68ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ: Χαμηλό βαρομετρικό

Ανταπόκριση: Λευτέρης Αδαμίδης

Μπορεί ο καιρός να μας έκανε το χατίρι φέτος στο Βερολίνο, με θερμοκρασίες που θύμιζαν ελληνικό παρά γερμανικό χειμώνα, ωστόσο η αληθινή βαρυχειμωνιά φέτος ήρθε με ένα διαγωνιστικό πρόγραμμα που μέχρι τη στιγμή που γράφονται οι γραμμές αυτές συνιστά μια από τις χειρότερες χρονιές του Φεστιβάλ τα τελευταία χρόνια.

Το εξαιρετικό ξεκίνημα με το απολαυστικό και ανέλπιστα πολιτικά εύστοχο «Isle of dogs» του Γουές Άντερσον, ένα αλληγορικό animation φόρο τιμής στο σινεμά του Χαγιάο Μιγιαζάκι και του Ακίρα Κουροσάβα, έφερε χαμόγελα και ελπίδες για μια εξίσου δυνατή συνέχεια που δυστυχώς διαψεύστηκε με το χειρότερο τρόπο με κάποιες από τις ταινίες να αγγίζουν το όριο του απαράδεκτου, όπως η γερμανική «My brother is Robert and he is an idiot» του Φίλιπ Γκρόνινγκ με θέμα την αιμομικτική σχέση δύο αδερφών που εξελίσσεται σε ένα τρίωρο ρεσιτάλ αμπελοφιλοσοφίας και ανίας ή η αποτυχημένη σάτιρα «Pig» του Μάνι Χαγκίγκι από το Ιράν και η εντελώς επιφανειακή «Eva» του Μπενουά Ζακό που δεν διασώζεται ούτε από την πάντα καλή Ιζαμπέλ Ιπέρ. Στις μεγάλες απογοητεύσεις συγκαταλέγεται και το «Real estate» του Σουηδού Μανς Μάνσον, μια αποτυχημένη κριτική του σουηδικού… καπιταλισμού που συνιστά απλά κακό σινεμά. Με τέτοιες επιλογές είναι απορίας άξιο πώς ταινίες όπως ο «Ευτυχισμένος πρίγκιπας» του Ρούπερτ Έβερετ, μια παθιασμένη, ωμή ματιά στην τελευταία περίοδο της ζωής του Όσκαρ Ουάιλντ προβλήθηκαν εκτός συναγωνισμού.

Οι ταινίες που μετριάζουν την αρνητική εικόνα

Ευτυχώς κάποιες ταινίες κατάφεραν να σταθούν στο επίπεδο του διαγωνιστικού που μας είχε συνηθίσει το Βερολίνο και να μετριάσουν κάπως την αρνητική εικόνα. Όπως για παράδειγμα ο οπτικά συναρπαστικός ο «Dovlatov» του Αλεξέι Γκέρμαν του νεότερου, με ήρωα τον ομώνυμο παραγνωρισμένο στη Δύση, ποιητή και συγγραφέα, μια επιτυχημένη αναπαράσταση της ανήσυχης δεκαετίας του ’70 στη Σοβιετική Ένωση, μια εποχή που οι λέξεις και οι ιδέες είχαν μια άλλη βαρύτητα, όμως δυστυχώς το συνολικό εγχείρημα δεν απογειώνεται τελικά σε μια αξιομνημόνευτη δημιουργία. Στις λίγες καλές στιγμές του Φεστιβάλ συμπεριλαμβάνεται και η μία από τις δύο λατινοαμερικάνικες συμμετοχές το ντεμπούτο του Μαρτσέλο Μαρτινέσι «Οι κληρονόμοι» από την Παραγουάη. Ο Μαρτινέσι αφηγείται την ιστορία ενός μεσήλικου ζευγαριού γυναικών που βλέπουν την καλοβαλμένη ζωή τους να καταρρέει μέσα στην οικονομική κρίση οδηγώντας τη μία στη φυλακή λόγω χρεών και την άλλη στην αναζήτηση δουλειάς ως οδηγός ταξί. Μια σπάνια ματιά στη γυναικεία ψυχοσύνθεση της δύσκολης ηλικίας του απολογισμού μιας ζωής, με εξαιρετικές ερμηνείες από τις δύο πρωταγωνίστριες και σίγουρα μια σοβαρή πρόταση για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη. Στις ερμηνείες των πρωταγωνιστριών της, της Βαλέρια Γκολίνο και κυρίως της Αλίς Ροσβάσερ στηρίζεται και η άνιση νέα ταινία της Λάουρα Μπισπούρι «Figlia mia», μια σίγουρα συγκινητική και τολμηρή σπουδή πάνω στη μητρότητα που δυστυχώς όμως καταφέρνει να κορυφωθεί μόνο στα τελευταία λεπτά της.

Μια ταινία που δίχασε τους κριτικούς

Όπως είχαμε προβλέψει και στην πρώτη μας ανταπόκριση η νορβηγική συμμετοχή «U- July 22» του Έρικ Πόπε, μια προσπάθεια αναπαράστασης της κατά συρροή δολοφονίας 69 ατόμων από τον ακροδεξιό Άντερς Μπρέιβικ το καλοκαίρι του 2011 -μια υπόθεση που είχε συγκλονίσει τον πλανήτη- δίχασε τους κριτικούς, καθόλου άδικα, πιθανά όμως θα φύγει από το Βερολίνο με κάποιο από τα μεγάλα βραβεία. Ο Πόπε επιχειρεί να καταγράψει σε σχεδόν πραγματικό χρόνο το χρονικό της σφαγής από την πλευρά των θυμάτων και ειδικά μιας νεαρής κοπέλας, φέρνοντας το θεατή αντιμέτωπο με μια σχεδόν βιωματική εμπειρία, που ωστόσο αναρωτιέται κανείς για την πραγματική αναγκαιότητα και χρησιμότητά της. Στον απόηχο μιας ακόμη αιματηρής ένοπλης επίθεσης σε αμερικανικό σχολείο μόλις λίγες μέρες πριν, οι αμερικανοί κριτικοί επιτέθηκαν, καθόλου τυχαία, σφοδρά στην ταινία. Σίγουρα ο Νορβηγός δημιουργός έχει τις καλύτερες προθέσεις, το σινεμά όμως στις καλύτερες στιγμές του δεν αναπαριστά σχεδόν σαν ένα reality show, αλλά αναδημιουργεί και εξηγεί την πραγματικότητα, που έτσι και αλλιώς πάντα υπάρχει ερήμην του. Ειδικά μάλιστα όταν πρόκειται για ένα τόσο αποτρόπαιο γεγονός.

Πολιτικό σχόλιο για τη σημερινή Ευρώπη

Κρατήσαμε για το τέλος την πιο ξεχωριστή ταινία του Φεστιβάλ, το «Transit» του σπουδαίου Κρίστιαν Πέτζολντ, που μπορεί να μην είναι αριστούργημα συνιστά όμως μια αληθινή και ιδιαίτερα τολμηρή κινηματογραφική πρόταση, μια ταινία φτιαγμένη για να την συζητήσεις και να την κρατήσεις πολύ καιρό μετά την προβολή στο μυαλό σου. Ο Πέτζολντ τολμά με φοβερή ευρηματικότητα να φτιάξει μια ταινία «εποχής» (η ιστορία διαδραματίζεται στην κατεχόμενη από τους Γερμανούς Μασσαλία στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο) τοποθετημένη όπως στο σημερινό σύγχρονο σκηνικό, χωρίς κοστούμια και ιστορικές αναπαραστάσεις, όπου οι γερμανοί στρατιώτες έχουν αντικατασταθεί από σύγχρονα ΜΑΤ και η πρεσβεία των ΗΠΑ φυλάσσεται από στρατιώτες με στολή παραλλαγής από τον πόλεμο του Ιράκ. Ένας Γερμανός αντικαθεστωτικός προσπαθεί να διαφύγει από τις αρχές, σαν ένας άλλος πρόσφυγας, υιοθετώντας την ταυτότητα ενός συγγραφέα που αυτοκτονεί, κληρονομεί όμως μαζί το παρελθόν του και το μοιραίο έρωτά του για μια μυστηριώδη γυναίκα. Το βουτηγμένο σε μια νουάρ φαταλιστική ατμόσφαιρα «Transit» ενώνει μέσα από μια βαθιά ρομαντική ιστορία το ιστορικό παρελθόν με το σήμερα σε ένα εκπληκτικό πολιτικό σχόλιο για τη σημερινή Ευρώπη που μοιάζει να ξαναζεί τον εφιάλτη του φασισμού. Κατά τη γνώμη μας, το μεγάλο φαβορί για τη Χρυσή Άρκτο και μια από τις λίγες φετινές συμμετοχές που θα μείνει στη μνήμη τα επόμενα χρόνια.