Αιτήματα αλληλεγγύης σε μια Ευρώπη που παραπαίει

Σήμερα τα έθνη έχουν συντριβεί από τις επιταγές ενός παγκόσμιου καπιταλισμού υπό την καθοδήγηση χρηματοπιστωτικών αγορών χωρίς κανόνες. Το να αποτραβηχτούμε πίσω από τα σύνορά μας δεν μπορεί να είναι η απάντηση.

habermas

Του Γιούργκεν Χάμπερμας

Δεν θα εξετάσω σε βάθος τα σημάδια δυσανεξίας που έρχονται από τη Βαυαρία, τα οποία έδωσαν το έναυσμα σε μια κυβερνητική κρίση απωθώντας το πραγματικό πρόβλημα, δηλαδή την απουσία διάθεσης συνεργασίας στο εσωτερικό της ΕΕ.
Η ευθύνη ανήκει σ’ εκείνους τους ευρωπαϊστές, που δεν παραδέχονται ότι έχουν αμφιβολίες για μια αλληλέγγυα Ευρώπη. Ο Ζαν Πολ Σαρτρ αντιπαράθεσε με εξαιρετικό τρόπο τη mauvaise foi (ΣτΜ κακή πίστη) στην bonne foi (ΣτΜ καλή πίστη). Ποιος από εμάς δεν έχει νιώσει αυτή την ελαφρά ανησυχία: δρούμε με καλή πίστη, αλλά σε πιο ήρεμες στιγμές μάς τρώει η αμφιβολία για τη συνέπεια των πεποιθήσεων που εκφράσαμε με τόση αδιαλλαξία.
Υπάρχει ένα κομβικό σημείο στο οποίο η ροή των επιχειρημάτων μας παραπαίει ανεπαίσθητα.
Η εμφάνιση του Εμανουέλ Μακρόν στην ευρωπαϊκή σκηνή αποτέλεσε το κρίσιμο στοιχείο, όσον αφορά τη γνώμη που έχουν οι Γερμανοί για τον εαυτό τους, οι οποίοι, την εποχή της κρίσης της ευρωζώνης ήταν κορδωμένοι και βέβαιοι ότι είναι ακόμη οι καλύτεροι, αυτοί που ξελασπώνουν όλους τους άλλους Ευρωπαίους.
Δεν συνδέω την αναγνώριση αυτής της mauvaise foi με καμία κριτική ηθικού τύπου. Γιατί όποιος έχει μια τέτοια πεποίθηση, σε ένα βαθμό σάπια στο εσωτερικό της, από μια άποψη δεν είναι εντελώς υπεύθυνος, από μια άλλη δεν είναι ούτε άμοιρος ευθυνών.

Οι ευθύνες της Γερμανίας

Υπό αυτή την έννοια υπάρχει μια αναλογία μεταξύ του ευρωπαϊσμού ημών των Γερμανών με το διαδεδομένο φαινόμενο στα κιστερσιανά μοναστήρια του 11ου αιώνα, όπου οι μοναχοί βασανίζονταν από αβεβαιότητες και έπεφταν σε μια μελαγχολική κατάσταση δυσανεξίας, με αποτέλεσμα να καταλήξουν στην αδράνεια.
Φυσικά, πολλοί κριτικοί της πολιτικής της λιτότητας που εμπνεύστηκε η Γερμανία, εκτός από το να τη θεωρούν λανθασμένη, υποψιάζονταν πάντα ότι πίσω από την αλληλεγγύη που η Γερμανία επιδείκνυε με καμάρι, κρυβόταν μια διάκριση. Όμως ο παραδοσιακός Τύπος για πολλά χρόνια έκανε τους Γερμανούς να πιστεύουν στον αλληλέγγυο ρόλο τους και τον καιρό της κρίσης, δηλαδή ότι ήταν ένας συνετός διαχειριστής της κρίσης και ένας γενναιόδωρος χρηματοδότης.
Η Γερμανία δεν είχε πάντα ως στόχο το καλό όλων των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένης της ατυχούς προσπάθειας να δείξει την πόρτα στους Έλληνες; Απέναντι στις απροσδόκητες προκλήσεις που θέτει μια διεθνής κατάσταση αλλαγμένη ριζικά, αυτή η κολακευτική αυτοπροσωπογραφία εμφανίζει τις πρώτες ρωγμές.
Στην παλιά γερμανική ομοσπονδιακή δημοκρατία και μέχρι τον Κολ, η εικόνα των Γερμανών ως καλών ευρωπαϊστών είχε πραγματικούς λόγους ύπαρξης, που προέρχονταν και από μια κατάσταση πολιορκημένου έθνους, όχι μόνο υπό στρατιωτική έννοια. Η αίσθηση κανονικότητας ενός ευτυχισμένου, επιτέλους ενωμένου έθνους υπό τον Κολ, έδωσε σ’ αυτή την ταυτότητα νέους τόνους ενισχύοντάς την.
Έπειτα από τις τραπεζικές και δημοσιονομικές κρίσεις, αυτή η εικόνα κατέληξε να γίνει όλο και πιο εγωιστική, λαμβάνοντας τα χαρακτηριστικά της mauvaise foi. Το κρίσιμο σημείο αυτής της αυταπάτης αποκαλύπτεται τη στιγμή κατά την οποία αναδύεται, αντίθετα, η έλλειψη εμπιστοσύνης μας στη διάθεση των άλλων εθνών, κυρίως εκείνων του ευρωπαϊκού Νότου, να συνεργαστούν.

Οι ατυχίες της αλληλεγγύης

Εάν ακούσουμε προσεκτικά όσα λέει, παρατηρούμε ότι η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ χρησιμοποιεί με ιδιαίτερο τρόπο τις εκφράσεις «ευσυνειδησία» και «αλληλεγγύη». Κατά τη διάρκεια μιας πρόσφατης συζήτησης με τη γερμανίδα δημοσιογράφο Άννε Βιλ, κάνοντας έκκληση για μια κοινή πολιτική δράση των ευρωπαίων εταίρων στο θέμα της πολιτικής ασύλου και του δασμολογικού πολέμου των ΗΠΑ, η καγκελάριος ζήτησε «ευσυνειδησία».
Σε γενικές γραμμές, ο εργοδότης είναι αυτός που περιμένει ευσυνειδησία από τους συνεργάτες του, ενώ η πολιτική δράση απαιτεί συνήθως περισσότερη αλληλεγγύη παρά ευσυνειδησία. Η επιλογή της καγκελαρίου να χρησιμοποιήσει σε αυτές τις περιπτώσεις τον όρο «ευσυνειδησία» εξηγείται από το γεγονός ότι εδώ και χρόνια χρησιμοποιεί την «αλληλεγγύη» με διαφορετική έννοια, περιορισμένη στο οικονομικό πλαίσιο.
«Αλληλεγγύη έναντι ευθύνης», λέει το σύνθημα που θέλει να χρυσώσει το χάπι της πολιτικής λιτότητας τα τελευταία χρόνια. Η έννοια της «αλληλεγγύης» αναφέρεται στη σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ φορέων που δεσμεύονται αυθόρμητα σε μια κοινή πολιτική ενέργεια. Αλληλεγγύη δεν σημαίνει αγάπη για τον πλησίον, αλλά άρνηση των εξαρτήσεων που ωφελούν ένα από τα μέρη.
Όποιος φέρεται με αλληλέγγυο τρόπο, είναι διατεθειμένος, τόσο για το μακροπρόθεσμο δικό του συμφέρον, όσο και λόγω της πίστης ότι οι άλλοι σε ανάλογες περιστάσεις θα φερθούν με τον ίδιο τρόπο, να βρεθεί σε μειονεκτική θέση βραχυπρόθεσμα. Αμοιβαία εμπιστοσύνη, στην περίπτωσή μας, που υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα. Στη στενή εξάρτηση που επιβλήθηκε από τις λεγόμενες υπηρεσίες αλληλεγγύης αποκαλύπτεται αντίθετα η έλλειψη σε εμάς τους Γερμανούς μιας τέτοιας βάσης εμπιστοσύνης και της συνεπαγόμενης κενότητας των αισθημάτων μας, σε εθνικό επίπεδο, ως καλών Ευρωπαίων.
Στις διαπραγματεύσεις για τις προτάσεις μεταρρύθμισης του Μακρόν, η Γερμανία και άλλες χώρες διστάζουν να μετασχηματίσουν ισχυροποιώντας τη νομισματική ένωση (που σήμερα λειτουργεί σε καθόλου άριστες συνθήκες) ώστε να γίνει πραγματική ευρωπαϊκή πολιτική ένωση.

Από τη σταθερότητα στη σύγκλιση

Θα χρειαζόταν να «θωρακιστεί» η δημοκρατική ευρωζώνη –όχι μόνο κατά των κερδοσκόπων- αλλά με μια αδιαφιλονίκητη τραπεζική ένωση, μια ασφάλεια των αποταμιεύσεων και ένα νομισματικό ταμείο, που να ελέγχεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Θα έπρεπε να είναι πάνω απ’ όλα εφοδιασμένη με τις αρμοδιότητες και τα μέσα προϋπολογισμού, για να παρεμβαίνει και να καταπολεμά τις οικονομικές και κοινωνικές αποκλίσεις μεταξύ των διαφόρων κρατών μελών. Το θέμα δεν είναι μόνο η δημοσιονομική σταθερότητα, αλλά να επιτύχουμε σύγκλιση, αξιόπιστες πολιτικές προθέσεις εκ μέρους των ισχυρότερων κρατών μελών κάτω από ένα οικονομικό και πολιτικό προφίλ, να διατηρήσουμε τις προδομένες υποσχέσεις του ενιαίου νομίσματος, ότι θα παρήγε μια οικονομική ανάπτυξη με σύγκλιση.
Ο δεξιός λαϊκισμός μπορεί και να προκαλέσει μια κλιμάκωση προκαταλήψεων απέναντι στους μετανάστες και να εκμεταλλευτεί το φόβο που έχουν τα μεσαία στρώματα για τον εκσυγχρονισμό, όμως τα συμπτώματα δεν είναι η ίδια η αρρώστια. Η βαθύτερη αιτία της πολιτικής οπισθοδρόμησης είναι η απτή απογοήτευση για το γεγονός ότι από την ΕΕ με τη σημερινή μορφή της απουσιάζει η αναγκαία ικανότητα πολιτικής δράσης για να αντιταχθεί στις τάσεις αυξανόμενης κοινωνικής ανισότητας όχι μόνο στο εσωτερικό των κρατών μελών, αλλά και μεταξύ τους.
Ο δεξιός λαϊκισμός οφείλεται κατ’ αρχήν στη διαδεδομένη συνειδητοποίηση εκ μέρους των ενδιαφερομένων ότι από την ΕΕ λείπει η πολιτική βούληση να αναπτύξει μια πραγματική ικανότητα δράσης. Ο πυρήνας της Ευρώπης, που βρίσκεται σήμερα σε κίνδυνο, μετασχηματισμένος σε μια ευρω-ένωση ικανή να δράσει, θα ήταν η μοναδική νοητή δύναμη ενάντια στην περαιτέρω καταστροφή του κοινωνικού μας μοντέλου, που τόσο επικαλούμαστε. Αντίθετα, στην τρέχουσα μορφή της, η Ένωση δεν μπορεί να κάνει κάτι άλλο από το να επιταχύνει αυτή την αποσταθεροποίηση.
Η αιτία της «τραμπικής» κατάντιας της Ευρώπης είναι η εξαιρετικά ρεαλιστική αυξανόμενη συνειδητοποίηση εκ μέρους των ευρωπαϊκών πληθυσμών, ότι απουσιάζει μια αξιόπιστη πολιτική βούληση για να βγούμε απ’ αυτόν τον φαύλο κύκλο. Αντίθετα, οι πολιτικές ελίτ καταπίνονται από τη δίνη ενός δειλού οπορτουνισμού, συνδεδεμένου με τις δημοσκοπήσεις, με σκοπό τη διατήρηση της εξουσίας βραχυπρόθεσμα. Είμαι της γνώμης ότι οι πολιτικές ελίτ –και πάνω απ’ όλα τα αποθαρρυμένα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα- δεν έχουν αρκετή εμπιστοσύνη στις ικανότητες των ψηφοφόρων τους.

Σήμα κινδύνου η ιταλική κρίση

Η ιταλική κρίση είναι ίσως η πρώτη ευκαιρία για να σκεφτούμε πόσο χυδαία είναι να επιβάλεις αυστηρούς κανόνες στην ευρωπαϊκή νομισματική ένωση υπέρ των ισχυρότερων οικονομικά κρατών μελών, χωρίς να κάνεις σε αντιστάθμισμα ανοίγματα σε χώρους και αρμοδιότητες για μια κοινή ευέλικτη δράση.
Γι’ αυτό, το πρώτο μικρό βήμα προς τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, που ο Μακρόν απέσπασε από τη Μέρκελ πριν από μερικές εβδομάδες, αποκτά μια τόσο μεγάλη συμβολική αξία. Είναι πολύ παράξενο ότι μια Γερμανία που βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο, πουλάει κομμάτι-κομμάτι την ισχυρή της αντίσταση απέναντι σε κάθε βήμα προς την ολοκλήρωση. Δεν ξέρω πώς να εξηγήσω το γιατί η γερμανική κυβέρνηση πιστεύει ότι θα κατορθώσει να πείσει τους εταίρους για κοινές δράσεις στα ζητήματα της πολιτικής για τους πρόσφυγες, της εξωτερικής πολιτικής και του εξωτερικού εμπορίου (βλέπε αμερικανικούς δασμούς), που είναι για μας τόσο σημαντικά, όταν ταυτόχρονα εμποδίζει αυτές τις κοινές δράσεις στο ζωτικής σημασίας ζήτημα της πολιτικής ενίσχυσης της ευρωζώνης.
Η γερμανική κυβέρνηση βάζει σαν τη στρουθοκάμηλο το κεφάλι της στην άμμο, ενώ ο γάλλος πρόεδρος εκφράζει ξεκάθαρα την πρόθεση να καταστήσει την Ευρώπη έναν παγκόσμιο παράγοντα στο πλαίσιο μια φιλελεύθερης και θεμιτής παγκόσμιας τάξης. Επίσης, ο αντίκτυπος που είχε ο συμβιβασμός Γαλλίας- Γερμανίας στον γερμανικό Τύπο είναι παραπλανητικός: μοιάζει σαν ο Μακρόν με τη συναίνεση στον προϋπολογισμό της ευρωζώνης να είχε μια αναγκαία επιτυχία σε αντάλλαγμα της στήριξης που παρείχε στην πολιτική ασύλου της Μέρκελ. Αυτό αποκρύπτει το γεγονός ότι ο Μακρόν τουλάχιστον πέτυχε την πρόσβαση σε μια ατζέντα που πηγαίνει πέρα από τα συμφέροντα μιας μεμονωμένης χώρας, ενώ η Μέρκελ αγωνίζεται για την προσωπική της πολιτική επιβίωση.
Στον Μακρόν ασκείται δίκαιη κριτική στην πατρίδα του για τις ελάχιστα ισορροπημένες μεταρρυθμίσεις του, αλλά ξεχωρίζει ανάμεσα στους άλλους ευρωπαίους ηγέτες, επειδή αξιολογεί κάθε σημερινό πρόβλημα από μια ευρύτερη οπτική και επομένως δεν περιορίζεται στην απλή δράση ως αντίδραση. Τον χαρακτηρίζει το θάρρος μιας σχεδιασμένης πολιτικής και οι επιτυχίες του διαψεύδουν τη θεωρία, σύμφωνα με την οποία η πολυπλοκότητα της κοινωνίας θα επέτρεπε μόνο να ενεργούμε αντιδρώντας στις συγκρούσεις για να τις αποφύγουμε.

Ο αφοπλισμός της πολιτικής

Η προοπτική της αιώνιας ανόδου και παρακμής των αυτοκρατοριών είναι εκτός του ιστορικού νεωτερισμού της σημερινής κατάστασης. Η όλο και πιο ενοποιημένη παγκόσμια κοινωνία είναι παρόλα αυτά ακόμη κατακερματισμένη. Ο αφοπλισμός της πολιτικής δημιουργεί μια αίσθηση ορίου, απέναντι στο οποίο οι πληθυσμοί σήμερα κρατάνε την ανάσα τους και απαρνούνται τις υπερεθνικές μορφές πολιτικής ολοκλήρωσης πέρα από τα εθνικά σύνορα. Οι υπερασπιστές του πολιτικού ρεαλισμού που εκφράζουν όλη την περιφρόνησή τους σ’ αυτή τη στάση, ξεχνούν ότι η θεωρία τους για τον ψυχρό πόλεμο ήταν αντιληπτή μεταξύ δύο ορθολογικών φορέων.
Πού είναι ο ορθολογισμός της δράσης στο σημερινό σενάριο; Κάτω από το ιστορικό προφίλ, το αναγκαίο βήμα στην κατεύθυνση μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης ικανής για πολιτική δράση, αντιστοιχεί με τη συνέχιση μιας διαδικασίας εκμάθησης, που άρχισε τον καιρό της οικοδόμησης της εθνικής ταυτότητας τον 19ο αιώνα. Ακόμη και τότε η επίγνωση του να ανήκει κάποιος σε ένα έθνος, πέρα από τη χώρα, το κράτος και την περιφέρεια προέλευσης δεν ήρθε με φυσικό τρόπο. Προσαρμόστηκε από τις κυρίαρχες ελίτ στο ήδη υπάρχον λειτουργικό πλαίσιο των σύγχρονων κυρίαρχων κρατών και των οικονομιών.
Σήμερα οι εθνικοί πληθυσμοί έχουν συντριβεί από τις πολιτικά ανεξέλεγκτες εργαλειακές επιταγές ενός παγκόσμιου καπιταλισμού που καθοδηγείται από χρηματοπιστωτικές αγορές χωρίς κανόνες. Το να αποτραβηχτούμε πίσω από τα εθνικά μας σύνορα δεν μπορεί να είναι η σωστή απάντηση. Αυτό ισχύει πάνω απ’ όλα για τις πολιτικές ασύλου, αν οι ευρωπαϊκές χώρες δεν θέλουν να βυθιστούν και πάλι στη δηλητηριασμένη νοοτροπία που χαρακτηρίζει τις αποικιακές δυνάμεις.

Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς

Σημ: Η ομιλία αυτή του Γ. Χάμπερμας εκφωνήθηκε κατά την απονομή του βραβείου του Γαλλογερμανικού Συνδέσμου Μέσων Ενημέρωσης στο γερμανό φιλόσοφο. Δημοσιεύτηκε στην ιταλική Republica.