Αλήθεια, καταρρέει η ΔΕΗ;

Του Γιώργου Ανδριώτη

Επειδή η οικονομική κατάσταση της ΔΕΗ παραμένει εδώ και μερικές μέρες στα πρωτοσέλιδα, είναι σκόπιμο να ακουστεί τι λέει η ίδια για το θέμα.
Η ΔΕΗ ΑΕ δεν καταρρέει, ούτε βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού, ούτε αποτελεί συστημικό κίνδυνο. Το 2018 μείωσε το καθαρό χρέος της κατά 212 εκατ. (συνολικά από το 2015 η μείωση ήταν μεγαλύτερη από 1 δισ.), επένδυσε περίπου 750 εκατ. (θα επενδύσει περίπου 790 το 2019) και σήμερα το ταμείο της δεν είναι άδειο. Τον Απρίλιο η S&P διατήρησε την αξιολόγησή της σε CCC+ με θετική προοπτική. Και μόνον αυτά τα στοιχεία αρκούν για να διαψεύσουν δηλώσεις σαν αυτές που ανέφερα, οι οποίες ούτε ωφελούν, ούτε βέβαια βοηθούν στο να λυθούν τα προβλήματα. Αντίθετα είναι ζημιογόνες για τη μετοχή και την προοπτική της.
Υπάρχουν οικονομικά προβλήματα, τα οποία όμως είναι απολύτως διαχειρίσιμα και υπάρχουν παράλληλα πολύ μεγάλες προοπτικές, αρκεί να έχει από την Πολιτεία τη βοήθεια την οποία δικαιούται. Το ζητούσαμε από την προηγούμενη κυβέρνηση, το ζητούμε και από την παρούσα. Για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων έχει εκπονήσει από πέρυσι, με τη συνδρομή έγκυρου Συμβούλου (MacKinsey), πενταετές Επιχειρηματικό Σχέδιο, το οποίο εφαρμόζεται.
Πραγματικό πρόβλημα είναι οι λειτουργικές ζημιές που εμφανίστηκαν το 2ο εξάμηνο του 2018. Κύριες αιτίες ήταν η εκτόξευση των τιμών δικαιωμάτων του CO2, λόγω των μέτρων για την κλιματική αλλαγή, η αύξηση της επιβάρυνσης λόγω των δημοπρασιών ΝΟΜΕ που επιβλήθηκαν από τα μνημόνια, η μείωση των εσόδων λόγω της μείωσης του μεριδίου της αγοράς και ορισμένες εφάπαξ επιπτώσεις, δηλαδή καθαρά εξωγενείς παράγοντες.
Κατανοούμε την προηγούμενη και τη νέα κυβέρνηση, που δεν θέλουν να μετακυλυστεί η αύξηση αυτή του κόστους στους καταναλωτές. Βέβαια αν είχε συμβεί αυτό, η ΔΕΗ θα είχε βγει στις αγορές. Επισημαίνεται ότι από το 2009 έως το 2014 τα τιμολόγια της ΔΕΗ είχαν αυξηθεί περίπου 60%. Αντίθετα, από το 2015 έως σήμερα, όχι μόνον δεν έγιναν αυξήσεις, αλλά καθιερώθηκε η έκπτωση 15% στους συνεπείς πελάτες.
Όμως οι αυξήσεις δεν έγιναν, με την προϋπόθεση να δοθούν ορισμένα από τα χρέη του κράτους προς τη ΔΕΗ, ώστε να ενισχυθεί η ρευστότητα της. Παρά τις μεγάλες προσπάθειες, πολλούς μήνες πριν, να δοθεί μέρος των οφειλόμενων στη ΔΕΗ, αυτό δεν έγινε. Ούτε και στις επείγουσες τροπολογίες των τελευταίων ημερών της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ πέρασε η αναμενόμενη τροπολογία για να δοθεί ένα μέρος έστω των οφειλομένων ΥΚΩ. Και βέβαια δεν είναι πειστικό το άλλοθι που βρίσκει η σημερινή κυβέρνηση για να περάσει την πολιτική της, της πώλησης των Υδροηλεκτρικών, το οποίο ως γνωστό επιδιώκει χρόνια τώρα.
Από τις ζημιές 509 εκατ. του 2018, όπως αναφέρθηκε στη Γ.Σ. των μετόχων, τα 201 εκατ. είναι προβλέψεις για τόκους υπερημερίας προς τον ΑΔΜΗΕ (και τον διάδοχό του ΔΑΠΕΕΠ), από χρήματα που δεν έχουμε εισπράξει και γι’ αυτό θεωρούμε ότι θα διευθετηθούν και τα 149 εκατ. πρόβλεψη για τις μελλοντικές αποζημιώσεις του προσωπικού, διευθέτηση για την οποία είχαν γίνει πολλές προσπάθειες να ολοκληρωθεί με την προηγούμενη κυβέρνηση, αλλά δεν ολοκληρώθηκε.
Σήμερα η επιχείρηση χρειάζεται μια ενίσχυση της ρευστότητάς της, από τα οφειλόμενα προηγουμένων ετών (Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας του 2011, ενεργειακή κρίση 2017 κλπ). Επισημαίνεται ότι την κρίση αυτή την πλήρωσε μόνον η ΔΕΗ, αντίθετα από τους ανταγωνιστές της, οι οποίοι επωφελήθηκαν. Αλλά το ουσιαστικό της πρόβλημα, που μετατρέπεται σε πρόβλημα όλης της αγοράς, αφορά την αύξηση του κόστους (δικαιωμάτων του CO2, τιμών Φυσικού Αερίου), που δεν καλύπτεται από τα τιμολόγια και αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί. Οι δύο μεγάλες δράσεις που είναι σε εξέλιξη, δηλαδή αφενός η τιτλοποίηση με αναδόχους διεθνείς τράπεζες και αφετέρου η θεαματική εντατικοποίηση της αναζήτησης οφειλών τελικών πελατών, δεν μπορούν να αποτελέσουν τη μακροπρόθεσμη λύση του προβλήματος.

Το μέλλον της ΔΕΗ

Για το μέλλον της Επιχείρησης έχουμε ήδη ανοίξει δρόμους για επιχειρηματικά σχέδια τα οποία έχουν αναφερθεί στη Γ.Σ. των μετόχων. Σύμφωνα με αυτά, το 2022 τα λειτουργικά κέρδη (EBITDA) θα ξεπερνούν το 1 δισ., με δύο προϋποθέσεις:
•◦ Να κρατήσει η επιχείρηση όλα τα περιουσιακά στοιχεία της.
•◦ Να αφεθεί να λειτουργήσει ως επιχείρηση, χωρίς τα ασφυκτικά δεσμά του κράτους.
Σχετικά με την πώληση των λιγνιτικών μονάδων, που έγινε και αυτή αντικείμενο εκμετάλλευσης. Η εκτίμησή μας είναι ότι οι επενδυτές δεν προσήλθαν στο διαγωνισμό, λόγω της πολιτικής συγκυρίας, καθώς και επειδή τα διαρθρωτικά μέτρα μείωσης του κόστους των μονάδων που έχουν ήδη ληφθεί, δεν έχουν ακόμη αποδώσει. Όσον αφορά την πολιτική συγκυρία, αφού υπάρχουν πληροφορίες ότι η νέα κυβέρνηση εξετάζει την περίπτωση να πωληθούν οι λιγνιτικές μονάδες μαζί με υδροηλεκτρικές, προτίμησαν να περιμένουν τις τελικές αποφάσεις, ως πολύ πιο δελεαστικές γι’ αυτούς.
Η πρόταση πώλησης λιγνιτικών με υδροηλεκτρικά, όχι μόνο δεν θα προσδώσει καμία αξία, αντίθετα θα μηδενίσει την αξία των λιγνιτικών μονάδων και θα περιορίσει τον ανταγωνισμό. Τα Υδροηλεκτρικά της Μικρής ΔΕΗ αντιστοιχούσαν σε παραγωγή περίπου 1,2 TWH, δηλαδή μόνο 2% της αγοράς, ενώ οι ανταγωνιστές έχουν ήδη αποκτήσει το 15% μέσω των ΝΟΜΕ, και η αγορά δεν ανοίγει…
Καταλήγοντας πρέπει να απευθυνθούμε προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, που έχει αντιμετωπίσει με μεγάλη σκληρότητα την επιχείρηση, την καλούμε να εξετάσει σοβαρά τις προτάσεις μας και απευθύνουμε επίσης έκκληση προς την κυβέρνηση, την αξιωματική αντιπολίτευση και όλες τις πολιτικές δυνάμεις να στηρίξουν το εθνικό κεφάλαιο που λέγεται ΔΕΗ. Την ακρωτηριασμένη ΔΕΗ θα την πληρώσει ακριβά όλος ο ελληνικός λαός.

* Αντιπρόεδρος Δ.Σ. ΔΕΗ