2 ερωτήσεις σε 4 εκδότες για την περασμένη και τη νέα δεκαετία

Τη δεκαετία του 2010, ένα ελπιδοφόρο φαινόμενο στο χώρο του βιβλίου ήταν η εμφάνιση πολλών μικρών εκδοτικών οίκων στην Αθήνα, αλλά και την περιφέρεια, εις πείσμα της ασθμαίνουσας αγοράς, αλλά και της εμπορευματοποίησης των εκδόσεων. Κοινά χαρακτηριστικά τους, η αισθητική κουλτούρα και το πνεύμα ελευθερίας στον εκδοτικό τους κατάλογο, αναζητώντας αναγνώστες-συμμάχους όχι ως μια κλειστή ελίτ, αλλά στη βάση μιας υποψιασμένης συνθήκης: της αμφίδρομης αγάπης για το βιβλίο. Ο Βασίλης Ζηλάκος, η Χρύσα Μωυσίδου, ο Μιχάλης Παπαντωνόπουλος και ο Κωστής Μαλουσάρης, τέσσερις εκπρόσωποι αυτού του χώρου, μιλούν στην «Εποχή» για τον τρόπο της εκδοτικής τους πλοήγησης στο χρόνο.

Επιμέλεια: Σπύρος Αραβανής

Τα τελευταία είκοσι χρόνια έχουν μεταβληθεί οι ορίζοντες και οι προοπτικές του κόσμου. Ο χώρος του βιβλίου είναι μια γωνιά όπου συνεχίζει να ξεδιπλώνεται ο πιο γόνιμος εαυτός του Έλληνα, αλλά το αναγνωστικό κοινό έχει μειωθεί σημαντικά και δεν υπάρχει πλέον αποδοτική ρευστότητα. Για τους μερακλήδες τα πράγματα είναι δύσκολα. Τα βήματα πρέπει να είναι στενά και προσεκτικά, ιδίως όταν οι επιλογές μαρτυρούν γενναίες αποφάσεις και ευσυνειδησία. Η ποίηση και η πεζογραφία είναι οι κεντρικοί προσανατολισμοί των εκδόσεων Κουκούτσι, αλλά θέλουμε να εντάξουμε σ’ αυτούς και το φιλοσοφικό δοκίμιο. Δεν ακολουθούμε κατ’ ανάγκη τις προτιμήσεις του σύγχρονου κοινού όσο τις ροές των μεγάλων ποταμών, δίχως όμως να κομίζουμε «γλαύκα εις Αθήνας» και με μεγάλη αγάπη για την τυπογραφία και την επιμελημένη γλώσσα. Το επάγγελμα, για να μη χάσει τη νοστιμάδα του, επιζητά υπομονή και αυστηρές επιλογές με λιγότερα «ναι» και περισσότερα «όχι», διότι υπάρχουν πολλές αυταπάτες για το τι σημαίνει λογοτεχνία και έκδοση βιβλίου. Προσπαθούμε όμως να συν-δημιουργούμε το αποτέλεσμα μαζί με τους μεταφραστές και τους συγγραφείς. Το βασικό πρόσωπο του οίκου θέλουμε να είναι η ειλικρίνεια και η τυπικότητα, σε όλους τους τομείς. Τα πιο πολύτιμα συμπεράσματα, από τη δεκαετή και πλέον εκδοτική παρουσία, είναι ότι μια μικρή επιχείρηση σαν το Κουκούτσι δεν πρέπει ποτέ να απλώνει τα πόδια της έξω από την κουβέρτα κι ότι ο «μηχανοδηγός» της πρέπει να αφουγκράζεται και τις δικές του ανθρώπινες ανάγκες, για να ξεκουράζεται και να ανασαίνει έξω από το ασφυκτικό εργασιακό περιβάλλον του ελεύθερου επαγγελματία.

Ο Βασίλης Ζηλάκος γεννήθηκε το 1980 στην Αθήνα. Συνδιευθύνει με την Ειρήνη Βακαλοπούλου τις εκδόσεις Κουκούτσι, με έδρα την Αθήνα.

 

Στην Οκτάνα, θεωρούμε το βιβλίο προϊόν και αγαθό ταυτόχρονα. Στον ελληνικό δημόσιο λόγο έχει επικρατήσει μια οπτική όπου υποτίθεται ότι υπερτονίζεται η «πολιτιστική» διάσταση του βιβλίου, ενώ στην πράξη καταβαραθρώνεται. Ενδεικτικά αναφέρω: τις αιτήσεις προς τους εκδότες για «χορηγίες» εκ μέρους των υπολειτουργούντων δημόσιων βιβλιοθηκών αντί να συμβαίνει το ανάποδο, την αδυναμία της Εθνικής Βιβλιοθήκης να ανταποκριθεί στο θεσμικό της ρόλο, την ανυπαρξία ποσοτικών και ποιοτικών στοιχείων για την εκδοτική παραγωγή και διακίνηση, τη γιγάντωση εκδοτικών επιχειρήσεων που στηρίζονται είτε στην παραπαιδεία είτε σε επιχορηγούμενα ή πλήρως αγοραζόμενα από το κράτος διανεμόμενα συγγράμματα. Αν προσθέσει κανείς την ελλειμματική (ή ακόμη κυνικότερα, διά ανταλλαγμάτων…) άσκηση της βιβλιοκριτικής, την ανυπαρξία πολιτικής για το βιβλίο και τη φιλαναγνωσία, την παράλογη φορολόγηση των σταδίων παραγωγής του βιβλίου που επιτείνει τις στρεβλώσεις της αγοράς, αντιλαμβάνεται ότι τα εκδοτικά εγχειρήματα αντιμετωπίζουν ένα σαφώς εχθρικό περιβάλλον. Παρόλα αυτά, την τελευταία δεκαετία σημειώθηκε μια έκρηξη στην ίδρυση νέων οίκων –και δεν αναφέρομαι στις επιχειρήσεις που εκδίδουν επί πληρωμή και κατά παραγγελία. Πιστεύω ότι αυτό είναι μια υγιής αντίδραση, στο μέτρο που τα βιβλία που αγαπιούνται από το κοινό και διαρκούν στο χρόνο ανθίζουν στα περιβάλλοντα των μικρών, ανεξάρτητων οίκων, όπως έχει δείξει η εμπειρία. Οπότε, πιστεύω ότι η αγορά είναι κορεσμένη όχι από την πληθώρα των εκδοτών, αλλά από κακά βιβλία μαζικής παραγωγής που τελικά αποτυγχάνουν να είναι και μαζικής κατανάλωσης, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Με αυτό το σκεπτικό ιδρύσαμε την Οκτάνα, που δεν μετρά ούτε δύο χρόνια ζωής και έχει εμφανιστεί με μια σειρά σύγχρονης λογοτεχνίας που εστιάζει σε στιγμές του ρεαλισμού. Θα προστεθούν σύντομα μια σειρά δοκιμίου και νουάρ. Αντιμετωπίζουμε τα κείμενα σαν παρτιτούρα και την τυπογραφική τους ολοκλήρωση σαν εκτέλεση, για αυτό η μέριμνά μας δεν είναι η αισθητική σαν φετίχ, αλλά τεχνογνωσία και λειτουργική αρτιότητα για χάρη του αναγνώστη που θα τα κρατήσει στα χέρια του. Το τι καταφέρνουμε θα το κρίνει το βιβλιόφιλο κοινό, το οποίο μέχρι στιγμής μας ενθάρρυνε εξαντλώντας τον πρώτο μας τίτλο, τη Φροσύνη, της οποίας ετοιμάζουμε τη β’ έκδοση.

Η Χρύσα Μωυσίδου γεννήθηκε το 1975 στις Σέρρες. Διευθύνει τις εκδόσεις Οκτάνα, με έδρα τη Θεσσαλονίκη.

 

Ενας επαναπατρισμός, δύο μετακομίσεις, μία διαδρομή στο Μετρό της Αθήνας, ένα βιβλίο του Νίκου Καρούζου και η διάθεση να μη συνταχθούμε με την απαισιόδοξη «κανονικότητα» της κρίσης μάς οδήγησαν, με την Λαμπριάνα Οικονόμου, στη δημιουργία του Κοβαλτίου το 2016. Επιλέξαμε να κινηθούμε σε δύο άξονες. Ο πρώτος είναι η σειρά De Natura Hominis, με τους τίτλους «Περί τρέλας», «Περί χρήματος», «Η φιλοσοφία της ένδυσης και της επίπλωσης» και «Περί έρωτος», όπου ανθολογούνται δοκίμια ή επιστολές εστιάζοντας στα πάθη, τις δομές και επιθυμίες της ανθρώπινης φύσης. Το στοίχημα ήταν να συνθέσουμε βιβλία που δεν υπάρχουν αυτούσια στην παγκόσμια βιβλιογραφία, διεκδικώντας έτσι τη μοναδικότητά τους ως πρόταση στον Έλληνα αναγνώστη. Δεύτερος άξονας η ξένη λογοτεχνία, όπου θελήσαμε να συστήσουμε εκ νέου τον «πατέρα της ιαπωνικής διηγηματογραφίας» Ρυουνόσουκε Ακουτάγκαβα με τον «Βίο και πολιτεία ενός ηλίθιου», να καλύψουμε ένα κενό στο μεταφρασμένο έργο της Τζέιν Ώστιν στα ελληνικά εκδίδοντας το «Σάντιτον», το τελευταίο μυθιστόρημά της, και να επαναφέρουμε με ανανεωμένη μεταφραστική προσέγγιση τα πεζά του Γκέοργκ Τρακλ («Βαραββάς»), δύο νουβέλες από την «Ανθρώπινη Κωμωδία» του Μπαλζάκ («Ένα επεισόδιο από την Εποχή της Τρομοκρατίας» και «Το κόκκινο Πανδοχείο», και τα διηγήματα του Δανιήλ Χαρμς («Βρέχει γριές και άλλες ιστορίες»), από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ρωσικής πρωτοπορίας. Το εγχείρημα του Κοβαλτίου παραμένει πρωτίστως μια κίνηση αυτοδιάθεσης ως προς την αισθητική μας για τη λογοτεχνία και προτάσεων προς το αναγνωστικό κοινό, η οποία συνδιαμορφώνεται με ένα στενό –μέχρι τώρα– πυρήνα συνεργατών: συγγραφείς και μεταφραστές, όπως οι Γιώργος Μπλάνας, Νίκος Σκοπλάκης και Αγγελική Κορρέ, καθώς και τον Θάνο Γκιώνη, υπεύθυνο για τον καλλιτεχνικό σχεδιασμό των εξωφύλλων.

Ο Μιχάλης Παπαντωνόπουλος γεννήθηκε το 1980 στην Αθήνα. Συνδιευθύνει με την Λαμπριάνα Οικονόμου τις εκδόσεις Κοβάλτιο, με έδρα την Αθήνα.

 

Είμαστε ένας μικρός εκδοτικός οίκος της περιφέρειας με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ο δικός μας απολογισμός για τα επτά χρόνια που συμπληρώνουμε είναι: περίπου 100 τίτλοι βιβλίων, 30 περίπου νέοι Έλληνες συγγραφείς που είδαν το πρώτο τους βιβλίο να κυκλοφορεί από τις Παράξενες Μέρες, το Φεστιβάλ της Άμμου, το Συλλογικό Εργαστήρι Συγγραφής, πολλοί διαγωνισμοί για κάθε είδος γραφής και (σε συνεργασία με το eyelands.gr) διεθνή λογοτεχνικά βραβεία. Ο απολογισμός είναι ένα μικρό αλλά σταθερό κοινό που μας ακολουθεί και στηρίζει τις προσπάθειές μας, τεράστια αδιαφορία από τα μεγάλα βιβλιοπωλεία και τις «έγκυρες» σελίδες για το βιβλίο και μια επιδότηση για το φεστιβάλ της Άμμου που πρώτα εγκρίθηκε από το υπουργείο Πολιτισμού και μετά …κόπηκε με την αιτιολογία ότι είμαστε Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση. Εκδίδω, το 2020, (και δεν εκμεταλλεύομαι την ανάγκη κάποιων ανθρώπων να δουν τη δουλειά τους να τυπώνεται) σημαίνει ότι πρέπει να αγαπώ πολύ αυτό που κάνω και να είμαι έτοιμος κάθε φορά να διεκδικήσω τη θέση μου σε έναν αγώνα που γίνεται με άνισους όρους.


Ο Κωστής Μαλουσάρης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1972 και είναι πρόεδρος της Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης, εκδόσεις Παράξενες Μέρες, με έδρα το Ρέθυμνο της Κρήτης.