Αλλόκοτες ιστορίες ενός πεζογραφούντος ποιητή

Αργύρης Χιόνης, “Έχων σώας τα φρένας και άλλες τρελές ιστορίες”, επιμ. Γιώτα Κριτσέλη, σκίτσα Εύη Τσακνιά, Κίχλη, Αθήνα 2016

 

Τα εννιά διηγήματα που συνθέτουν τη μεταθανάτια συλλογή «Έχων σώας τα φρένας και άλλες τρελές ιστορίες» είναι, όπως και τα προηγούμενα πεζά του Αργύρη Χιόνη, διαποτισμένα από την ποιητική του φλέβα. Πεζά, που ωστόσο διατηρούν πολλά από τα στοιχεία της ποιητικής φόρμας, όπως το ρυθμό και την έντονη μουσικότητα, τις εσωτερικές ομοιοκαταληξίες, τη χρήση παρηχήσεων, συνηχήσεων, ομόηχων λέξεων και επαναλήψεων, την έντονη παρουσία της μεταφοράς. Παρ’ ολίγον ποιήματα, που όπως έχει γράψει ο ίδιος ο ποιητής στο παρελθόν, δεν κατάφερε να τα πυκνώσει ώστε να χωρέσουν στους στίχους ενός ποιήματος κι έτσι επέλεξε να τα ανοίξει μετατρέποντάς τα σε διηγήματα.

Μέσα από τα εννέα διηγήματα του τόμου και τα δύο κείμενα που απαρτίζουν το παράρτημα, ο Χιόνης μετέρχεται ενός αφηγηματικού εγώ που ταυτίζεται με τον ίδιο και στο οποίο προσφέρει πλήθος βιογραφικών στοιχείων του. (Εξαιρείται το δεύτερο διήγημα της συλλογής, «Το δούρειον θήλυ», όπου ο συγγραφέας εμφανίζεται μοναχά στις σημειώσεις του κι είναι γραμμένο κατά τα πρότυπα των μεσαιωνικών ιστοριών. Λειτουργεί ωστόσο δεξιοτεχνικά σαν πρελούδιο για το αμέσως επόμενο «Το απομεσήμερο ενός φαύνου»). Από τα παιδικά χρόνια στα Σεπόλια και κάποια σκοτεινή οικογενειακή ιστορία μέχρι την απομόνωσή του στο Θροφαρί της Κορινθίας, περνώντας από τα χρόνια της εργασίας του ως μεταφραστής στις Βρυξέλλες, ο Χιόνης προσφέρει θραύσματα μιας αυτοβιογραφίας, μικρές στιγμές που ωστόσο συμπυκνώνουν τη διαδρομή του στη ζωή και στη γραφή.
Έχω την αίσθηση πως αν κάτι διαφοροποιεί αυτά τα κείμενα από τα ποιήματα του Χιόνη είναι κατά κύριο λόγο ο τρόπος που το ποιητικό «εγώ» δίνει τη θέση του σε ένα πεζογραφικό, αυτοβιογραφούμενο και αυτομυθολογούμενο ομόλογό του. Το πώς δηλαδή ο Χιόνης αφήνει εδώ το πρώτο πρόσωπο της ποίησης, που σχεδόν εξ ορισμού και αυτόματα διεκδικεί την οικουμενικότητα, για να κατέλθει, και πάλι πρωτοπρόσωπος, στο πεδίο της βιωματικής, αυτοβιογραφικής αφήγησης, καθόλου ρεαλιστικής ωστόσο, αλλά αντίθετα εμπλουτισμένης με στοιχεία αλληγορίας, παρωδίας, φανταστικού, καθώς και με στοιχεία ψευδοδοκιμιακά, ένθετα και ευφάνταστα παραλλαγμένα λήμματα λεξικού ή σημειώσεις μπορχεσιανού ύφους που εντάσσονται οργανικά στην αφήγηση, άλλοτε συμπληρώνοντας κι άλλοτε υπονομεύοντάς την.

Αέναη μάχη τρέλας και λογικής

Τι πραγματεύονται τα εννιά διηγήματα της συλλογής; Θα το βρει κανείς σε δύο φράσεις του Χιόνη, η μία (από την αίτηση υποτροφίας του ποιητή στο ΕΚΕΒΙ) συμπυκνώνει το κοινό τους θέμα ως «το παράλογο της ύπαρξης και η ασάφεια των ορίων μεταξύ τρέλας και λογικής», ενώ η δεύτερη, που χρησιμεύει και ως μόττο στο βιβλίο, παρουσιάζεται εν είδει ομολογίας, «Ποτέ δεν είχα σώας τα φρένας, σαλεμένες τις είχα, αλλά αυτές οι σαλεμένες σώο με κράτησαν σ’ αυτό τον ανελέητο κόσμο της λογικής». Εδώ ο Χιόνης λέει κάτι ακόμη για τον κόσμο του βιβλίου του, αλλά και για τον ίδιο και τη ζωή του, ότι αυτό που θα θεωρούσαμε «σαλεμένο» είναι για τον καθένα μας, αλλά πρωτίστως για τον ποιητή, μια δύναμη που τον στηρίζει απέναντι στα τέρατα της λογικής, που τον διασώζει μέσα στο ζοφερό κόσμο της. Πλάι σ’ αυτή την αέναη μάχη τρέλας και λογικής, ο Χιόνης καταπιάνεται σε τούτα τα διηγήματα και μ’ άλλες τρέλες, την εμμονή, που οδηγεί στα άκρα τον συλλέκτη μαχαιριών (στο διήγημα «Περί μαχαιριών»), τη σκοτεινή παράδοση αλλά και τις ταξικές διαφορές, που λύνονται άλλοτε με το έγκλημα κι άλλοτε με την υπεράνθρωπη υπέρβασή τους (στο «Cavalleria cretense» και στο «Τριακοστό πέναλτι»), ακόμη περισσότερο με το πέρασμα του χρόνου και το γήρας, που φέρνουν την αναγκαστική παραίτηση από τις απολαύσεις του έρωτα («Το απομεσήμερο ενός φαύνου») ή τη μοναξιά που βρίσκει πια συντροφιά και παρηγοριά στα ζώα ή και στα άψυχα, τη μοναξιά που αποτελεί σύντροφο του ποιητή και εχέγγυο για την όλο και βαθύτερη και ουσιαστικότερη ποιητική παραγωγή του (στα περισσότερα εκ των διηγημάτων).

Διαδρομή μοναχική, έκκεντρη

Με όλα ετούτα καταπιάνεται ο Χιόνης στην τελευταία αυτή συλλογή του, που κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του, χάρη στην επιμέλεια και την αγαπητική φροντίδα της Γιώτας Κριτσέλη στα κατάλοιπα του ποιητή. Κι ο θάνατος είναι κι αυτός παρών στα διηγήματα με διάφορες μορφές και τρόπους. Βαριά είναι όλα τούτα, όπως ομολογεί και ο ίδιος ο Χιόνης, εξ ου και το ύφος του γίνεται παιγνιώδες και ελαφρύ, παρωδιακό και υπονομευτικό, προκειμένου να λειτουργήσει ως αντίστιξη στο σκοτεινό υπαρξιακό του στοχασμό. Γιατί ετούτη η συλλογή που ξεκινά με την ανακοίνωση μιας παράξενης διαθήκης (ο ποιητής, έχων σώας τα φρένας κατά την αναγκαία νομική διατύπωση, αποφασίζει να αφήσει κληρονόμο του την τράπεζά του, αυτή που επάνω της αναπαύεται η γριά του Remington) αποτυπώνει μια διαδρομή μοναχική, έκκεντρη, τη διαδρομή ενός ανθρώπου που χρειάστηκε να απομονωθεί από τον κόσμο και να στερηθεί διασκεδάσεις κι απολαύσεις, προκειμένου να ανταποκριθεί στην ποιητική του κλήση, προκειμένου να φτάσει όλο και βαθύτερα σ’ αυτόν τον άλλο κόσμο της ποίησης. Και σ’ αυτήν τη διαδρομή τού παραστάθηκαν, παίρνοντας χαρακτηριστικά ανθρώπινα αλλά και κερδίζοντας την τρυφερότητα και την αδιαμφισβήτητη αγάπη του, ζώα τετράποδα και αντικείμενα άψυχα (τετράποδα κι αυτά) –γάτες και σκυλιά, καρέκλες και τραπέζια και η σόμπα του η Μπουμπού–, γιατί πώς αλλιώς να μιλήσει για τον κόσμο που τον περιβάλλει ο ποιητής; Πώς να το κάνει χωρίς να του αναγνωρίσει συναισθήματα, προθέσεις, συμπεριφορές κι αντιδράσεις ανθρωπινές; Χωρίς να του εμφυσήσει πνοή ζωής;

Ο άνθρωπος, τα ζώα και τα πράγματα

Αυτή η σχέση του ανθρώπου με τα ζώα (κυρίως) και τα πράγματα, είναι περισσότερο από οπουδήποτε αλλού συγκινητική στο διήγημα που γράφει για τη γάτα του τη Φρόσω («Πώς χτίζεται ένα σπίτι») αλλά και στο ομόλογό του («Τότε που η Χίμαιρα»), που αναδημοσιεύεται στο παράρτημα κειμένων. Εκεί ο Χιόνης δεν αποτίνει απλώς φόρο τιμής στα ζώα που τον συντρόφεψαν (τη γάτα και τη σκύλα του), δεν αποδίδει σ’ αυτά ιδιότητες που έπαιξαν ρόλο κρίσιμο στην εξέλιξη της ζωής του αλλά και της συγγραφικής του δραστηριότητας, αλλά τα μετουσιώνει, δίνοντας τη μορφή τους στην ίδια την έμπνευση και το δημιουργικό δαίμονα που τον κινεί. Περισσότερο βέβαια τη Χίμαιρα, ζώο άσχημο και τερατώδες, αιμόφυρτο θύμα λύκων και τσακαλιών, ζηλότυπη αγαπημένη, που τον αποκόβει από έρωτες, φίλους και γνωριμίες κοινωνικές, προσφέροντάς του ως αντάλλαγμα την πιο αυστηρή της κριτική αλλά και τον πιο αφοσιωμένο έπαινο για τα ποιήματά του.
Η έκδοση της Κίχλης, με τα ωραιότατα, παλιακά σχέδια της Εύης Τσακνιά, είναι αισθητικά ένα μικρό κόσμημα. Και παρόλο που διαβάζοντας ευχήθηκα οι σημειώσεις του Χιόνη να ήταν υποσελίδιες ώστε να μη διακόπτεται η ανάγνωση, η σπείρα που συγκροτούν οι σημειώσεις συγγραφέα και επιμελήτριας, το παράρτημα και το επίμετρο, μια σπείρα που όταν φτάνεις στο τέλος της σε προκαλεί να ξαναπιάσεις το βιβλίο απ’ την αρχή, νομίζω πως ταιριάζει εντέλει με τον κόσμο του βιβλίου.

Έφη Γιαννοπούλου