Λουίς Σεπούλβεδα: «Από την εξορία δεν γυρίζεις»

Τα βιβλία του πάντα εδώ, άνθη του δέντρου της επανάστασης

«Είναι τρομακτικό να ζεις μονάχα με συγγραφείς. Το χαρακτηριστικό του λογοτεχνικού κόσμου είναι η υπέρμετρη ματαιοδοξία. Εγώ ήθελα πάντα να κινούμαι στο περιθώριο. Πάντα να συγχρωτίζομαι με πολλούς ανθρώπους διαφορετικούς μεταξύ τους. Γι’ αυτό και το 1997, όταν αποφασίσαμε με την Κάρμεν να ξαναζήσουμε μαζί μετά από 20 χρόνια, διαλέξαμε τη Χιχόν, μια πόλη ιστορική, με αριστερή παράδοση και 280.000 κατοίκους. Δεν είχα καμία επιθυμία να εγκατασταθώ στη Βαρκελώνη μαζί με τα μεγάλα ονόματα. Άλλωστε και το περιθώριο έβγαλε μεγάλους συγγραφείς, τον Χερνάν Ριβέρα Λετελιέρ, τον Πέδρο Λεμεμπέλ κ.ά.»
Ο Λουίς Σεπούλβεδα ήταν πολύ σοβαρός όταν τα έλεγε αυτά, εκτός κάμερας, εκείνον τον Μάρτιο του 2011 που τον συναντήσαμε με τον Ανταίο Χρυσοστομίδη και τον Κώστα Αθανασίου, και περάσαμε τρεις μέρες μαζί του, σε διπλανά σπίτια, για την εκπομπή «Οι Κεραίες της Εποχής μας» στην ΕΤ1 (το επεισόδιο σκηνοθέτησε ο Σταύρος Μελέας με τον Δημήτρη Κορδελά διευθυντή φωτογραφίας).

Της Μικέλας Χαρτουλάρη

Επιβλητικός, ευθυτενής, με βλέμμα στοχαστικό, μαλλιά πυκνά κατάμαυρα, μια αλυσίδα με ένα δελφίνι στο λαιμό, και χέρια πιανίστα με λεπτά μακριά δάχτυλα, ο Σεπούλβεδα μας ξενάγησε στους «θησαυρούς» του σπιτιού του, μιας μονοκατοικίας με μικρό κήπο. Εδώ, οι φωτογραφίες με την Ισαμπέλ Αγιέντε («πρωτοδημοσίευσα γραπτό μου στο περιοδικό της, μεγαλώσαμε στην ίδια προλεταριακή γειτονιά»). Εκεί, η συλλογή από κούπες μάτε και, πιο πέρα τα βιβλιαράκια τσέπης στη σειρά του προγράμματος Πολιτισμού του Σαλβαδόρ Αγιέντε το 1970-73. «Κάθε Δευτέρα, κυκλοφορούσαμε από έναν κρατικό εκδοτικό οίκο σημαντικά λογοτεχνικά κείμενα στην τιμή ενός πακέτου τσιγάρων, και 300.000 αντίτυπα «έφευγαν» τις πρώτες μέρες». Όταν όμως μας έδειξε γελώντας τη «γωνιά του εγωκεντρισμού» (sic) με τα βραβεία, τις διακρίσεις του και το γαλλικό παράσημο του Ιππότη των Γραμμάτων, κοντοστάθηκε: «Εγώ είμαι της λογοτεχνίας που δεν έχει φιοριτούρες. Θέλω να αναδεικνύονται οι χαρακτήρες. Δεν θέλω να ξεπροβάλλει ο συγγραφέας. Γράφω πολλά, κόβω πολλά «σβήνοντας» την παρουσία μου, κι έπειτα μετατρέπω την αφήγηση σε λογοτεχνία, λιμάρω τις λέξεις και διαβάζω φωναχτά ό,τι έχω γράψει για να δω πού κλωτσάει ο λόγος. Τα βιβλία μου –το έχω πει– οργανώνονται πάντα μόνα τους. Η τάξη τους είναι άναρχη, γιατί δε θέλουν νά ’ναι η μνήμη του συγγραφέα. Θέλουν να ’ναι η συλλογική μνήμη. Και γράφονται σαν τον αμόλυντο αέρα που οι άξιοι άνθρωποι υπερασπίζονται με όλη τους τη θέρμη.»
Δεν έκανε επίδειξη των περιπετειών του, ούτε είχε επαναπαυθεί στις δάφνες του, ο Σεπούλβεδα. Είχε ζήσει μια μυθιστορηματική ζωή – αντιστασιακός, πολιτικός ακτιβιστής, δημοσιογράφος, σκηνοθέτης θεάτρου, κινηματογραφιστής– ήταν ασύγκριτος παραμυθάς, όμως δεν έγραψε για τα βασανιστήρια που πέρασε «γιατί υπάρχει μια ηθική του συγγραφέα». Κράτησε ένα αντι-ηρωικό προφίλ ως το θάνατό του στις 16 Απρίλη από κορονοϊό, και με τη στάση του, με τη δράση του στο πλευρό των αδικημένων και με τα ψυχωμένα γραπτά του συνέχισε να συνδιαμορφώνει την ιστορία της Αριστεράς του καιρού του.
Κατέγραψε τις φρικαλεότητες της 17χρονης δικτατορίας και τη ζωή στη Χιλή που γέμισε «μαύρες τρύπες παντού: κάποιος κατέβαινε στο σταθμό του μετρό και δεν ξανάβγαινε ποτέ (…) κι όλα αυτά που ήταν φορτωμένα μέλλον, αμέσως δηλητηριάστηκαν με παρελθόν» (βλ. Η σκιά του εαυτού μας). Εξέθεσε τον δικτάτορα Πινοτσέτ που το έπαιζε τρελός για να γλιτώσει κάθε τιμωρία, αλλά εξέθεσε κι όσους μαστόρευαν την αναθεώρηση της Ιστορίας. Ανέδειξε το πολυπολιτισμικό και πολυγλωσσικό περιβάλλον της Λατινικής Αμερικής αλλά και τα όρια των εφαρμογών του κλασικού μαρξισμού-λενινισμού στις ιθαγενικές κοινότητες. Ξεμπρόστιασε την κίβδηλη ομαλότητα που εδραιώθηκε στη Χιλή έπειτα από το 1990, αντιστρατεύθηκε το αναπτυξιακό μοντέλο της ιδιωτικοποίησης των εκτάσεων του Νότου και της αποψίλωσης της Αμαζονίας, υπερασπίστηκε τα φτωχά κοινωνικά στρώματα, τους «πεόν» (μεροκαματιάρηδες) και τους ιθαγενείς που κατέληξαν παρίες του εκσυγχρονισμού. Πάνω απ’ όλα, χωρίς ποτέ να γίνει γραφικός, χωρίς ποτέ να ξεφτίσουν τα λόγια του, χωρίς ποτέ να θολώσει το κριτικό του βλέμμα, ανέδειξε, όπως κανένας άλλος συγγραφέας, τους ανώνυμους άγιους της γενιάς του, της γενιάς των λατινοαμερικανικών επαναστάσεων του 20ού αιώνα.
Όπως έγραψε το 2001, του έλειπαν πια πολύ οι φίλοι του «…γιατί τόλμησαν να προτείνουν μια ζωή καλύτερη από την αγελαία, γιατί είπαν πως ψωμί θα υπάρχει ή για όλους ή για κανέναν, γιατί άναψαν ένα φως μέσα στο σκοτάδι και πέρασαν στη δράση ξέροντας πόσο πολλά είχαν να χάσουν.» (βλ. Η τρέλα του Πινοτσέτ). Τα βιβλία του πάλλονται από τις φωνές τους, το αριστερό φρόνημα, τη μελαγχολία, το σαρκασμό, το χιούμορ τους.
Ήθελε άραγε να επιστρέψει στη Χιλή, όπου μάλιστα κρατούσε ένα σπίτι στο Βαλπαραΐσο, δίπλα στη θάλασσα; Όχι για να εγκατασταθεί. «Διότι έχουμε μια μεγάλη συναισθηματική αναφορά στην Ευρώπη και διότι οι οικογένειές μας ζουν εδώ. Να τις εγκαταλείψουμε για μια «πατρίδα»;»

Luis Sepulveda en Patagonie.
Photo: Daniel Mordzinski

Εκείνος, «κέρδισε» τον τίτλο του «εξόριστου» στα 28 του, από το 1977 όταν με παρέμβαση της Διεθνούς Αμνηστίας, η 28ετής ποινή του μετατράπηκε σε εξορία για 8 χρόνια. Έτσι «ξεσκαρτάριζε» η δικτατορία Πινοτσέτ τους ενοχλητικούς εχθρούς της και γι’ αυτό «εξαφάνισε» τους μισούς (περίπου 13.000 ) από όσους/ες (30.000) «εξαφάνισε» η δικτατορία Βιδέλα στην Αργεντινή. Έτσι σώθηκαν αργότερα, η γυναίκα του, η βραβευμένη ποιήτρια Κάρμεν Γιάνιες, που πέρασε φρικτά βασανιστήρια στο κολαστήριο της Βίλα Γκριμάλντι (αλλά δεν αφηγήθηκε τις εμπειρίες της), και ο μουσικός, σήμερα, γιός τους Κάρλος-Λένιν.
Ο Σεπούλβεδα εγκαταστάθηκε στην Ευρώπη στα τέλη του 1980 αφού έζησε 7 μήνες με τους ιθαγενείς Σουάρ στο Εκουαδόρ, χάρη σε ένα ερευνητικό πρόγραμμα της Ουνέσκο, αφού πολέμησε με τους Σαντινίστας στη Νικαράγουα και εργάστηκε εκεί ως δημοσιογράφος όταν επικράτησε η επανάσταση, αφού εγχειρίστηκε στην Κούβα («για να βγάλω τις σφαίρες από το κορμί μου»)… Άρχισε να ασχολείται συστηματικά με τη λογοτεχνία το 1986 και πρωτο-επέστρεψε στη Χιλή το 1989. «Η εξορία μάς στιγμάτισε σαν μολυσμένους» έγραψε το 2002 στο Hot Line και ξανά το 2009 στη Σκιά του εαυτού μας: «Από την εξορία δεν γυρίζεις».
Το σκληρό αντίτιμο της εποχής μας, έλεγε, είναι ό,τι χάθηκε οριστικά. Και σ’ αυτό μετρούσε τη γενιά του, το όραμά της και τις προτάσεις της. Ήταν οι «βάρβαροι», έλεγε τρυφερά, παραπέμποντας στο καβαφικό ποίημα που τόσο αγαπούσε. Και το 2011 στα Τελευταία νέα από το Νότο, σάρκαζε:
«Τα όνειρά τους ήταν τρομερά, και γι’ αυτό τους εξόντωσαν ή τους σκόρπισαν στα πέρατα του κόσμου (…) αλλά ακόμα κι έτσι τα όνειρά τους εξακολούθησαν να σπέρνουν αϋπνίες στους νομείς της εξουσίας που τους στοίχειωσε ο φόβος της επιστροφής των «βαρβάρων», κι έδωσαν αφ’ υψηλού τη διαταγή να τους κλείσουν το στόμα, και γράφτηκαν βιβλία από δύο και τρεις με ενός κοκκόρου γνώση για την «ηλιθιότητα των βαρβάρων», που η αντίδρασή τους ήταν να φυτέψουν δάση, να επινοήσουν εναλλακτικές λύσεις ενάντια στον απανθρωπισμό του κυρίαρχου συστήματος και να οργανώσουν τη ζωή τους. Γιατί η ζωή είναι κάτι παραπάνω από ένα ουσιαστικό.»

***

Εμβληματικές σελίδες

Στα βιβλία του ο Σεπούλβεδα συνομιλούσε με τα γεγονότα όσο και με το πνεύμα της εποχής του, δίνοντας σάρκα και ψυχή σε ένα μωσαϊκό αντιπροσωπευτικών χαρακτήρων. Το σύνολο σχεδόν των τίτλων του, κυκλοφορούν στα ελληνικά χάρη στις εκδόσεις Opera του Γιώργου Μυρεσιώτη, και στον συγγραφέα και μεταφραστή Αχιλλέα Κυριακίδη, μόνο το ωραίο οικολογικό «Ο κόσμος στο τέλος του κόσμου» (1994) μεταφράστηκε από την Ελένη Χαρατσή. Παρουσιάζουμε τα πιο εμβληματικά έργα του, με την ημερομηνία της πρώτης έκδοσής τους.

Το βιβλίο που κέρδισε τις ελληνικές καρδιές: «Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης» (1988). Ένα σχεδόν ακτιβιστικό πολιτικο-οικολογικό βιβλίο που αποτυπώνει με αφηγηματική δύναμη και χωρίς γραφικότητες την αντίθεση ανάμεσα στη φύση, τη ζούγκλα και τους ιθαγενείς από τη μια, και τους λευκούς-γκρίνγκο-εποίκους από την άλλη. Είναι αφιερωμένο στον Τσίκο Μέντες, Βραζιλιάνο αγωνιστή που δολοφονήθηκε το 1988 από μπράβους «επιχειρηματιών» γαιοκτημόνων της Αμαζονίας.

Το κορυφαίο μυθιστόρημα: «Η σκιά του εαυτού μας» (2009). Το μυθιστόρημα της γενιάς του, των ηττημένων επαναστατών και του επαναστατικού πνεύματος που δεν σβήνει αλλά εκφράζεται με διαφορετικούς τρόπους. Το συνέλαβε όταν βρέθηκε σε μια γιορτή με παλιούς συντρόφους και μεταξύ τους ήταν ένα ηγετικό στέλεχος της ομάδας «Μανουέλ Ροδρίγκες», ο άνθρωπος που ο Πινοτσέτ ήθελε νεκρό με κάθε τρόπο. Είχαν γλιτώσει και μιλούσαν για την εξορία. Στις σελίδες του καθρεφτίζει τη σύγχρονη ιστορία της Χιλής, τις αντιφάσεις της εποχής Αγιέντε (με αρκετή ειρωνεία για το χάος και την πολυδιασπασμένη Αριστερά), το σύγχρονο άγριο Σαντιάγο, τα αντάρτικα της Λατινικής Αμερικής. Ο κεντρικός χαρακτήρας-ψυχή του βιβλίου υπογραμμίζει: «Αγωνίζομαι για να μην ξεχάσω ότι είμαι ελεύθερος»

Οι αυτοβιογραφικές σημειώσεις του: «Patagonia Express» (1989). Ο τίτλος είναι φόρος τιμής σε ένα ατμοκίνητο τρένο που δεν υπάρχει πια και σε μια περιοχή ιδιαίτερα φορτισμένη για τους Χιλιανούς αριστερούς. Κεντρική μορφή ο Ισπανός παππούς του συγγραφέα, παλαίμαχος αναρχικός, που έκανε τον εγγονό συνεργό στις κατεργαριές του (κατουρούσε στις πόρτες των εκκλησιών) και του έμαθε ότι «η λογοτεχνία είναι μια αργή διαδικασία». Εδώ ζωντανεύει τη συνάντησή του στη Βαρκελώνη με τον Μπρους Τσάτουιν, αλλά και τα δυόμιση χρόνια που πέρασε στη φυλακή του Τεμούκο, τις περιπλανήσεις του στην Παταγονία, στη Βολιβία, στην Αργεντινή, στο Εκουαδόρ, στην Αμαζονία, και τον θαυμασμό του για τον Τσε: τον «πιο οικουμενικό άνθρωπο που γέννησε ποτέ η Λατινική Αμερική».

Οι πιο χαρακτηριστικές συλλογές διηγημάτων: Η κορυφαία, Αν δεν έχεις πού να κλάψεις (1997). Ο Μουγκός Ουζμπέκος (2015), η πιο χιουμοριστική και λυτρωτική ελεγεία για την επανάσταση και η ατμόσφαιρα της ρομαντικής νεολαίας του ’60. Τα Χρονικά του περιθωρίου (2000), γύρος του κόσμου που αποτυπώνει την ανήσυχη φύση του συγγραφέα, το εύρος των εμπειριών του και τα πεδία που τον απασχόλησαν: οι μετανάστες από την Ευρώπη και στην Ευρώπη, το εθνικιστικό μίσος στη Γιουγκοσλαβία, η επάνοδος των ναζί στην Ευρώπη κ.ά. Το Hot Line (1998) με πρωταγωνιστή έναν έντιμο αστυνομικό της ανυπότακτης και περιθωριοποιημένης πλέον φυλής των Μαπούτσε, απ΄ όπου καταγόταν ο παππούς του συγγραφέα από τη μητέρα του «…αλλά αυτός ήταν αποστάτης». Αστυνομική νουβέλα σε «σκληρό» ύφος με αιχμηρό χιούμορ και στο φόντο η συγκρουσιακή σχέση λευκών-ιθαγενών αλλά και οι ιεροί τόποι των ιθαγενών.

Ένα υπόδειγμα πολεμικής: «Η τρέλα του Πινοτσέτ» (2001). Ένα μωσαϊκό που εξηγεί πώς ο Σεπούλβεδα αντιλαμβανόταν τη γραφή ως αντίσταση. Είκοσι δύο άρθρα-καταγγελίες με αφορμή τα 30 χρόνια από το πραξικόπημα που ανέτρεψε τον Σαλβαδόρ Αγιέντε. Παρακολουθούμε σημαντικά γεγονότα, συνήθως μέσα από κάποια μικροΐστορία: την ηρωική GAP που υπερασπίστηκε μέχρι τέλους τον Αγιέντε, το Καραβάνι του Θανάτου του Πινοτσέτ, την οργάνωση HIJOS των παιδιών που είχαν κλέψει οι βασανιστές αλλά και τον Γρεγόριο Φουέντες-Καπετάνιο του Χεμινγουέι στην Κούβα. Εδώ και το «Δεν ξεχνώ, δεν συγχωρώ» του Σεπούλβεδα, αλλά και η Χιλή που «είναι δύο χώρες».

Η κατοικία της λατινοαμερικανικής ψυχής: «Τελευταία νέα από το Νότο» (2011). Χρονικό ενός ταξιδιού του Σεπούλβεδα και του Αργεντινού φωτογράφου Ντανιέλ Μορτζίνσκι, το οποίο πήρε τη μορφή ενός σπαρακτικού μυθιστορήματος «για μια εξαφανισμένη περιοχή». Εστιάζει στην άλλοτε άγρια και μαγική Παταγονία, που έθρεψε τα πιο ουτοπικά όνειρα κάτω από τον 42ο Παράλληλο, αλλά καταπατήθηκε, ιδιωτικοποιήθηκε και τώρα ψυχορραγεί, θύμα της βίαιης οικονομικής κρίσης και της νεοφιλελεύθερης απληστίας. Οι ιστορίες που αποθησαυρίζει είναι εξαιρετικά γοητευτικές.

Το μυθιστόρημα της κίβδηλης ομαλότητας: «Το τέλος της Ιστορίας» (2017). Ένας αλλοτινός ελεύθερος σκοπευτής του αντιδικτατορικού αγώνα, παγιδεύεται από τον υπόκοσμο της εξουσίας. Η δράση τοποθετείται στο 2010 αλλά ο αναστοχασμός που την τροφοδοτεί παίρνει υπόψη του την 100ή επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης. Βρισκόμαστε πλέον στην εποχή της αντεπίθεσης του νεοφιλελευθερισμού, οι παλιοί βασανιστές ξεπλένονται, και η άκρα αριστερά είναι στο στόχαστρο. Ο συγγραφέας εστιάζει στην ολισθηρή και παραπλανητική μετα-δικτατορική και μετα-δημοκρατική πραγματικότητα της Λατινικής Αμερικής, και επαναφέρει στο τραπέζι το ζήτημα της πολιτικής ηθικής.

 

 

 

***

Η υπόθεση Μαπούτσε

«Το να είσαι Μαπούτσε σ’ αυτή την κωλοχώρα είναι σαν να είσαι νέγρος στην Αλαμπάμα», γράφει ο Σεπούλβεδα στο «Hot line». Κι αυτό επιβεβαιώθηκε το φθινόπωρο του 2010, όταν 32 Ινδιάνοι Μαπούτσε έκαναν απεργία πείνας που κράτησε 80 (!) ημέρες. Είχαν μείνει στη φυλακή επί πέντε χρόνια χωρίς δικαίωμα να εκπροσωπούνται από δικηγόρο, διότι έτσι όριζε ο αντιτρομοκρατικός νόμος που επιστρατεύτηκε για να τους συνετίσει. Είναι μια περήφανη ιθαγενική φυλή που αντιστοιχεί στο 8-10% του πληθυσμού της Χιλής και το επίσημο κράτος τους δαιμονοποιεί ως εχθρικούς στην πρόοδο, επειδή αντιδρούν στην επέλαση των εταιρειών παραγωγής υδροηλεκτρικής ενέργειας.

Δυστυχώς, εγώ που είμαι αριστερός πρέπει να επισημάνω
ότι ο λόγος της σημερινής Αριστεράς για τα οικολογικά ζητήματα
είναι πολύ φτωχός και χωρίς φαντασία

Ο συγγραφέας, είχε πείρα από επιχειρήσεις της Greenpeace, και είχε συγκρουστεί και με τον ομότεχνό του και κομμουνιστή Χόρχε Αμάντο για τον αυτοκινητόδρομο στον Αμαζόνιο «που θα έδινε μεν δουλειά στους φτωχούς αλλά για λίγο και με τίμημα υπερβολικά υψηλό». Έτσι, αρθρογραφούσε συστηματικά υπέρ τους, σχολιάζοντας το τίμημα της ανάπτυξης που βιάζει το οικοσύστημα. «Τα οικολογικά εγκλήματα είναι απότοκα πολιτικών συναλλαγών. Η περίπτωση των Μαπούτσε είναι χαρακτηριστική», μας έλεγε.
«Όταν μετά το 1810, οι απόγονοι των Ισπανών Κρεολοί μεγαλοκτηματίες πήραν την εξουσία στην ανεξάρτητη πια Χιλή, ιδιοποιήθηκαν τις εκτάσεις του Νότου, προκειμένου να εγκατασταθούν εκεί οι μετανάστες από την Ευρώπη, και εξόντωσαν μαζικά τους ιθαγενείς για να αξιοποιήσουν τη γη τους. Στους Μαπούτσε δεν έχει απομείνει παρά το 10% των παλαιών εδαφών τους και εκεί έχουν διεισδύσει οι πολυεθνικές με στόχο να καθαρίσουν την περιοχή από τα ινδιάνικα χωριά, για να κάνουν φράγματα.
»Οι Μαπούτσε δεν έγιναν ποτέ τουριστική ατραξιόν και αντέδρασαν αποφεύγοντας τη βία, αλλά ο αγώνας τους βρέθηκε αντιμέτωπος άλλοτε με καταστολή άλλοτε με πολιτική εκμετάλλευση. Η κυβέρνηση τους παρουσίασε ως οπισθοδρομικούς και εκείνη εμφανίστηκε ως υπέρμαχος του εκσυγχρονισμού πριμοδοτώντας τις πολυεθνικές. (Ενώ θα μπορούσε να επιλέξει μια διαφορετική ενεργειακή λύση, αφού η Χιλή διαθέτει την τεράστια έρημο της Ατακάμα που είναι φυσικός συσσωρευτής ηλιακής ενέργειας). Από την άλλη, μια θερμοκέφαλη μερίδα της Αριστεράς τους αντιμετώπισε ως πρόσχημα για να ξεκινήσει ένα αντάρτικο στον Νότο. Οι συνέπειες ήταν ολέθριες: ενεργοποιήθηκε ο αντιτρομοκρατικός νόμος, έγιναν μαζικές συλλήψεις και φτάσαμε στην απεργία πείνας των 32 ιθαγενών. Η αθωότητά τους, για τρομοκρατικές ενέργειες, αναγνωρίστηκε μόλις τώρα (τον Μάρτιο του 2011)! Αλλά η γη τους εξακολουθεί να λεηλατείται. Το κράτος λειτουργεί ληστρικά, με το ίδιο νεοφιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο που είχε επιβάλει ο Πινοτσέτ. Δυστυχώς, εγώ που είμαι αριστερός πρέπει να επισημάνω ότι ο λόγος της σημερινής Αριστεράς για τα οικολογικά ζητήματα είναι πολύ φτωχός και χωρίς φαντασία.»

***

«Λαϊκή λογοτεχνία χωρίς παραχωρήσεις»

Του Αχιλλέα Κυριακίδη

Είχα την τύχη, τη χαρά και την ευλογία να μεταφράσω τα 21 από τα 22 βιβλία του Λουίς Σεπούλβεδα που εκδόθηκαν στην Ελλάδα. Τον θεωρώ έναν από τους πιο σημαντικούς πεζογράφους του δεύτερου μισού αυτού του πολύπαθου 20ού αιώνα, κυρίως γιατί τα ποικιλοειδή πεζά του συγκροτούν ένα ενιαίο και συμπαγές corpus που υπηρετεί πιστά ένα είδος (θα το πω κι ας παρεξηγηθώ) «λαϊκής» λογοτεχνίας, αλλά μ’ έναν τρόπο κάθε άλλο παρά χυδαίο, χωρίς την παραμικρή παραχώρηση ως προς την ευγένεια του ύφους ή την αξιοπρέπεια μιας τέχνης που σχεδόν ποτέ δεν προσφεύγει στην ασφάλεια της αμφισημίας ή της σκοτεινής αλληγορίας, που δεν υπαινίσσεται, που λέει τα σύκα σύκα, και τα λέει με όλους τους χυμούς του ταλέντου του: ρεαλισμός που είναι μαγικός χωρίς να είναι μαγικός ρεαλισμός.
Σε ό,τι έχει να κάνει με τυχόν συγγένειες ή διαφορές από άλλους μείζονες της νοτιοαμερικανικής λογοτεχνίας, μπορώ να πω ότι βρίσκω ψήγματα μπορχεσιανής αρχιτεκτονικής στον τρόπο με τον οποίο εισάγει και, κυρίως, κλείνει πολλά διηγήματά του, έτσι όπως δεν τα κορυφώνει με κάποιο εύρημα ή ανατροπή, αλλά τ’ αφήνει να κατασταλάξουν. Από την άλλη, ο μεν Νερούδα τού δίδαξε την ακατάλυτη δύναμη του χιούμορ που σαν πολιορκητικός κριός μπορεί να γκρεμίσει οποιαδήποτε επιφύλαξη του αναγνώστη, ο δε Κορτάσαρ, ο πολυαγαπημένος του, πώς, αντί ν’ αντιστεκόμαστε στο φανταστικό που μπορεί να θέλει να εκπορθήσει την αφήγησή μας, του ανοίγουμε την πόρτα.