια καταδίκη είτε σε τριάντα χρόνια φυλακή είτε στη θανατική ποινή. Ο πρόξενος σπεύδει στην Ταϊλάνδη, η αφήγηση του Μανουέλ, όμως, θα τον ωθήσει σε μια αναζήτηση γεμάτη ανατροπές και εκπλήξεις, σε μια κάθοδο σε έναν κόσμο μαύρο και άγριο. Ωστόσο… «θα σας πω κάτι», λέει ο Μανουέλ στον πρόξενο, «αυτό το μυθιστόρημα δεν θα είναι αστυνομικό. Θα είναι μια ιστορία αγάπης», προετοιμάζοντάς τον για την ιστορία που θα του αφηγηθεί.
Ο Μανουέλ έχει μεγαλώσει σε μια σκληρή χώρα, σε μια σκληρή εποχή. Ζώντας μοναχικά μέσα σε μια οικογένεια με την οποία δεν μπορεί να επικοινωνήσει, βρίσκει τρόπους να δραπετεύει στη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο. Ο μοναδικός άνθρωπος με τον οποίο συνδέεται είναι η αδελφή του, Χουάνα, και ο δεσμός που δημιουργείται ανάμεσα στα δύο αδέλφια είναι βαθύς και οριστικός. Έτσι, όταν η Χουάνα ξαφνικά εξαφανίζεται, ο Μανουέλ αρχίζει να την ψάχνει, συνεχίζοντας μάλιστα (ή μάλλον εντείνοντας) την αναζήτησή του από τη στιγμή που αρχίζει να αποκαλύπτεται μπροστά στα μάτια του η άγρια αλήθεια.

Προσωπικές ιστορίες ενταγμένες στην ιστορία μιας χώρας

Η πολυφωνική αφήγηση, οι πολλαπλές εξιστορήσεις (του Μανουέλ, του πρόξενου, της Χουάνα), αποτυπώνουν μια πολυπρισματική πραγματικότητα, όπου οι προσωπικές ιστορίες γίνονται ψηφίδες της ιστορίας μιας χώρας αλλά και ενός κόσμου ολόκληρου. Ανάμεσα στις αφηγήσεις παρεμβάλλονται τα σημειώματα της μυστηριώδους «Δια-δικτυακής». Ο ίδιος ο Γκαμπόα λέει, σε μια συνέντευξή του, πως οι παρεμβάσεις της Δια-δικτυακής είναι «ένα είδος χορού ελληνικής τραγωδίας που αναγγέλλει ή επιβεβαιώνει γεγονότα που συμβαίνουν στην κεντρική ιστορία».
Η πλοκή του μυθιστορήματος, που από ένα σημείο και μετά δύσκολα αποτυπώνεται χωρίς spoiler, εκτυλίσσεται στο Νέο Δελχί, στο Τόκιο, στην Μπογκοτά («μια πόλη άσχημη, που όμως έχει πολύ όμορφο ουρανό»), στην Μπανγκόκ, στην Τεχεράνη. Καθώς εξελίσσεται η ιστορία των δύο αδελφών, το βιβλίο σιγά σιγά μετατρέπεται και σε μια κατεδαφιστική κριτική για την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα της Κολομβίας, που σημαδεύεται από την ανάδειξη ενός ακροδεξιού προέδρου, του Άλβαρο Ουρίμπε («Ο κόσμος ήθελε πόλεμο κι αυτός υποσχέθηκε πόλεμο. Ο κόσμος ήθελε νεκρούς κι αυτός υποσχέθηκε πολλούς νεκρούς»), τους παραστρατιωτικούς και τα τάγματα θανάτου, τη διάχυτη βία, τη διαφθορά, τους ανθρώπους που εξαφανίζονταν κάθε μέρα, τους αγνοούμενους, ακόμα και τη συνήθεια («το χειρότερο μ’ αυτά τα πράγματα είναι ότι η ζωή συνεχίζεται»).
Βέβαια, η άγρια Κολομβία της εποχής του Ουρίμπε είναι κομμάτι ενός κόσμου που κι αυτός δεν υστερεί σε σκληρότητα, ενός κόσμου όπου κάποιοι ταξιδιώτες από στιγματισμένες χώρες αναγκάζονται να κάνουν απίστευτες αεροπορικές διαδρομές στον πλανήτη για να αποφύγουν τις βίζες («περνάμε σκύβοντας από την κάτω μεριά»), όπου «η ωμή βία είναι το επιχείρημα που έχει χρησιμοποιήσει περισσότερο από κάθε άλλο ο άνθρωπος στην ιστορία του», όπου ακόμα και η αλαζονική Ευρώπη δεν είναι σε πολύ καλύτερη μοίρα: «αυτό που δεν ξέρουν οι Ευρωπαίοι είναι ότι δεν αποτελούν πια το μέλλον για κανέναν».
Με μια δυνατή και καλοδουλεμένη πρόζα, σκιαγραφώντας με προσοχή ακόμα και τους δευτερεύοντες χαρακτήρες, ο Γκαμπόα φτιάχνει σελίδες ποτισμένες στη μελαγχολία, καθώς ένας κόσμος με «τη γεύση της μπαρούτης» συνθλίβει, όχι μόνο όσους και όσες δεν επιλέγουν ή δεν μπορούν να παίξουν με τους όρους του, αλλά και εκείνους που απλώς δεν τα καταφέρνουν να νικήσουν.

Το «λατινοαμερικάνικο μυθιστόρημα»

Πολλά στερεότυπα έχουν καλλιεργηθεί κατά καιρούς σχετικά με τη «λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία» – στερεότυπα που συνήθως συμπυκνώνουν όλα αυτά που αναμένει και προσδοκά να διαβάσει ο αναγνώστης, κατά κανόνα της Ευρώπης, σε ένα «λατινοαμερικάνικο μυθιστόρημα». Ο Γκαμπόα προσπαθεί συνειδητά να ξεφύγει από αυτά: «δεν θέλω να διαβάζουν τα βιβλία μου επειδή είμαι Λατινοαμερικάνος, αλλά επειδή τους αρέσει αυτό που γράφω. Εγώ δεν διαβάζω τον Μαλρό επειδή είναι Γάλλος, ούτε τον Ταμπούκι επειδή είναι Ιταλός, αλλά επειδή μου αρέσει αυτό που γράφουν. Είναι σχεδόν σαν μια ενηλικίωση την οποία η λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία άξιζε μετά το μπουμ». Ή αλλιώς, όπως λέει και στο βιβλίο, «το να είσαι Κολομβιανός σημαίνει για πολλούς ότι είσαι υποχρεωμένος να ασχολείσαι με συγκεκριμένα θέματα και κυρίως με ορισμένες πλευρές αυτών των θεμάτων και γι’ αυτό η γενιά μου, αλλά και οι επόμενες, έγραψαν προσπαθώντας να ξεφύγουν απ’ αυτό, προσπαθώντας να είναι απλώς συγγραφείς και τίποτε άλλο».
Οι Νυχτερινές ικεσίες έχουν προφανώς και στοιχεία αστυνομικής πλοκής, καθώς η ιδιότυπη έρευνα του πρόξενου αποτελεί έναν από τους άξονες που πάνω τους οικοδομείται το βιβλίο. Σε ερώτηση για την άνθηση του νουάρ μυθιστορήματος στη Λατινική Αμερική, ο Σαντιάγο Γκαμπόα απαντάει πως «στη Λατινική Αμερική μπορούμε να μιλάμε για “ακούσιο μαύρο μυθιστόρημα”. Όταν κάποιος συγγραφέας γράφει για την πραγματικότητα, είναι δύσκολο να μην προκύψουν μαύρα στοιχεία. Εκείνη που είναι “μαύρη” είναι η πραγματικότητα και αυτή είναι που χρωματίζει τα μυθιστορήματα».

Κώστας Αθανασίου