Αιώνια τιμωρία και «ταινίες εκδίκησης»

Του Ντέιβιντ Μακαρέι*

Έγραψα κάποτε, στο πλαίσιο ενός μαθήματος φιλοσοφίας, ένα δοκίμιο για τη δυνατή σαγήνη που ασκούν οι «ταινίες εκδίκησης». Ξεκινώντας από την υπόθεση ότι η προτίμηση του κοινού για αυτές τις ταινίες εδράζεται στην ίδια εγγενή ικανότητα που ωθεί το ανθρώπινο είδος να θέλει να πιστεύει στην κόλαση, επιχείρησα να συνδέσω τη θεολογία με την ψυχολογία.

Η ιδέα της κόλασης είναι παράλληλα συναρπαστική και αποκαλυπτική. Συναρπαστική, με την έννοια ότι είναι τόσο καταφανώς ακραία, και αποκαλυπτική, με την έννοια ότι αντιπροσωπεύει την πυρηνική πεποίθηση ότι οι άνθρωποι που έχουν υπάρξει «κακοί» όχι μόνο αξίζει να τιμωρηθούν, αλλά να τιμωρηθούν με τον πιο τρομακτικό και δραματικό τρόπο, βασανιζόμενοι στη φωτιά. Μάλιστα, όχι για εκατό ή χίλια χρόνια, αλλά για την αιωνιότητα.
Σκεφτείτε, αν δεν πιστεύαμε ότι το να είμαστε «καλοί» έχει πραγματικό νόημα, η ιδέα της κόλασης δεν θα είχε ποτέ ριζώσει. Εάν η ανθρωπότητα δεν πίστευε, σε κάποιο βαθύ, σκοτεινό και αρχέγονο επίπεδο, ότι το να είμαστε «κακοί» άνθρωποι μας κάνει άξιους φρικτής τιμωρίας, θα σκάγαμε στα γέλια στο άκουσμα της ιδέας της κόλασης.
Αλλά δεν γελάσαμε, την ενσωματώσαμε. Στην πραγματικότητα, η ιδέα της αιώνιας καταδίκης για τις αμαρτίες μας όχι μόνο εισακούστηκε, αλλά μας φόβισε βαθιά. Παρότι, οι περισσότεροι από τους πολίτες του δυτικού κόσμου δεν πιστεύουν πια την εκδοχή της κόλασης με τη φωτιά και το θειάφι, η πλειοψηφία ακόμα επιχαίρει βλέποντας πραγματικά «κακούς ανθρώπους» να τιμωρούνται.
Κάποιοι αναφέρονται σε αυτήν την τιμωρία απλώς ως «δικαιοσύνη», άλλοι είναι διατεθειμένοι να κάνουν ένα βήμα παραπέρα χρησιμοποιώντας τον πιο βαρύ όρο, «αντίποινα». Προσωπικά, προτιμώ να την ονομάζω αυτό που είναι: «εκδίκηση». Από εκεί αντλεί και η συνεχιζόμενη δημοφιλικότητα των ταινιών εκδίκησης. Ακολουθεί η περίληψη τεσσάρων εξαιρετικών ταινιών παρατιθέμενες χωρίς ιδιαίτερη σειρά. Όσο για το δοκίμιο στο μάθημα της φιλοσοφίας, πήρα βαθμό C+. Aς το αποδώσουμε στη «δικαιοσύνη».

«Nevada Smith» (1966). Ο Στιβ Μακ Κουίν παίζει τον νεαρό Μαξ Σαντ, έναν κατά το ήμισυ Ινδιάνο, του οποίου η μητέρα και ο πατέρας δολοφονούνται από τρεις σαδιστές περιπλανώμενους. Όχι απλώς δολοφονήθηκαν, αλλά κατακρεουργήθηκαν και ακρωτηριάστηκαν. Αφού έγδαραν ζωντανή τη μητέρα του, ένας από αυτούς τους ψυχοπαθείς, ο Τομ Φιτς (τον οποίο ενσάρκωνε ο Καρλ Μάλντεν) στη συνέχεια περιφέρει μια θήκη για καπνό φτιαγμένη από το δέρμα του στήθους της γυναίκας. Αυτή η φρικτή σκηνή, είναι η εναρκτήρια της ταινίας. Ωστόσο, γνωρίζοντας ότι πρόκειται για μια εξαιρετικά ευχάριστη ταινία εκδίκησης, μπορούμε να χαλαρώσουμε στο κάθισμά μας, ήρεμοι, γνωρίζοντας ότι  η δράση θα εξελιχθεί όπως ακριβώς ελπίζουμε, ότι αυτοί οι φοβεροί άνθρωποι θα βρουν αυτό που τους αξίζει. Αν και ο 36χρονος Στιβ Μακ Κουΐν είναι σαφώς μεγάλος για το ρόλο, είναι εξαιρετικός, όπως και ο Μπράιαν Κιθ, που παίζει τον μέντορά του.

«Death wish» («Ο εκτελεστής της νύχτας», 1974). Ίσως να πρόκειται για το χρυσό παράδειγμα ταινίας εκδίκησης όλων των εποχών. Τα έχει όλα: Τη Νέα Υόρκη στα δύσκολα χρόνια της υψηλής εγκληματικότητας, αηδιαστικά τέρατα που περιφέρονται στους δρόμους επιτιθέμενα σε αθώους ανθρώπους και έναν ήπιο αλλά αρρενωπό άνθρωπο της διπλανής πόρτας που απρόθυμα αναδεικνύεται σε ήρωα. Ο Τσαρλς Μπρόνσον -ποιος θα ήταν καλύτερος;- ενσαρκώνει έναν φιλήσυχο αρχιτέκτονα (μαθαίνουμε ότι ήταν αντιρρησίας συνείδησης κατά τη διάρκεια του πολέμου), του οποίου η σύζυγος και η κόρη γίνονται θύματα βίαιου ξυλοδαρμού και βιασμού. Η σύζυγος πεθαίνει λόγω του ξυλοδαρμού και η κόρη έχοντας περιέλθει σε μια αξιολύπητη κατάσταση, εισάγεται σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Όσο για τον Μπρόνσον, δεν έχει άλλη επιλογή παρά να μεταμορφωθεί από τρυφερός σύζυγος και πατέρας στον πιο θανάσιμο εκδικητή που έχει γνωρίσει η Νέα Υόρκη. Αφού λαμβάνει αναπάντεχα ένα όπλο ως δώρο, περιφέρεται πυροβολώντας όποιο ανύποπτο αρπακτικό τολμήσει να τον πλησιάσει.

«The brave one» («Εκτός εαυτού», 2007). Ακόμα μια ταινία με πρωταγωνιστή ένας απρόθυμο ήρωα, αυτή τη φορά γυναίκα, την υπέροχη Τζόντι Φόστερ, που ενσαρκώνει μια στοχαστική, χαμηλών τόνων διανοούμενη ραδιοφωνική παραγωγό. Ταινία πιστή στη συνταγή της εκδίκησης, αφού η πρωταγωνίστρια και ο σύντροφός της γίνονται θύματα επίθεσης από τους «κακούς», -που αλλού;- στο Σέντραλ Παρκ. Αυτή ξυλοκοπείται άγρια και ο σύντροφός της δολοφονείται. Φοβισμένη, δεν βγαίνει από το διαμέρισμά της για αρκετές εβδομάδες, μέχρι που αποφασίζει να βγει έξω και να αγοράσει ένα όπλο χωρίς άδεια, για να προστατεύσει τον εαυτό της. Αυτή η αγορά της αλλάζει τη ζωή, αφού μεταμορφώνεται σε μια εκδικητική φονική μηχανή. Ο πάντα εξαιρετικός Τέρενς Χάουαρντ ενσαρκώνει ένα νεοϋορκέζο αστυνομικό του τμήματος ανθρωποκτονιών.

«John Wick» (2014).  Πρόκειται για τη μόνη ταινία από όλες τις προηγούμενες που εμπλέκει ένα επαγγελματία ως τον ηρωικό εκδικητή, και τι επαγγελματία! Ο Κιάνου Ριβς ενσαρκώνει τον Τζον Γουΐκ, έναν πρώην μυστικό πράκτορα της υψηλότερης και πιο ολοκληρωμένης τάξης, του πιο θανατηφόρου τμήματος και τον τελευταίο άνθρωπο στον κόσμο που θα ήθελε ο καθένας μας ποτέ να εξοργίσει. Μια μονάδα που μπορεί να τα βάλει με ολόκληρη ομάδα, ο Γουΐκ είναι διεθνώς αναγνωρισμένος ως επικίνδυνος και αποφασισμένος. Το απόβρασμα με το οποίο τα έχει βάλει δεν έχει επιλογή παρά να παραμείνει εντελώς τρομοκρατημένος μέχρι που ξεκάνει όλα τα μέλη της ομάδας του. Ο Ριβς στα καλύτερά του.

* Ο Ντ. Μακαρέι είναι σεναριογράφος, συγγραφέας και συνδικαλιστής. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο «Counterpounch», στις 28 Γενάρη 2015.