Σκόρπιες ματιές στους πάγκους και στα ράφια

Ουίλιαμ Σόμερσετ Μομ «Βροχή» (μτφ. Παλμύρα Ισμυρίδου, εκδ. Άγρα, 2017)

Η Βροχή είναι μία από τις σπουδαιότερες νουβέλες που έγραψε ο Σόμερσετ Μομ, η καλύτερη κατά πολλούς. Η ιστορία μάς μεταφέρει για άλλη μια φορά στις Νότιες Θάλασσες. Ο κίνδυνος για μια επιδημία ιλαράς αναγκάζει ένα πλοίο που ταξιδεύει στον Νότιο Ειρηνικό, προς τις νήσους Σαμόα, να δέσει σε ένα λιμάνι για να μείνει σε καραντίνα, ενώ ταυτόχρονα αρχίζει να πέφτει μια βροχή που δεν λέει να κοπάσει, μια βροχή που «έπεφτε αδυσώπητα και είχε κάτι το τρομακτικό που σ’ έκανε να διαισθάνεσαι τη μοχθηρία των πρωτόγονων δυνάμεων της φύσης», μια βροχή που «αρκεί για να σου τσακίσει τα νεύρα».
Στην πρώτη θέση του πλοίου, ταξιδεύουν ο γιατρός Μακφαίηλ με τη σύζυγό του και το ζεύγος Ντέηβιντσον, δύο ιεραπόστολοι, δύο φανατικοί με βαθιά περιφρόνηση, σχεδόν μίσος για τους ντόπιους (πάντα συγκαλυμμένο ως αγάπη, και μάλιστα αγάπη του Θεού): «όταν φτάσαμε εκεί, η έννοια της αμαρτίας τούς ήταν άγνωστη. Παρέβαιναν και τις δέκα εντολές, χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι αμαρτάνουν. Το δυσχερέστερο κομμάτι της δουλειάς μου [ήταν] να ενσταλάξω στους ιθαγενείς το αίσθημα της αμαρτίας» – και αυτό ο ιεραπόστολος προσπαθεί να το πετύχει με απαγορεύσεις των χορών ή των ενδυμασιών και με πρόστιμα.
Όταν, στη διάρκεια της αναμονής, θα γνωρίσουν τη Σέιντι Τόμσον, επιβάτιδα στη δεύτερη θέση η οποία θα σοκάρει την ηθική τους, αρχίζει η σύγκρουση και εμφανίζεται η βία της αναμόρφωσης και της τιμωρίας αλλά και της υποκρισίας. Ωστόσο, το τραγικό τέλος θα αποκαλύψει τι κρύβεται πίσω από το «αμάρτησε και πρέπει να τιμωρηθεί» που εκστομίζει ο φανατικός ιεραπόστολος.
Ο συγγραφέας που υποστήριζε ότι το διήγημα δεν προσφέρει τον απαραίτητο χώρο για να αναπτυχθούν χαρακτήρες, αυτοδιαψεύδεται πάλι στη Βροχή, καθώς για άλλη μια φορά πλάθει κάποιους χαρακτήρες που δεν λησμονούνται εύκολα. Με την κλασική και υπαινικτική γραφή του, αποτυπώνει την αποπνικτική, ασφυκτική ατμόσφαιρα του νησιού, ωστόσο, ακόμη περισσότερο, αποτυπώνει τις αποπνικτικές σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στους ανθρώπους και τις ασφυκτικές ψυχολογικές διαδρομές τους που πολύ συχνά οδηγούν στην τραγωδία.
Η Βροχή έχει μεταφερθεί τρεις φορές στον κινηματογράφο (με τις Γκλόρια Σουόνσον, Τζόαν Κρόφορντ και Ρίτα Χέιγουορθ στον ρόλο της Σέιντι Τόμσον).

 

Ενρίκε Βίλα-Μάτας «Στο Κάσελ δεν υπάρχει λογική» (μτφ. Νάννα Παπανικολάου, εκδ. Ίκαρος, 2017)

Το στιλ του Ενρίκε Βίλα-Μάτας είναι χαρακτηριστικό: «είναι αναγνώστες που παρακολουθούν σχεδόν με θρησκευτική πίστη τα βιβλία του, αυτή την αλυσίδα γνώσεων και σκέψεων και συμπερασμάτων με θέμα τη λογοτεχνία που μιμείται τα μυθιστορήματα αλλά ουσιαστικά κινείται σε εκείνη την ομιχλώδη και μαγική ζώνη του λυκόφωτος που μπερδεύει τα λογοτεχνικά είδη και χαίρεται γι’ αυτό», έγραφε ο Ανταίος Χρυσοστομίδης για τον Βίλα-Μάτας στον δεύτερο τόμο από τις Κεραίες της εποχής μου.
Ο γνώριμος Βίλα-Μάτας, λοιπόν, με τη συνήθη ειρωνεία και το καταλυτικό χιούμορ του, περιγράφει πώς δέχτηκε μια πρόσκληση (από το ζεύγος ΜακΓκάφιν… για να μη μείνει καμία αμφιβολία στον αναγνώστη…) να συμμετάσχει στην έκθεση Ντοκουμέντα 13, στο Κάσελ, όπου θα οφείλει να πηγαίνει κάθε μέρα σε ένα κινέζικο εστιατόριο και να κάθεται να γράφει, μετατρεπόμενος ο ίδιος σε έκθεμα. Η καταφατική απάντησή του θα τον οδηγήσει σε μια περιπλάνηση στη σύγχρονη τέχνη, σε μια θλιβερή Ευρώπη που βρίσκεται στον δρόμο της παρακμής.
Αρχίζοντας τα λογοτεχνικά παιχνίδια από τον εαυτό του (για το μαγκάφιν έχει γράψει το 2012 άρθρο στην εφημερίδα El País, σχεδόν ταυτόσημο με τις πρώτες δύο σελίδες του μυθιστορήματος), ο Βίλα-Μάτας μιλάει για μια Ντοκουμέντα που απλώνεται σε πολλές πόλεις, σχολιάζει θετικά ή αρνητικά τα έργα τέχνης, αφήνεται στην ενέργεια που κατακλύζει τα πάντα και θυμάται πως «κάποτε άκουσα να λένε ότι η πραγματική ζωή δεν είναι αυτή που ζούμε, αλλά αυτή που επινοούμε με τη φαντασία μας». Σε αυτή τη σύντηξη λογοτεχνίας/τέχνης και ζωής, τελικά τι άραγε είναι πραγματικότητα και τι μυθοπλασία; Αλλά, εν πάση περιπτώσει, τι σημασία έχει; Όπως γράφει και ο ίδιος ο Βίλα-Μάτας σε κάποιο σημείο, se non è vero, è ben trovato.

 

Τόμας Γουλφ «Γύρνα σπίτι, άγγελέ μου» (μτφ. Κοσμάς Πολίτης, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)

Ενα κλασικό βιβλίο, ένα κλασικό μυθιστόρημα ενηλικίωσης, με έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία, καθώς ο Γουλφ, παρακολουθώντας την πορεία της ζωής του Ευγένιου Γκαντ από τη γέννησή του μέχρι τα 19 του αλλά και τα πρόσωπα της οικογένειας του Ευγένιου καθώς και τις σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στα μέλη ή με ανθρώπους εκτός αυτής, στην πραγματικότητα αποτυπώνει την ίδια τη δική του ζωή. Ταυτόχρονα το Γύρνα σπίτι, άγγελέ μου είναι μια μεγάλη, πολυπρόσωπη τοιχογραφία της αμερικανικής επαρχίας και της ζωής σε αυτήν. Και στο βάθος ο πόλεμος που αδειάζει τα πανεπιστήμια, η καθημερινότητα που αλλάζει και διαμορφώνει νέα πρότυπα και ανάγκες, οι Εβραίοι, οι λευκοί, οι μαύροι και οι διαφυλετικές σχέσεις… Και ο τρόπος που ο Ευγένιος διαμορφώνεται: «δεν ήταν αντάρτης. Δεν είχε μεγαλύτερη κλίση προς την ανταρσία απ’ ό,τι οι περισσότεροι Αμερικανοί – δηλαδή καμία. Ήταν απόλυτα ευχαριστημένος με οποιοδήποτε σύστημα θα του παρείχε άνεση, ασφάλεια, αρκετά λεφτά να κάνει το κέφι του και ελευθερία να σκέφτεται, να τρώει, να πίνει, να κάνει έρωτα, να διαβάζει και να γράφει όπως και ό,τι ήθελε. Και αδιαφορούσε κάτω από ποια μορφή κυβέρνησης θα ζούσε»…
Η πρώτη γραφή του Γύρνα σπίτι, άγγελέ μου δεν βρήκε εύκολα εκδότη, μέχρι τη στιγμή που την πήρε στα χέρια του ο επιμελητής-θρύλος Μ. Πέρκινς του εκδοτικού οίκου Scribner – μάλιστα, η συγκρουσιακή σχέση του Γουλφ με τον επιμελητή του αποτυπώθηκε στην ταινία Ένας χαρισματικός άνθρωπος (σε σκηνοθεσία Μ. Γκραντέιτζ, με τους Τζουντ Λο και Κόλιν Φερθ).
Το βιβλίο, το σημαντικότερο που έγραψε στη σύντομη ζωή του ο Τόμας Γουλφ (γεννήθηκε το 1900 και πέθανε το 1938), εκδόθηκε από το Μεταίχμιο στην κλασική μετάφραση του Κοσμά Πολίτη, που  κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1969 (εκδ. Καραβία) και επανεκδόθηκε το 1991 (εκδ. Παρασκήνιο).

 

Φρανσουά Ρου «Η ακαθάριστη εθνική ευτυχία» (μτφ. Μανώλης Πιμπλής, εκδ. Πόλις, 2017)

Τέσσερις φίλοι, στη γαλλική επαρχία, στη Βρετάνη, τη στιγμή που τελειώνουν γεμάτοι όνειρα αλλά και προβληματισμούς το σχολείο και ετοιμάζονται να βγουν στη ζωή. Τους συναντάμε τον Μάιο του 1981, τη μέρα που η Γαλλία εκλέγει τον Φρανσουά Μιτεράν πρόεδρο της χώρας («η χώρα ήταν, χωρίς υπερβολή, χωρισμένη στα δύο») και θα τους παρακολουθήσουμε τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1980. Ο Ροντόλφ, γιος κομμουνιστή αλλά οπαδός της δεξιάς τάσης του Σοσιαλιστικού Κόμματος ο ίδιος (ήταν «μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να εξοργίσει τον κομμουνιστή πατέρα του»), είναι αποφασισμένος να αναδειχθεί στο πεδίο της πολιτικής, καθώς πιστεύει ότι «η στράτευση στους κόλπους ενός κόμματος αποτελούσε το απαραίτητο εφαλτήριο για μια θέση στον ήλιο». Ο δηλωμένος δεξιός Τανγκί ονειρεύεται να κατακτήσει τον κόσμο των επιχειρήσεων και του χρήματος – είδωλό του, άλλωστε, είναι ο Μπερνάρ Ταπί, και «εκκολαπτόμενο Μπερνάρ Ταπί» τον αποκαλούν. Ο Πολ, ο αφηγητής του βιβλίου, προσπαθεί, μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον, να διαχειριστεί τη σεξουαλικότητα και την ομοφυλοφιλία του. Και ο Μπενουά, ο «διαφορετικός» της παρέας, ο μοναδικός που δεν ονειρεύεται ούτε να πάει στο πανεπιστήμιο ούτε να φύγει από τη μικρή του πόλη και ο οποίος θα ακολουθήσει το όνειρό του για να καταλήξει επιτυχημένος φωτογράφος. Την παρέα θα τη ξανασυναντήσουμε το 2009, ενώ το μυθιστόρημα κλείνει με τον επίλογο, το 2012, τη μέρα της εκλογής του Φρανσουά Ολάντ στην προεδρία της χώρας.
Πάνω στο φόντο όλων των πολιτικοκοινωνικών εξελίξεων αυτής της περιόδου, αποτυπώνεται και η προσωπική περιπέτεια καθενός από τους τέσσερις φίλους, μέχρι το τέλος απ’ όπου δεν λείπουν και οι τραγικές πτυχές. Δίπλα στα μυθοπλαστικά πρόσωπα, συναντάμε αναφορές και σε πραγματικά (στις διαδηλώσεις ενάντια στο πραξικόπημα Γιαρουζέλσκι, «φορώντας ένα κομψό μαύρο παλτό που του έφτανε στους αστραγάλους, ο φιλόσοφος Μπερνάρ-Ανρί Λεβί είχε πάρει ένα συντετριμμένο ύφος και φαινόταν πληγωμένος προσωπικά από το δράμα του πολωνικού λαού»…). Ο συγγραφέας έχει στηρίξει τη συγγραφή του βιβλίου σε μια δουλειά τεκμηρίωσης, με συνεντεύξεις κ.λπ. Άλλωστε, στις ευχαριστίες στο τέλος του βιβλίου προς ανθρώπους που του παραχώρησαν συνεντεύξεις για το βιβλίο περιλαμβάνεται, π.χ., και ο Μανουέλ Βαλς.

 

Ιμπραχίμ Αλ Κούνι «Το χρυσάφι και η κατάρα της ερήμου» (μτφ. Ελένη Καπετανάκη, εκδ. Καστανιώτη, 2017)

Το όνομα του Λίβυου συγγραφέα έγινε πιο γνωστό στο ευρύτερο κοινό όταν το 2015 βρέθηκε στη βραχεία λίστα των υποψηφίων για το βραβείο Man Booker International. Ο, γεννημένος το 1948, Αλ Κούνι έζησε την παιδική του ηλικία στην έρημο, και οι μύθοι και οι παραδόσεις των (νομάδων) Τουαρέγκ αποτυπώνονται συχνά στα βιβλία του, όπως συμβαίνει και στο Χρυσάφι και η κατάρα της ερήμου.
Η ιστορία εξελίσσεται την εποχή που οι Ιταλοί επιτίθενται στην (οθωμανική) Λιβύη (1911), με αποτέλεσμα να «ωθήσουν τις φυλές στην εξορία», αλλά και λίγο πριν, «τα χρόνια εκείνα της αφθονίας και της ευμάρειας, προτού οι Ιταλοί εισβάλουν τη χώρα». Ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, ο νεαρός Τουαρέγκ Ουχαγιάντ, γίνεται κάτοχος μιας υπέροχης καμήλας, μιας καθαρόαιμης παρδαλής Μάχρι. Ο δεσμός των Τουαρέγκ με την καμήλα τους είναι σημείο αναφοράς στην κουλτούρα τους («η Μάχρι είναι ο καθρέφτης του αναβάτη της», λένε), ωστόσο η σχέση του Ουχαγιάντ με τη Μάχρι του υπερβαίνει τους συνήθεις κανόνες. Ο Ουχαγιάντ βλέπει την καμήλα ως τον καλύτερό του φίλο, και η Μάχρι αποκτάει, μέσα από την πένα του συγγραφέα, συμπεριφορές που περιγράφονται με όρους που ταιριάζουν μάλλον σε άνθρωπο. Ο άνθρωπος και η καμήλα ζουν καταστάσεις δύσκολες, τραγικές μερικές στιγμές, αλλά «στην έρημο τα θαύματα είναι συχνά» (αν και «κανένα θαύμα δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί στην έρημο χωρίς νερό»).
Έτσι, με αυτόν τον διαρκή συνδυασμό μαγείας και ρεαλισμού, ο συγγραφέας σκιαγραφεί τη δύσκολη σχέση των ανθρώπων με την έρημο, την αλληλεξάρτηση μεταξύ τους, τη σχέση ανάμεσα στους μύθους και τους κανόνες επιβίωσης.

 

Χανς Χέρμπερτ Γκριμ «Σλουμπ – Ιστορίες και περιπέτειες από τη ζωή του άγνωστου μουσκετοφόρου Έμιλ Σουλτς, όπως τις αφηγήθηκε ο ίδιος»
(μτφ. Κατερίνα Τζιναβά, εκδ. Κέδρος, 2016)

Τόσο το μυθιστόρημα όσο και ο συγγραφέας του έχουν παράξενη βιογραφία. Το βιβλίο, ένα αντιπολεμικό μυθιστόρημα για έναν απλοϊκό άνθρωπο που μέσα από τη φρίκη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου θα διασώσει όχι μόνο τη ζωή του αλλά και την αισιοδοξία του, εκδόθηκε το 1928 ως βιβλίο «αγνώστου συγγραφέα», μιας και ο Γκριμ ήθελε να παραμείνει ανώνυμος. Ωστόσο, όλος ο κόσμος στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης συζητάει για ένα άλλο βιβλίο, μια σκληρή αντιπολεμική καταγγελία που γίνεται αμέσως τεράστια επιτυχία (πουλάει 10.000 αντίτυπα τη μέρα, συνολικά 2,5 εκατομμύρια αντίτυπα τους πρώτους 18 μήνες κυκλοφορίας, ενώ μεταφράζεται σε 22 γλώσσες), το Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο, του Έριχ Μαρία Ρεμάρκ, που εκδίδεται σε μορφή βιβλίου τον Ιανουάριο του 1929. Οι συζητήσεις για το Ουδέν νεώτερον… επισκιάζουν κάθε άλλο αντιπολεμικό βιβλίο, όπως το Σλουμπ, το οποίο παρ’ όλα αυτά θα απαγορευτεί και θα καεί στις πυρές των ναζί, για να ανακαλυφθεί ξανά πολλά χρόνια μετά.
Ο ίδιος ο Γκριμ, αντιφατικός ανάμεσα στην απόφαση να εκδώσει το βιβλίο ανώνυμα και στη λαχτάρα του να δει το βιβλίο του να γίνεται επιτυχία, αποκάλυψε την ταυτότητά του μόνο μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στο μεταξύ, δεν μπόρεσε ποτέ να αποσείσει το στίγμα ότι είχε γίνει μέλος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, παρά την υποστήριξή του από μαθητές του και από άλλες πλευρές μετά τον πόλεμο. Στην Ανατολική Γερμανία, όπου βρέθηκε να ζει, του απαγορεύθηκε να διδάσκει. Ο Γκριμ αυτοκτόνησε το 1950.
Ο Σλουμπ (παρατσούκλι που σημαίνει «τυχεράκιας») βρίσκεται ξαφνικά σε έναν πόλεμο όπου η ζωή και ο θάνατος μοιράζονται με βάση κάποιους κανόνες όχι πάντα ισότιμους («στο χαράκωμα πάνε μόνο οι χαζοί ή αυτοί που έχουν μπεξίματα με τον νόμο», «έχεις δει έστω μια φορά κανέναν αξιωματικό να τρώει απ’ το ίδιο καζάνι με σένα;»), καθώς όμως η φρίκη της σφαγής δεν κάνει διακρίσεις («εκεί υπήρχαν πτώματα Γερμανών και Εγγλέζων, όλα ανακατεμένα. Είχαν στριμωχτεί όλοι σωρό, σαν να ήθελαν ακόμα και στο θάνατο να ζεσταθούν»), ο Σλουμπ βλέπει να συμβαίνουν γύρω του πολλά, που συχνά κινούνται μεταξύ γελοιότητας και τρόμου. Θα μάθει ότι «μόνο οι φτωχοί έχουν τύψεις», θα διασχίσει την αγριότητα του πολέμου χωρίς να χάσει την πίστη του στη ζωή και θεωρώντας πως τελικά όλα θα πάνε καλά και, όταν το μέτωπο θα καταρρεύσει και οι αξιωματικοί (ακόμα και ο Κάιζερ…) θα το σκάσουν, ο Σλουμπ, αθώος και χαρούμενος, είναι έτοιμος να γυρίσει γεμάτος αισοδοξία στην αγαπημένη του και στη μητέρα του.