Άγνωστοι τόποι της παιδικής ηλικίας

Άγνωστοι τόποι της παιδικής ηλικίας

 athanasiou-1

Αντρές Μπάρμπα «Χέρια μικρά» (μτφ. Βασιλική Κνήτου, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)

 

Όλα, σε αυτό το ολιγοσέλιδο μυθιστόρημα του Ισπανού συγγραφέα, ξεκινούν από ένα σοβαρό τροχαίο δυστύχημα. Η επτάχρονη Μαρίνα, τραυματισμένη κι αυτή στο τροχαίο, ακούει μια φράση που τη συντρίβει με ένα σχεδόν υλικό βάρος («ο πατέρας σου πέθανε επιτόπου, η μητέρα σου είναι σε κώμα») και σύντομα θα μάθει και η ίδια «να τη λέει χωρίς λύπη, όπως λέει κανείς το όνομά του μπροστά σε ξένους: “Ο πατέρας μου πέθανε επιτόπου, η μητέρα μου στο νοσοκομείο”».

 

Η Μαρίνα θα μείνει μήνες στο νοσοκομείο μέχρι να αναρρώσει, κάποια στιγμή όμως έρχεται η ώρα του εξιτηρίου και ο υποχρεωτικός μονόδρομος: το ορφανοτροφείο, «ένα καινούργιο σπίτι, με άλλα κορίτσια, ένα πολύ ωραίο μέρος». Η είσοδος της μικρής στον ήδη συγκροτημένο και διαμορφωμένο κόσμο των άλλων κοριτσιών του ορφανοτροφείου, αλλά και η ιδιόμορφη ματιά και συμπεριφορά της νεοφερμένης («δεν κοιτούσε με τον ίδιο τρόπο αλλά με το βλέμμα ενός σκοτεινού παιδιού», «δεν μπορούσε κανείς να δει το βάθος εκείνου του κοριτσιού», «ό,τι βρισκόταν γύρω της μολυνόταν»), κάνει αυτή την είσοδο να φαντάζει ως εισβολή ενός απειλητικού ξένου, που, μέσα από το πλέγμα σχέσεων που δημιουργεί, έρχεται να ανατρέψει όποια (ευαίσθητη, κατά κανόνα) ισορροπία υπήρχε στη μικρή κοινωνία του ορφανοτροφείου.

 

Στον καθρέφτη της διαφορετικότητας

 

Στην ουσία, όμως, αυτό που συμβαίνει είναι ότι η επαφή με την «παράξενη» Μαρίνα («αυτή είναι η στιγμή που η Μαρίνα ανακαλύπτει κάτι: Είμαι διαφορετική») αποκαλύπτει στα μάτια των κοριτσιών τον ίδιο τους τον εαυτό, ακόμα και στις πιο σκοτεινές εκφάνσεις του, τα φέρνει αντιμέτωπα με το σώμα, με τους φόβους («τίποτε άλλο δεν φέρνει πιο κοντά δυο πλάσματα απ’ το να φοβούνται μαζί»), με την ευθραυστότητά τους, με την περιέργεια και την αγωνία για κάθε νέα ανακάλυψη, με τις επιθυμίες τους («πώς άρχισε η επιθυμία;»). Αυτός ο νέος κόσμος, ή η νέα ματιά στον κόσμο, φοβίζει, αποσυντονίζει: «Εμείς ήμασταν ευτυχισμένες πριν έρθει η Μαρίνα με το παρελθόν της», λένε.

Καθώς τα κορίτσια αρχίζουν να ανιχνεύουν ψηλαφώντας ανεξερεύνητα εδάφη, καθώς βρίσκονται μπροστά σε φόβους που ούτε καν φαντάζονταν ότι υπάρχουν, καθώς ξυπνά ο πιο σκοτεινός ερωτισμός που τα όριά του μπλέκονται με εκείνα της βίας και της εξουσίας («τι εύκολο που ήταν να ταπεινώσεις κάποιον»), γίνεται ολοφάνερο στον αναγνώστη πως το τέλος όλων αυτών δεν μπορεί παρά να είναι τραγικό.

 

Αντιστικτική αφήγηση

 

Ο συγγραφέας στήνει το μυθιστόρημα πάνω σε δύο αφηγηματικούς άξονες: μια τριτοπρόσωπη αφήγηση από κάποιον παντογνώστη αφηγητή και μια πρωτοπρόσωπη, αλλά σε πρώτο πρόσωπο πληθυντικού («εμείς…») με την οποία μιλάνε μαζί όλα τα υπόλοιπα κορίτσια του ορφανοτροφείου. Ο ίδιος ο Μπάρμπα, σε συνέντευξή του στο περιοδικό Granta, λέει πως θεωρεί ότι το μυθιστόρημά του δεν ανήκει τόσο στη γοτθική παράδοση όσο στην παράδοση της ελληνικής τραγωδίας και, ως εκ τούτου, αισθάνθηκε κάποια στιγμή πως χρειαζόταν ως αφηγηματική φωνή ένα είδος χορού και κατέφυγε σε αυτή τη συλλογική φωνή.

Μέσα από αμφισημίες και θολές περιοχές που υπονομεύουν παγιωμένες αντιλήψεις για «το παιδί» (αν και, ως συνήθως, ενήλικος –ο συγγραφέας– είναι αυτός που «εισδύει» στο μυαλό των και μιλάει με τη φωνή «τους») και καθώς σκιαγραφούνται ασταθείς σχέσεις αγάπης-μίσους, προσκόλλησης-απώθησης («ήταν λιγάκι σαν να ήμασταν ερωτευμένοι μαζί της»), σιγά σιγά απλώνεται υπόγεια μια απειλητική ατμόσφαιρα, μια ατμόσφαιρα που χτίζεται με λόγια, σιωπές και αποσιωπήσεις. Ο ίδιος ο λόγος, η κατονομασία, μπορεί να γίνεται απειλή («Το όνομα των πραγμάτων μάς τρόμαξε. Όλα φαντάζουν μεγαλύτερα όταν κατονομάζονται, εμείς όμως δεν το ξέραμε και γι’ αυτό παίζαμε»).

 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την παιδική ηλικία

 

Το μικρό αυτό μυθιστόρημα έχει στηριχτεί σε ένα πραγματικό γεγονός, που συνέβη σε ορφανοτροφείο της Βραζιλίας, τη δεκαετία του 1960 (ο ίδιος ο Μπάρμπα έχει πει σε συνέντευξή του ότι την ιστορία την εντόπισε τυχαία διαβάζοντας ένα διήγημα-χρονικό της Κλαρίσε Λισπέκτορ που αναφερόταν σε αυτή), ενώ ο τίτλος παραπέμπει σε ποίημα του ee cummings («καμιά, ούτε καν η βροχή, δεν έχει τόσο μικρά χέρια») που επίσης, κατά πολλούς μελετητές του, αναφέρεται σε ένα παιδί.

Ο Μπάρμπα έχει δείξει στη συγγραφική του πορεία ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την παιδική και την εφηβική ηλικία – για παράδειγμα, και το επόμενο βιβλίο του μετά τα Χέρια μικρά, το αμετάφραστο στα ελληνικά Αύγουστος, Οκτώβριος, έχει για πρωταγωνιστή έναν έφηβο. Τα Χέρια μικρά είναι σχετικά παλιό μυθιστόρημα (εκδόθηκε το 2008) και ο συγγραφέας έχει ακόμα να διανύσει τον δρόμο του μέχρι το μεταγενέστερο και βραβευμένο με το Βραβείο Εράλδε (2017) República luminosa, όπου επίσης επανέρχεται στο θέμα της παιδικής ηλικίας, των παιδιών και των δύσβατων κόσμων που μπορεί αυτά να κρύβουν μέσα τους και για τους οποίους σπανίως έχουν τη δυνατότητα, την ευκαιρία, να μιλήσουν τα ίδια.

 

Κώστας Αθανασίου