Όταν οι δρόμοι πλάθουν αυτούς που τους περνούν…

Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ «’68»
(μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδ. Άγρα, 2018)

Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ «Αρχάγγελοι»
(μτφ. Δήμητρα Σταυρίδου, εκδ. Έρμα, 2017)

Ο Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ μπορεί να είναι γνωστός στο αναγνωστικό κοινό κυρίως για τα αστυνομικά μυθιστορήματά του, αλλά εξίσου σημαντικά είναι και τα βιβλία που έχει γράψει και τα οποία ανήκουν σε άλλα είδη – δοκίμια, μελέτες, χρονικά, βιογραφίες ή βιογραφικές αφηγήσεις. Η βιογραφία που έχει γράψει για τον Τσε είναι ίσως η πιο γνωστή, ωστόσο κορυφαία είναι μάλλον η –δυστυχώς αμετάφραστη στα ελληνικά– βιογραφία του Πάντσο Βίγια. Σε αυτόν τον χώρο κινούνται και τα δύο βιβλία που παρουσιάζονται στο σημερινό σημείωμα, το ’68 και οι Αρχάγγελοι.

Το πρώτο από τα δύο βιβλία του Τάιμπο μάς μεταφέρει σε μια από τις πιο σκληρές και συγκλονιστικές στιγμές του «παγκόσμιου ’68», εκείνης της μεγάλης κοινωνικοπολιτικής αναταραχής που συντάραζε τον Μάη το Παρίσι, «χέρι χέρι με τις κινητοποιήσεις της Άνοιξης της Πράγας, τους φοιτητικούς αγώνες στη Βραζιλία, την κατάληψη του Πανεπιστημίου Κολούμπια της Νέας Υόρκης, την εξέγερση στην Κόρδοβα της Αργεντινής».
Το –κυρίως φοιτητικό– κίνημα στο Μεξικό σημαδεύτηκε από τη σφαγή στο Τλατελόλκο, στην Πόλη του Μεξικού, στις 2 Οκτωβρίου, η οποία άφησε πίσω της ακαθόριστο αριθμό νεκρών (250; ή μήπως 400;). Ωστόσο, όσο κι αν το Τλατελόλκο επισκίασε με την αγριότητά του τα πάντα, το κίνημα δεν ήταν μόνο αυτό, είχε ένα σπουδαίο πριν και ένα δύσκολο μετά, που συνεχίστηκε μέχρι λίγο πριν από την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων στην Πόλη του Μεξικού. Το κίνημα επικεντρώθηκε κυρίως στα πανεπιστήμια και τα σχολεία, ξεκίνησε το καλοκαίρι του 1968 και διήρκεσε περίπου τέσσερις μήνες – «τους τέσσερις μήνες της τρέλας εκείνου του μαγικού έτους». Όταν ξεκινούσε ήταν ένα κίνημα «που ακόμα δεν ήξερε ότι ήταν κίνημα», αλλά σύντομα επεκτάθηκε, δυνάμωσε, απλώθηκε παντού και συντάραξε τη χώρα. Όταν η συνήθης καταστολή δεν αρκούσε πλέον, και ενώ σιγά-σιγά οι φοιτητές κέρδιζαν τη «μάχη εναντίον του φόβου», «ακούγεται ότι έρχονται τα τανκς και τα χέρια ιδρώνουν τις νύχτες»: έρχεται η εισβολή του στρατού στα πανεπιστήμια, τον Σεπτέμβριο («οι μέρες πριν από την κατάληψη του Πανεπιστημίου από τον στρατό ήταν γεμάτες μέλλον, οι μέρες που ακολούθησαν ήταν γεμάτες παρόν»). Στην επιχείρηση κατά των φοιτητών χρησιμοποιήθηκαν δέκα χιλιάδες στρατιώτες.

Το «παγκόσμιο ’68» στη Λατινική Αμερική

Όμως, ήταν η εποχή που «το τώρα ήταν για πάντα»: το κίνημα αντιστέκεται, απαντάει. Και ακολουθεί η 2α Οκτωβρίου, η σφαγή. Νεκροί, τραυματίες, πάνω από δύο χιλιάδες φοιτητές στη φυλακή, εξορία, παρανομία. Αλλά και προσπάθειες να συνεχιστεί το τραυματισμένο κίνημα, με τις ίδιες ή με άλλες μορφές.
Ο Τάιμπο άρχισε τον Δεκέμβριο του 1968 να καταγράφει τις σημειώσεις του για όσα είχαν συμβεί στη διάρκεια εκείνων των μηνών, γιατί, όπως λέει, δεν είχε εμπιστοσύνη στη μνήμη του. Στις σελίδες αυτές των σημειώσεων εξιστορείται με μια ματιά υποκειμενική και ζωντανή όλο το χρονικό εκείνου του κινήματος, όσο και όπως το αποτύπωσε το βλέμμα του Τάιμπο, αλλά και κρυφές λεπτομέρειες, μικρές προσωπικές ιστορίες των πρωταγωνιστών, σκέψεις, αναμνήσεις, συναισθήματα. Βλέπουμε την ευχάριστη έκπληξη που ένιωσαν οι φοιτητές για την εξάπλωση και την αυτονόμηση του κινήματος («Μα ήταν δυνατόν το κίνημα να αναπτύσσεται πέρα από εμάς τους ίδιους;»), θυμόμαστε τη «συντριπτική υποταγή των μέσων ενημέρωσης στην κεντρική εξουσία», τις χρόνιες εσωτερικές συγκρούσεις αλλά και την ενότητα του κινήματος τις κρίσιμες στιγμές, την ανακάλυψη μιας νέας λογοτεχνίας, μιας νέας μουσικής, ενός νέου πολιτισμού.
«Δεν μπορούν να πλαστούν θρύλοι χωρίς προσωπικές αφηγήσεις», μας λέει ο Τάιμπο. Το κίνημα του ’68 και το Τλατελόλκο χάραξαν την ιστορία του Μεξικού, σημάδεψαν την πολιτική στη χώρα, άλλαξαν τους ανθρώπους που συμμετείχαν σε αυτά: «ήμασταν εμείς, αλλά ήμασταν διαφορετικοί», λέει ο Τάιμπο, γιατί έτσι κι αλλιώς «οι δρόμοι πλάθουν αυτούς που τους περνούν»…

«Το αόριστο πράγμα που ονομάζουμε συλλογική μνήμη»

Στο δεύτερο βιβλίο, τους Αρχάγγελους, ο Τάιμπο αφηγείται δώδεκα ιστορίες κάποιων ανθρώπων που «μοιάζουν να έχουν καταπιεί έναν άγγελο και ταΐζουν τα δεινά τους μ’ αυτό το μαγικό μείγμα πείσματος και ακεραιότητας», ανθρώπων που με τον τρόπο του ο καθένας ή η καθεμία «αναζητούσαν την επανάσταση και πήγαν πολλές φορές στην κόλαση για να τη συναντήσουν». Οι Αρχάγγελοι είναι ένα βιβλίο που «περιέχει πολλή δουλειά ενάντια στις σκιές», καθώς, μας λέει ο συγγραφέας, «ο καλύτερος φόρος τιμής είναι η μνήμη», αλλά «αληθινή λατρεία είναι η κριτική μνήμη».
Οι ιστορίες έχουν μεγάλη ποικιλία στην έκτασή τους (από 15 μέχρι 70 σελίδες), αλλά και διαφορετικούς αφηγηματικούς τρόπους (με πολύ χαρακτηριστικές κάποιες πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις από το επέκεινα). Βιογραφικές ιστορίες για ανθρώπους για τους οποίους έχουν γραφτεί χιλιάδες σελίδες, αλλά και βιογραφίες «χωρίς έκδηλη γοητεία». Μορφές ιστορικές, άλλες πασίγνωστες, άλλες λιγότερο γνωστές και άλλες χαμένες κάπου στα ψιλά γράμματα της επίσημης ιστορίας, σε αφηγήσεις που μπορεί να περιλαμβάνουν μια ολόκληρη ζωή ή απλώς και μόνο κάποιο επεισόδιο από τη ζωή τέτοιων αγωνιστών που το έχει καλύψει η «μεγάλη εικόνα». Μορφές αγωνιστών που όμως «όλοι τους πέρασαν σε ένα στάδιο σκιάς μετά τον θάνατό τους ή βίωσαν τον επίλογο των μεγάλων περιόδων αγώνα».
Διαβάζουμε, για παράδειγμα, λεπτομέρειες από την περιπέτεια του Ντουρούτι στο Μεξικό, την ηρωική ιστορία του Κουβανού αξιωματικού Ραούλ Δίας Αργουέγιες που έχασε τη ζωή του πολεμώντας για την ανεξαρτησία της Αγκόλας, σε έναν αγώνα τον οποίο δεν αισθάνθηκε ποτέ ως ξένο, το όνειρο του Διέγο Ριβέρα, του Δαβίδ Σικέιρος και των άλλων μουραλίστας να οργανώσουν το συνδικάτο των ζωγράφων στο μετεπαναστατικό Μεξικό, το 1922, καθώς η χώρα προσπαθούσε να συγκροτήσει μια νέα εθνική ταυτότητα (και κάποιοι πάσχιζαν να εντάξουν σε αυτή τα κομμουνιστικά ιδεώδη μαζί με την ιθαγενική πολιτική κουλτούρα). Στιγμές από την Οκτωβριανή Επανάσταση, από την αγροτική επανάσταση στην Κίνα, από την ταραγμένη Ευρώπη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, μέσα από προσωπικές ιστορίες ανθρώπων που ο τόπος τους, «το οχυρό που τους ανήκει», είναι «αυτό το αόριστο πράγμα που ονομάζουμε συλλογική μνήμη των λαών».

Κώστας Αθανασίου