Ακόμη μια ένδειξη πως η κυβέρνηση δεν στηρίζει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις

Του Λόη Λαμπριανίδη*

Η ίδρυση των ΚΕΠ υπήρξε μια σημαντική καινοτομία στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης του δημοσίου. Όλοι ως πολίτες έχουμε μάλλον θετική εμπειρία από μια δομή που έκανε τη ζωή μας πιο απλή, δηλαδή καλύτερη. Έτσι, εκ πρώτης όψεως είναι αναμφίβολα σε θετική κατεύθυνση η πρωτοβουλία που ανακοινώθηκε από τον υπουργό Ψηφιακής Διακυβέρνησης για τη διεύρυνση των παρεχόμενων υπηρεσιών στα «ΚΕΠ plus», τα οποία θα παρέχουν υπηρεσίες προς τις ελληνικές νεοφυείς επιχειρήσεις σε συνεργασία μαζί τους, προκειμένου να ξεπερνούν γραφειοκρατικά εμπόδια που ταλαιπωρούν το επιχειρείν στη χώρα μας.
Τίθεται, όμως, ένα ερώτημα που αφορά ευθέως τη συνέχεια του κράτους και της δημόσιας διοίκησης. Ας επιτραπεί να θυμίσουμε ότι από το 2019, με το νόμο 4605 θεσμοθετήθηκε μια καινοτομία, σε συνεργασία με τους κοινωνικούς εταίρους και τους εκπροσώπους της επιχειρηματικής κοινότητας: η Δομή Στήριξης Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων (ΜΜΕ) -η οποία, μάλιστα, προικοδοτήθηκε με διασφαλισμένους πόρους 15 εκατ. ετησίως για τα επόμενα τρία χρόνια. Δικαιούται, λοιπόν, να αναρωτηθεί κανείς: εφόσον υπάρχει ήδη μια Δομή Στήριξης των ΜΜΕ, θεσμοθετημένη, με επαρκείς πόρους και με τη συναίνεση των κοινωνικών εταίρων, γιατί αντί να ενεργοποιηθεί πλήρως, επιλέγεται η δημιουργία μιας άλλης δομής, που χρειάζεται εκ νέου διαβούλευση, σχεδιασμό, πόρους κ.ο.κ.; Δεν θα ήταν δείγμα μιας ουσιαστικής συνέχειας του κράτους η αξιοποίηση μιας υφιστάμενης πρωτοβουλίας, αντί να δημιουργούνται πάλι από το μηδέν νέες δομές και διαδικασίες;
Ας αναφερθούμε στο σκοπό και τη λογική της θεσμοθέτησης αυτής της Δομής Στήριξης ΜΜΕ, προκειμένου να φανεί γιατί επιμένουμε και στο κρίσιμο ζήτημα της κρατικής συνέχειας. Σκοπός της πρωτοβουλίας ήταν η δημιουργία ενός πανελλαδικού δικτύου για την παροχή πληροφόρησης και την εξειδικευμένη υποστήριξη κρίσιμων διαστάσεων της επιχειρηματικής δραστηριότητας, όπως η τεχνολογική αναβάθμιση, η ενίσχυση της εξωστρέφειας και του καινοτομικού δυναμικού, η αξιοποίηση των σύγχρονων παραγωγικών τεχνολογιών, οι χρηματοδοτικές ευκαιρίες, καθώς και η ευρύτερη επιδίωξη του ψηφιακού μετασχηματισμού των επιχειρήσεων.

Η Δομή Στήριξης

Η δομή αυτή προβλέπεται να έχει τη μορφή ενός πανελλαδικού δικτύου, το οποίο θα αποτελείται από σημεία επαφής στα 59 επιμελητήρια σε όλους τους νομούς της χώρας, που θα στελεχωθούν με εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό και θα παρέχουν την υποστήριξη σε επιχειρήσεις, με φυσική παρουσία, αλλά και ψηφιακά. Η λειτουργία του δικτύου θα υποστηρίζεται από μια ολοκληρωμένη ψηφιακή πλατφόρμα, που θα αναπτυχθεί από το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και θα αποτελεί κομβικό σημείο της πρωτοβουλίας, τόσο για την παροχή ενημέρωσης και υποστήριξης, όσο και για το συντονισμό των δράσεων του δικτύου.
Για τη διασφάλιση της υψηλής ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών, αλλά και της διαρκούς διαδραστικής επικοινωνίας μεταξύ επιχειρήσεων και δικτύου, προβλέφθηκε ότι αυτό θα λειτουργεί υπό την εποπτεία μιας επιτελικής δομής, στην οποία συμμετέχουν εκπρόσωποι του υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος (ΚΕΕΕ), της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδος (ΓΣΕΒΕΕ), της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας (ΕΣΕΕ), του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης (ΕΚΤ), δηλαδή όλων των εμπλεκόμενων κοινωνικών εταίρων και εκπροσώπων του επιχειρείν.
Τα πλεονεκτήματα της συγκεκριμένης οργανωτικής διάρθρωσης είναι ότι αποτελεί μια σύγχρονη θεσμική συνεργασία μεταξύ κεντρικής διοίκησης, θεσμοθετημένων φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και φορέων που εκπροσωπούν τον ιδιωτικό τομέα, που αξιοποιεί τη μακρόχρονη εμπειρία που διαθέτουν στην ουσιαστική υποστήριξη της λειτουργίας των επιχειρήσεων, διασφαλίζοντας έτσι την παροχή, πανελλαδικά, υπηρεσιών με υψηλή προστιθέμενη αξία για την υλοποίηση των επιχειρηματικών τους σχεδίων, με επίκεντρο την καινοτομία και τον ψηφιακό τους μετασχηματισμό.

Ραχοκοκαλιά της οικονομίας οι μικρο-μεσαίες επιχειρήσεις

Ποια ήταν η λογική πίσω από τη θεσμοθέτηση του δικτύου αυτού; Ήταν ακριβώς να ανταποκριθούμε σε ένα κεντρικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας: το πολύ υψηλό ποσοστό πολύ μικρών επιχειρήσεων σε σχέση με τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ (μέχρι 9 απασχολούμενοι: Ελλάδα 96,4% έναντι 90,4% ΟΟΣΑ). Αναμφίβολα, το πολύ μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων, που μάλιστα αδυνατεί να μετασχηματισθεί σε κάτι μεγαλύτερο, αποτελεί αιτία δυσλειτουργιών και οδηγεί σε χαμηλή παραγωγικότητα, αδυναμία πρόσβασης στη χρηματοδότηση, χαμηλό βαθμό διεθνοποίησης, αδυναμία μετασχηματισμού, δικτύωσης και ανάπτυξης οικονομιών κλίμακας. Η ενίσχυση της παρουσίας των ΜΜΕ έχει συγχρόνως μια ιδιαίτερα σημαντική διάσταση: οι ΜΜΕ αποτελούν τη «ραχοκοκαλιά» της ελληνικής οικονομίας και συναποτελούν τη μεσαία τάξη, και με αυτή την έννοια, υπό κατάλληλες συνθήκες, μπορούν να διασφαλίσουν βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη, αλλά και οικονομική δημοκρατία.
Η διασφάλιση των προϋποθέσεων οικονομικής δημοκρατίας στις μέρες μας είναι πολύ σημαντική, καθώς δεν αμφισβητείται πια από κανέναν ότι έχει δημιουργηθεί μία τάξη εξαιρετικά πλουσίων ανθρώπων που κατέχει μεγάλο και συνεχώς αυξανόμενο ποσοστό του παγκόσμιου πλούτου (το 1% του πληθυσμού κατείχε πάνω από το 45% του παγκόσμιου πλούτου το 2019, ενώ το φτωχότερο 50% του πληθυσμού μόλις το 1% του πλούτου). Η συγκέντρωση της παραγωγής και του πλούτου σε ελάχιστα χέρια είναι ασύμβατη όχι μόνο με την κοινωνικά βιώσιμη ανάπτυξη, αλλά και με την αληθινή έννοια της δημοκρατίας.
Μια πιθανώς αποτελεσματική απάντηση σε αυτό το οικονομικό και δημοκρατικό πρόβλημα μπορεί να είναι η ανάπτυξη ενός ισχυρού τομέα μικρομεσαίων επιχειρήσεων, με τις νεοφυείς να αποτελούν ένα κρίσιμης σημασίας τμήμα τους, καθώς αποτελούν καίριο μέσο ανάπτυξης καινοτομιών ως καθοριστική «πρώτη ύλη» της για τη μετάβαση σε μια οικονομία της γνώσης. Απαιτείται, λοιπόν, να υποβοηθήσουμε τις ΜΜΕ να αποκτήσουν ένα κρίσιμο μέγεθος μέσω συνεργασιών (παραγωγικοί συνεταιρισμοί, clusters κτλ.), ή μέσω συγχωνεύσεων, ή μέσω συμμετοχής σε εγχώριες ή και παγκόσμιες αλυσίδες αξίας, και ταυτόχρονα να δημιουργήσουμε υποστηρικτικές δομές για να τις συνδράμουμε να αποτελέσουν ισχυρό ανάχωμα στην ανέλεγκτη και ασύδοτη ολιγοπωλιακή επιχειρηματική δραστηριότητα.

Μετέωρη η λειτουργία της δομής

Η Δομή Στήριξης ΜΜΕ σχεδιάστηκε ακριβώς με αυτή τη λογική, μέσα από διαρκή διάλογο με τον επιχειρηματικό κόσμο, για να αποτελέσει επιτυχή σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, που αξιοποιεί τη Δημόσια Διοίκηση και ταυτόχρονα ενσωματώνει τις πιο σύγχρονες θέσεις της οικονομικής επιστήμης. Δυστυχώς, στον καλό σχεδιασμό δεν δόθηκε η συνέχεια της υλοποίησης. Το επιτελικό όργανο εποπτείας της δομής πραγματοποίησε ήδη πριν τις βουλευτικές εκλογές του περασμένου Ιουλίου δύο συνεδριάσεις, τηρώντας πιστά τον αρχικό προγραμματισμό για τη θέση της δομής σε πλήρη λειτουργία το φθινόπωρο του 2019. Έκτοτε, ωστόσο, έχει παρέλθει σχεδόν ένας χρόνος και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των κοινωνικών εταίρων που συμμετέχουν στο εγχείρημα, η κυβέρνηση δεν έχει προβεί σε καμία απολύτως ενέργεια για τη λειτουργία της, παρόλο που οι επιπτώσεις της πανδημίας την καθιστούν ακόμη πιο επιτακτική. Ούτε, από την άλλη, έχει προβεί σε κάποια ενέργεια ή έστω δήλωση, η οποία να μαρτυρά ότι επιθυμεί την ακύρωση αυτής της πρωτοβουλίας, ώστε να μπορέσει να υπάρξει αντίλογος.
Επομένως, μπορεί να ακούγεται ευχάριστη η κυβερνητική εξαγγελία για τη διαμόρφωση των «ΚΕΠ plus», ωστόσο με μια δεύτερη σκέψη εύκολα γίνεται κατανοητό ότι αυτή η πρωτοβουλία τώρα σχεδιάζεται, εκ του μηδενός, και μάλιστα θα είναι περιορισμένης εμβέλειας σε σχέση με τη Δομή Στήριξης που περιγράψαμε και είναι ήδη από καιρό έτοιμη (στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να οδηγήσει στην παροχή κάποιων ενεργειών απλοποίησης και ψηφιοποίησης για τη μείωση διοικητικών βαρών των επιχειρήσεων). Είναι δε πολύ σημαντικό να κατανοηθεί πως η εξαγγελθείσα χρήση των ΚΕΠ δεν μπορεί να υποκαταστήσει το έργο της δομής στην παροχή εξειδικευμένης ουσιαστικής στήριξης στις ΜΜΕ. Αυτό που χρειάζονται οι ΜΜΕ δεν είναι απλά η επίλυση κάποιων γραφειοκρατικών ζητημάτων τους, και αυτό το έχουν τονίσει επανειλημμένα όλοι οι σχετικοί κοινωνικοί εταίροι, αλλά η ουσιαστική στήριξή τους, ώστε να μπορούν να πάρουν τις σωστές επιχειρηματικές αποφάσεις με λόγου γνώση.
Εφόσον, λοιπόν, το μόνο που εξαγγέλλεται προς το παρόν είναι μια διαδικασία (εκ νέου) διαβουλεύσεων, προκύπτουν εύλογα ερωτήματα σχετικά με το αν η αναβλητικότητα της κυβέρνησης για την πλήρη ενεργοποίηση της δομής είναι απλά μια αστοχία του «επιτελικού κράτους» και αποτέλεσμα της κυβερνητικής ανεπάρκειας ή της συνήθους έλλειψης επικοινωνίας μεταξύ των υπουργείων, ή είναι μια ακόμα ισχυρή ένδειξη της «ασυνέχειας» του κράτους στη λογική της σιωπηρής ακύρωσης του έργου της προηγούμενης κυβέρνησης. Σε κάθε περίπτωση, ας ελπίσουμε ότι η εκούσια ή ακούσια αδράνεια για τη θέση σε εφαρμογή της Δομής Στήριξης των ΜΜΕ δεν εμπίπτει στο πλαίσιο της διαφαινόμενης φιλοσοφίας της σημερινής κυβέρνησης, που οδηγεί στην επιβίωση μόνο των μεγαλύτερων ανταγωνιστικών επιχειρήσεων, και ότι θα διαψευστούν οι φόβοι αυτοί με την άμεση ολοκλήρωση, αφενός, των ενεργειών για τη λειτουργία της δομής και την αξιοποίηση των ΚΕΠ plus ως επικουρική ενίσχυση στην επιχειρηματικότητα.

*Καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας, τ. γενικός γραμματέας Ιδιωτικών Επενδύσεων, υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης.