Οι γυναίκες του Ελληνικού

babasomana-2

Της Μαρίας Σπηλιωτοπούλου

Από τις μέρες εκείνες, που οι πρόσφυγες περνούσαν κατά κύματα και διέσχιζαν τη χώρα για να φτάσουν στη Γερμανία και τη βόρεια Ευρώπη, ως το φθινόπωρο του 2015, που άρχισαν να κλείνουν τα σύνορα, υπήρξαν και υπάρχουν τρόποι υποδοχής, φιλοξενίας, υποστήριξης και εγχειρήματα ενσωμάτωσης προσφύγων και μεταναστών που εξελίσσονται μακριά από λογικές εγκλεισμού. Σε ανοιχτά κέντρα φιλοξενίας και στη συνέχεια κυρίως με την ένταξη των προσφύγων στον αστικό ιστό, εγχειρήματα κρατικά, της Ύπατης Αρμοστείας, από ΜΚΟ, αλλά και από εθελοντικές, αλληλέγγυες συλλογικότητες, άτυπες ή οργανωμένες, που κινητοποιήθηκαν και συνεχίζουν να κινητοποιούνται δυναμικά ανταποκρινόμενες στις επείγουσες ανάγκες και τις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες.

Το εγχείρημα του Ελληνικού

Στο πλαίσιο αυτό, το Σεπτέμβριο του 2015, συναντήθηκαν οι πρόσφυγες στο Ελληνικό με τους αλληλέγγυους εθελοντές, που τους πρώτους μήνες ουσιαστικά εξασφάλισαν τη λειτουργία του κέντρου φιλοξενίας, με το συντονισμό προσωπικού από το υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής και τη συνδρομή της Περιφέρειας Αττικής. Οι συνθήκες ήταν δύσκολες, οι περισσότεροι πρόσφυγες, όπως και οι λίγοι μετανάστες, ήταν Αφγανοί, και οι υπόλοιποι από τη βόρεια Αφρική, το Πακιστάν, το Ιράν, το Ιράκ, και, βέβαια, τη Συρία. Υπήρχαν προβλήματα συμβίωσης των διαφορετικών εθνοτήτων, προβλήματα καταγραφής και σίτισης, και, κυρίως, η ανασφάλεια, ο μεγάλος φόβος των ανθρώπων που έβλεπαν το όνειρο της δυτικής Ευρώπης να χάνεται και να εγκλωβίζονται εδώ.
Το Ελληνικό εξ αρχής λειτούργησε με τη συμμετοχή των ίδιων των προσφύγων και των μεταναστών, και χάρη στην αλληλεγγύη εθελοντριών και εθελοντών, που κράτησαν βάρδιες στη διανομή φαγητού, συμπλήρωναν το συσσίτιο με φρούτα και γάλα, μοίραζαν ρούχα, τακτοποιούσαν τις αποθήκες και πάντα κοιτούσαν τους ανθρώπους στα μάτια. Ήταν εκείνοι και, κυρίως, εκείνες που κάλυψαν τις πρώτες ανάγκες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, διένειμαν τις κουβέρτες πολύ πριν φτάσει εκεί προσωπικό της Ύπατης Αρμοστείας, καθάριζαν μαζί με τους πρόσφυγες τους χώρους και στήριζαν τους πιο ευάλωτους, τα παιδιά και τις γυναίκες. Χωρίς να σκοπεύουν να υποκαταστήσουν το κράτος, αλλά, αντίθετα, διεκδικώντας και κερδίζοντας την κρατική φροντίδα και υποστήριξη για τους ανθρώπους που είχαν καταφύγει στους χώρους του παλαιού αεροδρομίου.

Η συνεισφορά των γυναικών

Η αλληλεγγύη δεν αποτέλεσε και δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Όταν η λειτουργία του Ελληνικού άρχισε να ρυθμίζεται με προσωπικό από ΜΚΟ, ενίοτε με τελείως διεκπεραιωτικό τρόπο, ο πυρήνας των εθελοντριών, οι «αθέατες γυναίκες», όπως οι ίδιες χαρακτηρίζονται, συνέχισαν να είναι εκεί. Οι δεσμοί με τους πρόσφυγες, κυρίως με τις γυναίκες, βάθαιναν και αναπτύχθηκαν σχέσεις φιλίας και εμπιστοσύνης. Έπαιζαν με τα παιδιά, οργάνωσαν εργαστήρι χειροτεχνίας για τις γυναίκες, μοιράστηκαν συναισθήματα, αγωνίες, μαγείρεψαν μαζί στην κουζίνα, παρακολούθησαν μαζί εκδήλωση στο Μέγαρο Μουσικής, επισκέφθηκαν το Σούνιο, οργάνωσαν βραδιές κινηματογράφου, γνώρισαν η μια τον πολιτισμό της άλλης. «Το Αφγανιστάν στην κουζίνα του Ελληνικού», που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2016 αποτυπώνει ανάγλυφα τους δεσμούς και το σεβασμό που συνέδεσαν τις «αθέατες γυναίκες» με τις αόρατες στη χώρα τους Αφγανές.
Οι Αφγανοί και οι Αφγανές που έμειναν στο Ελληνικό, πρόσφυγες πολέμου που κρατά 40 χρόνια, μετρούν την κάθε μέρα ξεχωριστά, όταν υπολογίζουν πότε ήρθαν στην Ελλάδα. Ξεκίνησαν με προορισμό τη Γερμανία ή άλλες χώρες του ευρωπαϊκού βορρά, εκεί όπου συγγενείς και φίλοι, ήδη, εργάζονταν και τους περίμεναν. Πέρασαν τη θάλασσα από την Τουρκία στη Λέσβο, ταξίδεψαν στην Ειδομένη, κι όταν τα σύνορα έκλεισαν, διαπίστωσαν ότι συχνά δεν αναγνωρίζονταν πια ούτε καν ως πρόσφυγες. Από τον Ιούλιο, που το Ελληνικό έκλεισε, πολλοί βρίσκονται στο κέντρο φιλοξενίας στη Θήβα, όπου η κάθε οικογένεια έχει το δικό της χώρο, αλλά δεν επιτρέπεται η επίσκεψη από τρίτους, ούτε η μετακίνησή τους έξω από το κέντρο είναι εύκολη, κι αυτό τους κοστίζει. Το Ελληνικό ήταν πάντα ανοικτό, οι πρόσφυγες κατέβαιναν στην Ομόνοια, έτρωγαν στην παραλία, έπαιρναν το τραμ και το λεωφορείο, συναντούσαν φίλους και συγγενείς κι οι «αθέατες γυναίκες» ήταν δίπλα τους όποτε χρειαζόταν. Όσοι και όσες πρόκειται να μετεγκατασταθούν ή να ενωθούν με μέλη της οικογένειάς τους που ζουν σε άλλα σημεία της Ευρώπης μένουν σε διαμερίσματα στην Αθήνα και τον Πειραιά. Άλλοι βρίσκονται στο κέντρο φιλοξενίας στο Σκαραμαγκά. Οι «αθέατες γυναίκες» εξακολουθούν να τους στηρίζουν, επισκέπτονται τη Θήβα, οργανώνουν κοινά γεύματα, επισκέψεις σε χώρους πολιτισμού, αποχαιρετούν όσους και όσες φεύγουν να βρουν τις οικογένειές τους στη Γερμανία ή αλλού.

Η εμπιστοσύνη φέρνει την ορατότητα

Τα μικρά παιδιά συνεχίζουν το σχολείο που είχαν αρχίσει στο Ελληνικό, οι νέες Αφγανές κυκλοφορούν οι περισσότερες χωρίς μαντήλα, μόνες ή σε παρέες. Κάποιοι περιμένουν ακόμα να ανοίξουν τα σύνορα, άλλες αποφασίζουν να σταματήσουν για λίγα τουλάχιστον χρόνια το ταξίδι τους εδώ. Στις οικογένειες που μένουν σε διαμερίσματα η αλλαγή είναι θεαματική, η αυτονομία τους δίνει δύναμη και υπάρχει πια ένα δίκτυο αλληλέγγυων, όπως και η πρόσβασή τους σε βασικές υπηρεσίες, που τους επιτρέπει να ζουν με ελπίδα και αξιοπρέπεια.
Ο 21ος αιώνας είναι η εποχή των μεγάλων προσφυγικών μετακινήσεων, είναι, όμως, και εποχή νέας βαρβαρότητας, όταν ο ρατσισμός έχει συχνά εθνικοσοσιαλιστικά χαρακτηριστικά. Όπως είπε πρόσφατα πρόσφυγας από το Αφγανιστάν, «μπροστά μας γράφεται η ιστορία και μάς κοιτά κατάματα». Οι αλληλέγγυες «αόρατες γυναίκες» χτίζουν σχέσεις εμπιστοσύνης με τους πρόσφυγες και τους κάνουν ορατούς.