Άλμα αλμάτων

Χρήστος Χρυσόπουλος «Άλμα», εκδόσεις Νεφέλη, σελ. 153

Ο Χρήστος Χρυσόπουλος είναι συγγραφέας που συνομιλεί περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο με τους τρόπους – για κινήματα είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς σήμερα – της εποχής του. Συνομιλεί μάλιστα ταυτόχρονα και με τις άλλες τέχνες (κινηματογράφο, θέατρο κ.ά.), καθώς και αυτό ανήκει στους τρόπους της εποχής του (μας). Στο νέο του βιβλίο, που έχει τον τίτλο «Άλμα», το κάνει ίσως ακόμα πιο έντονα, προκειμένου να συνομιλήσει όχι μόνο με την εποχή του αλλά και με το μέλλον της, προκειμένου να στείλει ένα μήνυμα σε μπουκάλι που θα διαβαστεί αργότερα από το ίδιο το παιδί του, που πρόσφατα απέκτησε.
Η ιστορία έχει σαφή στοιχεία αλληγορίας. Η δράση τοποθετείται στον ευρύτερο χώρο ενός μαιευτηρίου, όπου όμως έχει φτιαχτεί από χρόνια μια «Μονάδα», όπως την αποκαλεί ο συγγραφέας, με έξι διαμερίσματα στα οποία διαμένουν έξι διαφορετικοί άνθρωποι, απομεινάρια ενός περίεργου υγειονομικού πειράματος του παρελθόντος που έχει σχεδόν ξεχαστεί, αλλά συνεχίζει να υπάρχει με τη δύναμη της αδράνειας.
Οι κάτοικοι αυτών των διαμερισμάτων – ασθενείς; Τρόφιμοι; – έχουν πια χάσει και τα πραγματικά τους ονόματα. Τους αποκαλούν π.χ. «Εκείνος-του-ενός», «Εκείνος-των-τεσσάρων» με βάση τα χρόνια διαβίωσης στο χώρο αυτό.
Με τον τρόπο αυτό ο συγγραφέας εγκαθιστά ένα σύστημα, που φέρνει στο νου κλασικές λογοτεχνικές δυστοπίες, ωστόσο εδώ το κλίμα δεν είναι ακριβώς ζοφερό. Ο συγγραφέας λέει, βέβαια, ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι, ενώ έχουν όπως όλοι ένα πληθυντικό παρελθόν, τώρα πλέον έχουν εγκλωβιστεί σε μια μόνο εικόνα, σε μια μόνο ιστορία. Είναι δηλαδή αποκλειστικά μόνο ένα πράγμα, αυτό που βλέπουν οι άλλοι πάνω τους, κυρίως γιατί δεν υπάρχει προοπτική αλλαγής. Η προσωπικότητά τους αποκρυσταλλώνεται σε αυτό που είναι η εικόνα του εγκλεισμού τους και εκείνοι το προτιμούν και δεν αλλάζουν ούτε ένα «και» στην παγιωμένη αυτή αυτοβιογραφία, γιατί έτσι τους βολεύει να βλέπουν και τους άλλους. Δεν ψάχνουν πια το ίδιο τους το παρελθόν, για να μη χρειαστεί να αναζητήσουν και το μέλλον. Ζουν μέσα στην ασφάλεια της φυλακής τους. Ο ζόφος αυτής της συνθήκης μετριάζεται ωστόσο από το γεγονός ότι ζουν σε ένα μαιευτήριο. Η ζωτική ενέργεια που εκπέμπεται δίπλα τους λειτουργεί ως υπενθύμιση της πραγματικής ζωής που τουλάχιστον μπορούν να κοιτάζουν κρυφά από τα παράθυρα και τις μισάνοιχτες πόρτες. Μπορούν αν θέλουν και να φύγουν, κανείς δεν θα τους εμποδίσει, απλώς όμως δεν το τολμούν ποτέ. Πρόκειται για σαφές σχόλιο στο σύγχρονο τρόπο ζωής που μοιράζει χάντρες και καθρεφτάκια τα οποία όλοι τα κοιτάζουν με περιέργεια, παραμένοντας ωστόσο στην ασφάλεια των τεσσάρων τους τοίχων και της μικρής οθόνης από την οποία και μόνο αυτά εισβάλλουν. Ή πάλι, παραμένοντας στην «ασφάλεια» προσωπικών σχέσεων παγιωμένων αλλά και βραχυκυκλωμένων από καιρό, από φόβο για το άγνωστο.

Άνθρωποι μιλούν στο όνομα άλλων

Η συνύπαρξη με το μαιευτήριο έχει βέβαια και κάτι το σουρεαλιστικό. Οι έγκλειστοι μοιάζουν να συμβολίζουν τους συγγενείς των παιδιών που γεννιούνται, γονείς, θείους, παππούδες που όλοι έχουν μια γνώμη και όλοι ασκούν μια εξουσία στον περίγυρό τους, την ίδια ώρα που δεν δίνουν ούτε στον εαυτό τους το δικαίωμα της ζωής.
Όμως η ιστορία δεν σταματάει εδώ. Σιγά σιγά εμφανίζονται και οι πραγματικοί πρωταγωνιστές της πλοκής, οπότε η αλληγορία αποκτά άλλες διαστάσεις. Πρόκειται για τον «Επισκέπτη» – ονομάζεται έτσι γιατί ήρθε τελευταίος, είναι υπεράριθμος και τον βάζουν σε ράντζο στο διάδρομο της Μονάδας –, «Εκείνη», δηλαδή μια μέλλουσα μαμά, τη «Μητέρα» και τον «Πατέρα» της μέλλουσας μαμάς. Ο «Επισκέπτης», χωρίς να δηλώνεται, μπορεί να είναι ο μελλοντικός πατέρας, ίσως και alter ego του συγγραφέα, ενώ το παιδί που καταφθάνει αλλάζει τις ζωές όλων.
Παρακολουθούμε την έγκυο γυναίκα στη διαδρομή της μέχρι τη γέννα, το κείμενο εμπλουτίζεται εντυπωσιακά με όλη τη σχετική ιατρική ορολογία ενώ το ίδιο το παιδί, ακόμη και πριν να γεννηθεί, παίρνει ρόλο και λόγο. Με ένα τρόπο θεατρικού κειμένου οι φωνές μπερδεύονται, οι άνθρωποι μιλούν στο όνομα άλλων, γιατί όλοι εντέλει βλέπουν στο παιδί που γεννήθηκε ένα δικό τους άνθρωπο που δεν υπάρχει πια. «Πίστεψε λοιπόν ότι αυτό σημαίνει να φέρνεις στον κόσμο ένα παιδί. (…) Ότι γύρω σου θα υπάρχουν νέοι, άγνωστοι άνθρωποι. Ότι καθένας θα έχει τη δική του επιδίωξη, τη δική του γνώμη, τη δική του παράξενη ιστορία. Ότι θα κρατούν το παιδί σου στην αγκαλιά τους κι εκείνο θα τους μιλά με τις προσφιλείς τους φωνές».

Έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα…

Το παιδί, με κάποιο παράξενο τρόπο, έχει το ίδιο επιλέξει το όνομά του, λέγεται «Άλμα». Ένα όνομα που θυμίζει θέατρο, που θυμίζει υπερβάσεις εαυτού αλλά και άλματα στο κενό. Προφανώς πρόκειται και για ένα ιδιωτικό στοίχημα του συγγραφέα που είχε να αντιμετωπίσει νέα διλήμματα στη στροφή αυτή της ζωής. Τα βάζει και αυτά στη φωνή άλλων, καθώς και σε ένα απόσπασμα άρθρου του συγγραφέα Γιόζεφ Ροτ, που γράφτηκε κάποιες δεκαετίες πριν το «Δεν ξέρω τι να παίξω στα παιδιά» του Διονύση Σαββόπουλου. Λέει ο Ροτ: «Υπάρχει τίποτα πιο επώδυνο από την κατανόηση στα μάτια των παιδιών; Από τα παιδιά που καταλαβαίνουν; Γνωρίζουν περισσότερα από τους γονείς τους. Αντιλαμβάνονται με τόση σαφήνεια και ευθύτητα, ώστε είναι οι γονείς εκείνοι που μοιάζει να έχουν μια ανάρμοστη παιδική αθωότητα στο βλέμμα τους. Τα παιδιά γνωρίζουν – και οι ενήλικες δίπλα τους φαίνεται να μην έχουν ιδέα… Δεν κατάλαβαν πώς έπεσαν στην παγίδα του τρομερού πεπρωμένου τους. Δίπλα τους στέκονται τα παιδιά τους που γνωρίζουν, των οποίων τα ανέκφραστα μάτια έχουν ξεπεράσει την απορία και προσφέρουν ήδη συγχώρεση».

Μανώλης Πιμπλής