67ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ: Η Ευρώπη στο επίκεντρο

Από την προηγούμενη Πέμπτη και για ένα δεκαήμερο, το επίκεντρο του παγκόσμιου κινηματογράφου βρίσκεται δικαιωματικά στο πρώτο μεγάλο κινηματογραφικό ραντεβού της χρονιάς, στο παραδοσιακά παγωμένο Βερολίνο και στην Μπερλινάλε του, μια από τις τρεις κορυφαίες κινηματογραφικές διοργανώσεις στον κόσμο, μαζί με τις Κάνες και τη Βενετία. Το Φεστιβάλ, που μπορεί να περηφανεύεται για την αγάπη του κόσμου, συγκεντρώνοντας πέρυσι πάνω από 350.000 εισιτήρια, φιλοξενεί και φέτος ένα πολυσυλλεκτικό και πάντα πολιτικά φορτισμένο πρόγραμμα με περισσότερες από 200 ταινίες μοιρασμένες στα επιμέρους τμήματα (Διαγωνιστικό, Φόρουμ, Πανόραμα, Generation) και σε σινεμά σκορπισμένα σε ολόκληρη την πόλη, καθώς η Μπερλινάλε εδώ και χρόνια έχει καταφέρει να ξεφύγει από την αποκλειστικότητα της Ποτσντάμερ Πλατς, που αποτελεί τη βάση της, και να απλωθεί και στις υπόλοιπες γειτονιές του Βερολίνου.

 

Αν η περυσινή διοργάνωση είχε στο κέντρο της το προσφυγικό, που εξακολουθεί βέβαια να καίει τη Γερμανία ενόψει και των επερχόμενων εκλογών, φέτος σύμφωνα με τους διοργανωτές το θέμα δεν είναι άλλο από την ίδια την Ευρώπη, την ταυτότητά της, τα προβλήματα και το αμφίβολο μέλλον της μέσα στις σημερινές παγκόσμιες προκλήσεις. Καθόλου τυχαία μάλιστα ένα από τα φετινά ντοκιμαντέρ που προβάλλονται στο Πανόραμα έχει για θέμα της την ελληνική κρίση μέσα από τα μάτια ενός Καναδού δημιουργού, του Σιλβέν Λ’ Εσπεράνς. Ο λόγος για το εξαιρετικό «Combat au bout de la nuit» που γυρίστηκε στην Ελλάδα σε διάρκεια δύο χρόνων και είχαμε την τύχη να το δούμε τον περασμένο Σεπτέμβριο. Ένα μοναδικό χρονικό διάρκειας σχεδόν 5 ωρών στην Αθήνα των χρόνων των μνημονίων μέσα από μια σειρά χαρακτήρων, Ελλήνων και προσφύγων, που ξεδιπλώνουν το δράμα, αλλά και την αντίσταση μιας ολόκληρης χώρας.
Το διαγωνιστικό τμήμα, ακολουθώντας την παραπάνω θεματική, παρουσιάζει όντως ένα σχεδόν επικεντρωμένο στο ευρωπαϊκό σινεμά πρόγραμμα από το οποίο λείπουν μάλλον οι εκπλήξεις, καθώς οι πρωτοεμφανιζόμενοι σκηνοθέτες είναι μόλις δύο, ενώ κυριαρχούν τα καθιερωμένα ονόματα. Η επίσημη έναρξη του Φεστιβάλ ανήκει στον πρωτοεμφανιζόμενο Ετιέν Κομάρ, γνωστό σεναριογράφο («Ενώπιον θεών και ανθρώπων») και παραγωγό («Τιμπουκτού»), ο οποίος περνά πίσω από την κάμερα με το εντυπωσιακό «Django», αφιερωμένο στον ανεπανάληπτο κιθαρίστα Τζάνγκο Ράινχαρντ, αφηγούμενος ένα άγνωστο επεισόδιο από τη ζωή του και συγκεκριμένα την επεισοδιακή φυγή του από το κατεχόμενο από τους Ναζί, Παρίσι προκειμένου να γλυτώσει τη σύλληψή λόγω της τσιγγάνικης καταγωγής του. Ο Κομάρ καταγράφει τον Τζάνγκο Ράινχαρντ στο απόγειο της καριέρας του μέσα σε μια Ευρώπη που διανύει τη σκοτεινότερη περίοδο της Ιστορίας της, καταφέρνοντας να συνδυάσει την προσωπική ιστορία ενός μεγάλου καλλιτέχνη και της αξέχαστης μουσικής του με τον ευρύτερο ιστορικό καμβά κάνοντας ένα διαχρονικά επίκαιρο πολιτικό σχόλιο για τη γηραιά ήπειρο που βρίσκεται ίσως στα πρόθυρα μιας αντίστοιχης περιπέτειας.
Ο σπουδαίος Άκι Καουρισμάκι είναι σίγουρα από τα μεγάλα φαβορί για βραβείο, με το «The other side of hope» δεύτερο μέρος, μετά το εξαιρετικό «Το λιμάνι της Χάβρης», μιας χαλαρής, άτυπης τριλογίας για τη σύγχρονη Ευρώπη που διαδραματίζεται σε ευρωπαϊκά λιμάνια. Αυτή τη φορά το λιμάνι είναι το Ελσίνκι και ήρωας της ταινίας ένα Σύριος πρόσφυγας που αναζητά άσυλο στη Φιλανδία. Σημειώστε ότι η ταινία του Καουρισμάκι είναι η μοναδική ταινία του διαγωνιστικού που θα προβληθεί από φιλμ 35mm σε μια εποχή που τα πάντα προβάλλονται ψηφιακά. Σε ανάλογες διαδρομές, η Τερέζα Βιλαβέρντε στο «Colo» μάς ξεναγεί στην Πορτογαλία της κρίσης μέσα από την ιστορία μιας οικογένειας που βλέπει τη συνοχή της να δοκιμάζεται, ενώ ο Γάλλος Αλέν Γκομίς στο «Felicite» σκιαγραφεί το πορτρέτο μιας γυναίκας που παλεύει ενάντια στις αντιξοότητες στην Κινσάσα του Κονγκό. Από τους σοβαρούς διεκδικητές των βραβείων και ο Ρουμάνος Καλίν Πέτερ Νέτζερ, που έχει κερδίσει πριν από μερικά χρόνια τη Χρυσή Άρκτο με την «Οικογενειακή υπόθεση», παρουσιάζει στο «Ana, mon amour» την ερωτική ιστορία ενός ζευγαριού που βλέπει τη ζωή του να αλλάζει μετά την εγκυμοσύνη επιδεινώνοντας την ψυχική διαταραχή της κεντρικής ηρωίδας Άνα.
Τρεις σπουδαίες κυρίες του σινεμά επιστρέφουν στο Βερολίνο: Η Ίλντιγκο Ενιέντι από την Ουγγαρία με το ποιητικό «On body and soul» με ήρωες έναν άντρα και μια γυναίκα που δουλεύουν στο ίδιο εργοστάσιο και συναντιούνται κάθε βράδυ στο κοινό όνειρο που βλέπουν. Η Ανιέσκα Χόλαντ με το «Pokot», και η Σάλι Πότερ («Ορλάντο») από τη Μεγάλη Βρετανία, που συγκεντρώνει ένα εξαιρετικό διεθνές καστ στο «The party», όπου ένα δείπνο γίνεται η αφορμή προσωπικών και πολιτικών αποκαλύψεων. Η Γερμανία εκπροσωπείται με το ντοκιμαντέρ «Beuys» για τον μεγάλο Γιόζεφ Μπόις, τη νέα ταινία του Τόμας Αρσλάν «Bright nights», γύρω από τη προσπάθεια ενός πατέρα να προσεγγίσει τον αποξενωμένο γιο του και την επιστροφή του Φόλγκερ Σλέντορφ με το «Return to Montauk», ενώ η γειτονική Αυστρία μπορεί να κάνει την έκπληξη με το ντεμπούτο του Γιόζεφ Χάντερ «Wild maus», μια μαύρη κωμωδία με θέμα την ανεργία.
Περνώντας στη Λατινική Αμερική, ο Σεμπαστιάν Λειλό από τη Χιλή, δημιουργός της υπέροχης Γκλόρια, επιστρέφει στο Βερολίνο με ακόμη μια γυναικεία ταινία το «Una mujer fantastica», ενώ από τη γειτονική Βραζιλία ο Μαρσέλο Γκόμεζ στοχάζεται πάνω στην επανάσταση με την ταινία εποχής «Joaquim». Η Αμερική έχει μια μόνο συμμετοχή στο φετινό διαγωνιστικό με το «The dinner» που όμως θα φέρει στη γερμανική πρωτεύουσα τους απαραίτητους σταρ Ρίτσαρντ Γκιρ, Λόρα Λίνεϊ και Κλοέ Σεβινί μεταξύ άλλων, ενώ η Ασία εκπροσωπείται φέτος με τρεις ταινίες, το «On the beach at night» «Alone» του πολυγραφότατου Χο Σανγκ-Σου από τη Νότια Κορέα, την κωμωδία «Mr Long» του Ιάπωνα Σαμπού και το σκοτεινό animation «Have a Nice Day» από την Κίνα, μια από τις τελευταίες προσθήκες του προγράμματος.
Η Ελλάδα, τέλος, έχει στο πρόγραμμα του Φεστιβάλ μία και μοναδική συμμετοχή, την μικρού μήκους «Hiwa» της Ζακλίν Λέντζου (που μας είχε δώσει την εξαιρετική «Αλεπού»), η οποία διεκδικεί το βραβείο στο επίσημο διαγωνιστικό πρόγραμμα. Αναμφισβήτητα μια μεγάλη στιγμή για τη νεαρή δημιουργό.

Λευτέρης Αδαμίδης