Αμυντικές δαπάνες και δημόσιο χρέος

 

Για ένα νέο αφήγημα, πέραν των αποστροφών Θ. Πάγκαλου και Γ. Ντάισελμπλουμ1.

kambas1

 

Του Ανδρέα Καμπά

 

«…Μετά από μια περίοδο εξοπλιστικής φρενίτιδας με τις γνωστές παρενέργειες …»2

«Τα εξοπλιστικά προγράμματα της χώρας αποτελούσαν ανέκαθεν πηγή κινδύνων για διαφθορά δομών και προσώπων…»3

 

Τα αποσπάσματα αντλήθηκαν από δυο κείμενα που καταστρώθηκαν την ίδια περίοδο και, παρά τη διαφορετική τους στόχευση, ορίζουν τα δυο ακραία σημεία κάθε αναφοράς σε εξοπλιστικά προγράμματα. Το πρώτο ανοίγει μια ευρεία προοπτική πολιτικής προσέγγισης του ζητήματος, το δεύτερο, πολύ στενότερο, αποσκοπεί στο να πείσει τη Βουλή να ασκήσει δίωξη σε υπουργό που χειρίστηκε εξοπλιστικά προγράμματα.

Η εντύπωση που αποκομίζει κανείς από τη μη κατατεθείσα ερώτηση των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ και από την πρόταση για τη σύσταση προανακριτικής επιτροπής για τα εξοπλιστικά προγράμματα από σύσσωμη την Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ, είναι η απομείωση μιας προνομιακής για την Αριστερά θεματικής και η συρρίκνωσή της στην ποινική της διάσταση. Βεβαίως, θα μπορούσε να προσθέσει κανείς, η πρόταση για τη σύσταση μιας κοινοβουλευτικής επιτροπής δεν σημαίνει ότι η Αριστερά απεμπολεί αυτό το πεδίο άσκησης πολιτικής. Θα συμφωνήσω, επιχειρώντας μια ποσοτικοποίηση των αμυντικών δαπανών από το 1974 έως σήμερα, με βάση στοιχεία από το U.S. Arms Control and Disarmament Agency, που δημοσιεύτηκαν στο «World Military Expenditures and Arms Transfers» και από το Stockholm International Peace Research Institute (SIPRI). Θεωρώ ότι αποτελούν το δεσμευτικό πλαίσιο εκφοράς για το αντικείμενο της προανακριτικής επιτροπής.

 

Μεγάλο ποσοστό του χρέους οι αμυντικές δαπάνες

 

Χρειάζονται επίπονα τεκμηριωμένες οικονομικές μελέτες για τις επιπτώσεις του συνολικού, αστρονομικού ποσού που διατέθηκε για αμυντικές δαπάνες στη διαμόρφωση της ελληνικής οικονομίας μετά τη μεταπολίτευση. Επειδή τα εξοπλιστικά προγράμματα δεν ταυτίζονται με τις αμυντικές δαπάνες, και η ποσοτικοποίηση επιδέχεται τόσες προσεγγίσεις, ώστε να κινδυνεύει να εκφυλιστεί σε έναν ατέρμονα «λόγο περί της ακολουθητέας μεθόδου», αξίζει να συγκρίνουμε τις αμυντικές δαπάνες δυο χωρών του ευρωπαϊκού νότου, της Ελλάδας και της Πορτογαλίας, ιδρυτικού μέλους του ΝΑΤΟ. Η πτώση των δικτατοριών βρήκε τη μεν πρώτη να προϋπολογίζει 1,467 δισ. $ και 5,4% του ΑΕΠ έναντι 1,192 δισ. $ και 7,3% του ΑΕΠ της δεύτερης για αμυντικές δαπάνες. Έκτοτε η Ελλάδα ξοδεύει σταθερά μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ σε σχέση με την Πορτογαλία.

 

  ΕΛΛΑΔΑ

Ποσό $

%

ΑΕΠ

ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Ποσό $

%

ΑΕΠ

1974 1457 5,4% 1192 7,3%
1975 1903 6,6  813 5,3
1976 2045 6,7  662 4,1
1977 2157 6,8  614 3,6
1978 2196 6,5  625 3,5
1979 2132 6,1  661 3,5
1980 1954 5,5  700 3,6
1981 2404 6,8  707 3,7
1982 2377 6,8  711 3,6
1983 2195 6,3  693 3,5
1984 2575 7,2  658 3,5
1985 5343 7 2121 2,9
1986 4787 6,2 2208 2,9
1987 4863 6,3 2260 2,8
1988 5052 6,3 2480 2,9
1989 4786 5,8 2628 2,9
1990 4806 5,8 2713 2,8
1991 4625 5,4 2716 2,7
1992 4882 5,7 2678 2,6
1993 4845 5,5 2569 2,6
1994 4932 5,6 2503 2,5
1995 5056 5,5 2690 2,6
1996 7190 3,3 3977 2,1
1997 7661 3,4 4064 2,1
1998 8349 3,5 3974 1,9
1999 8741 3,6 4182 1,9
2000 9224 3,6 4307 1,9
2001 9021 3,3 4480 1,9
2002 8849 3,1 4605 1,9
2003 7581 2,5 4443 1,9
2004 8335 2,6 4719 2,0
2005 9013 2,8 5002 2,0
2006 9371 2,8 4859 1,9
2007 9363 2,7 4651 1,8
2008 10409 3,0 4669 1,8
2009 10913 3,2 5106 2,0
2010 8387 2,7 5036 2,0
2011 6752 2,5 4810 2,0
2012 5972 2,4 4272 1,9
2013 5577 2,3 4707 2,1
2014 5531 2,5 4112 1,8
2015 6104 2,6 4380 1,9
2016 5083   3684  

4

Διαπιστώνουμε, με τους μετριότερους υπολογισμούς, ότι οι αμυντικές δαπάνες της Ελλάδας, με αναγωγή σε τιμές 2014 και χωρίς τους τόκους, είναι κατά τριψήφιο αριθμό σε δισεκατομμύρια δολάρια αυξημένες σε σχέση με αυτές της Πορτογαλίας, η οποία, παρόλα ταύτα (και σε αντίθεση με τις περισσότερες χώρες του ΝΑΤΟ, της ΕΕ και του ΟΟΣΑ) εξακολουθεί να ξοδεύει 2% του ΑΕΠ, δηλαδή το ελάχιστο ποσοστό που απαιτεί το ΝΑΤΟ από τα μέλη του για την άμυνα.

Το επιπλέον ποσό, σε σχέση με την Πορτογαλία, που κατέβαλε η Ελλάδα από το 1974 μέχρι σήμερα σε αμυντικές δαπάνες, καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος του χρέους των 320 δισ. ευρώ. Στο μέτρο που, όπως η κυβέρνηση επισήμως, αναγνωρίζουμε το χρέος ως υπαρκτό μέγεθος και δεν καταφεύγουμε σε ευφυολογήματα απόκρυψής του ή υποτίμησης της βαρύτητάς του, θα πρέπει να βάλουμε στην εξίσωση τον κύριο παράγοντα στη διαμόρφωσή του, τις αμυντικές δαπάνες.

Αυτό είναι το πεδίο εκφοράς των παραβιάσεων των ποινικών νόμων. Πέρα από το αυτονόητο πρόταγμα απονομής δικαιοσύνης, θα πρέπει να παρατηρήσει κανείς ότι ήταν η ιδιότυπη «απώθηση» για το ζήτημα, μέσα στο οποίο ευδοκίμησαν παραβατικές συμπεριφορές και ποινικά ενδιαφέρουσες πράξεις και παραλείψεις εκπροσώπων του πολιτικού συστήματος, που απέβη βασική συνιστώσα του προβλήματος χρέους. Θεωρώ λοιπόν εντελώς αδόκιμες εκείνες τις προσεγγίσεις επίλυσής του που δεν λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τον, σύμφωνα με τα παραπάνω, κύριο γενεσιουργό παράγοντα.

Αξίζει να παρατηρήσει κανείς, στον πίνακα που παρατίθεται, την πτώση των αμυντικών δαπανών στην Πορτογαλία με το τέλος της δικτατορίας του Σαλαζάρ και την αντίστοιχη άνοδο στην Ελλάδα, με αφορμή την εισβολή στην Κύπρο και την κρίση στο Αιγαίο. Να υπενθυμίσει το «μείζον ζήτημα» της δεκαετίας του ’70, τη διατήρηση της αναλογίας 7 προς 10 στην «αμυντική βοήθεια» από τις ΗΠΑ και την κούρσα των εξοπλισμών για την οποία η Τουρκία, λόγω μεγέθους, είχε μεγαλύτερες «αντοχές». Αξιοπαρατήρητη είναι και η αύξηση των αμυντικών δαπανών όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση το ΠΑΣΟΚ, με τον «πλουραλισμό» στην επιλογή των προμηθευτών της χώρας που, μετά τα Ίμια, κατέληξε σε εξαγορά νομιμοποίησης για τη συμμετοχή στη νομισματική ένωση, μέσω εξοπλιστικών προγραμμάτων ιδίως από Γερμανία και Γαλλία που χρηματοδοτούνταν από ευφάνταστα προϊόντα των πιστωτικών ιδρυμάτων. Γι’ αυτού του είδους την εξαγορά νομιμοποίησης παρέχονταν κάθε είδους θεσμικές διευκολύνσεις, αυτές οι δαπάνες εγγράφονταν στον προϋπολογισμό ετεροχρονισμένα —άμα τη παραλαβή.

Αξίζει, τέλος, να σημειώσει κανείς την αντίστοιχη πορεία των αμυντικών δαπανών σε Ελλάδα και Κύπρο ως ποσοστό του ΑΕΠ, προκειμένου να προκαταλάβει τυχόν αντιρρήσεις περί της «ανελαστικότητάς» τους λόγω της ιδιομορφίας της περίπτωσης και του κακού γείτονα.

 

  ΕΛΛΑΔΑ % ΑΕΠ ΚΥΠΡΟΣ % ΑΕΠ
1974 5,4% 2,1%
1975 6,6 2,8
1976 6,7 2,2
1977 6,8 2,4
1978 6,5 1,7
1979 6,1 2,0
1980 5,5 1,4
1981 6,8 2,0
1982 6,8 1,7
1983 6,3 1,7
1984 7,2 1,5
1985 7 2,5
1986 6,2 3,4
1987 6,3 3,2
1988 6,3 2,9
1989 5,8 3,3
1990 5,8 3,7
1991 5,4 7
1992 5,7
1993 5,5 3,6
1994 5,6 4,7
1995 5,5 5,8
1996 3,3 4,8
1997 3,4 6
1998 3,5 5,1
1999 3,6 3
2000 3,6 3
2001 3,3 3,4
2002 3,1 2,3
2003 2,5 2,2
2004 2,6 2,1
2005 2,8 2,2
2006 2,8 2,1
2007 2,7 1,9
2008 3,0 1,7
2009 3,2 1,8
2010 2,7 1,9
2011 2,5 1,8
2012 2,4 1,7
2013 2,3 1,6
2014 2,5 1,5
2015 2,6 1,8

 

 

Αποτέλεσμα μιας συγκεκαλυμμένης ήττας

kambas2

 

Στην περίπτωση χρέους της Ελλάδας, πέρα από την «αγορά χρόνου» —κοινή συνιστώσα σε όλες τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες (W. Streeck)— πέρα από την ιδιομορφία μιας οικονομίας με συρρικνωμένη παραγωγική βάση και με κύριο μοχλό μεγέθυνσης την οικοδομή και το «ακίνητο» —κοινή συνιστώσα σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες που βρέθηκαν σε μνημόνιο— προστίθεται στον τελικό λογαριασμό το κονδύλι για την εξαγορά χρόνου για τη διεξαγωγή ενός «υβριδικού-μεταμοντέρνου πολέμου»5 με την Τουρκία. Ενός πολέμου τον οποίο ήταν νομοτελειακά βέβαιο ότι η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να έχει κερδίσει. Μιας πολυπαραγοντικής σχέσης με εμπλεκόμενες όχι μόνο την Τουρκία, αλλά και αυτές τις χώρες και αυτές τις βιομηχανίες και αυτά τα πιστωτικά ιδρύματα για τα οποία οι ελληνικές (και τουρκικές) αμυντικές δαπάνες αποτελούσαν πηγή πλουτισμού. Αυτή η ερμηνευτική άποψη, ότι στην κρίση χρέους είναι έντονη η διάσταση μιας ιδιαίτερα συγκεκαλυμμένης ήττας στον ιδιότυπο πόλεμο, μπορεί να ρίξει φως σε πτυχές που προκαλούν απορία.

Θυμίζω τη διαπίστωση που έχει γίνει πια κτήμα όλων, ότι «τα μνημόνια» έγιναν όχι για τη σωτηρία της Ελλάδας, αλλά για τη σωτηρία των τραπεζών. Σ’ αυτά τα συμφραζόμενα, στο πεδίο εκφοράς που περιέγραψα, σύμφωνα με το οποίο, κύριος παράγοντας διαμόρφωσης του ύψους του χρέους ήταν και εξακολουθεί να παραμένει η ήττα της Ελλάδας στον ιδιότυπο αυτό πόλεμο, «τα μνημόνια» είναι πράξεις διαχείρισης ιδίως Γερμανίας, Γαλλίας και/υπέρ των πιστωτικών ιδρυμάτων, πράξεις διαχείρισης των πραγματικών νικητών του «υβριδικού-μεταμοντέρνου πολέμου» που «διαπραγματεύονται» με μια ηττημένη Ελλάδα, μια χώρα απομειωμένης κυριαρχίας, για την οποία δεν ισχύει το κοινοτικό κεκτημένο, με μια χώρα με την ιδιότητά της ως οικονομικού υποκειμένου, ως «fiskus», επιβάλλοντας συμφωνίες που σβήνουν τα ίχνη της εμπλοκής τους6.

 

Ανάγκη για νέο αφήγημα

 

Η Αριστερά οφείλει να ενσκήψει στο πρόβλημα του χρέους. Είναι σχιζοφρενική από τη μια η άσκηση της επίσημης πολιτικής στη βάση της ύπαρξης του χρέους και από την άλλη οι ερωτοτροπίες με ακροβατικές απόπειρες υποτίμησής του. Πρέπει να διαμορφώσει και να προτείνει ένα νέο αφήγημα, διαφορετικό του «τα φάγαμε όλοι μαζί». Μακριά από την παλινδρόμηση σε αρχαϊκά ερμηνευτικά σχήματα που τροφοδοτούν εδώ κι’ αλλού απλοϊκές ερμηνευτικές προσεγγίσεις και παραίτηση.

Θα πρέπει να χαιρετήσουμε την πρόταση για τη σύσταση της προανακριτικής επιτροπής και για τον εξής πρόσθετο λόγο: «μεταφράζει» το «τα φάγαμε» του εξαιρετικά ευφυούς (για το πολιτικό σύστημα) ερμηνευτικού σχήματος του Θ. Πάγκαλου σε ένα επεξεργασμένο νομικό λόγο, περιγράφοντας πράξεις και παραλείψεις ως «απιστία σχετική με την υπηρεσία στρεφομένη κατά του δημοσίου» και «νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες τελεσθείσες κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθηση» και όχι ως πράξη ενός γραφικού λαίμαργου για την οποία θα μπορούσαμε να δείξουμε κατανόηση.

Μια Αριστερά που σέβεται τον εαυτό της οφείλει να προχωρήσει πολλά βήματα παραπέρα. Τώρα που διαπιστώνουμε ότι η αντίθεση «μνημόνιο-αντιμνημόνιο» αποδείχτηκε ότι στηρίζει ένα αφήγημα «με κοντά ποδάρια», δεν θα πρέπει να διστάσουμε να το αντικαταστήσουμε με κάτι που, τουλάχιστον χρονικά, εκτείνεται πέρα από το στενό ορίζοντα της κρίσης και την —ορθή— επισήμανση των λανθασμένων συνταγών που ακολουθήθηκαν.

Η Αριστερά οφείλει να βρει τρόπο να επεξεργαστεί αυτή την ιδιότυπη ήττα στον «υβριδικό-μεταμοντέρνο πόλεμο», την οποία άλλωστε οι πράξεις και παραλείψεις του Έλληνα ΥΠΕΞ στην υπόθεση Οτσαλάν, τα καθημερινά επεισόδια στο Αιγαίο και οι διαπραγματεύσεις με τους δανειστές δεν παύουν να υπενθυμίζουν. Από δω και στο εξής, καλείται να διαχειριστεί τη νέα πραγματικότητα χωρίς λεονταρισμούς, χωρίς να στρουθοκαμηλίζει και, κυρίως, χωρίς να αναμασάει τις παραλλαγές του αφηγήματος εκείνων που είναι υπεύθυνοι για την ήττα. Σε καμιά περίπτωση η απόδοση ποινικών ευθυνών σε πολιτικούς που παραβίασαν τη νομιμότητα μαζί και οι αιματηρές θυσίες του μεγαλύτερου μέρους των ελλήνων πολιτών δεν πρόκειται να επιφέρουν τον καθαρμό από ένα νέο άγος και να επαναφέρουν την κανονικότητα.

Δε χρειάζεται να υπενθυμίσει κανείς σε ένα αριστερό κόμμα τις συνθήκες της στρατιωτικής ήττας της τσαρικής Ρωσίας προς το τέλος του Α΄ παγκοσμίου πολέμου. Αρκεί η περίπτωση της Πορτογαλίας: η μείωση των αμυντικών δαπανών δεν ήταν απλή συνέπεια της πτώσης του Σαλαζάρ, αλλά, κυρίως, της αποδοχής της νέας πραγματικότητας, του τέλος της αυτοσυνειδησίας της χώρας ως αποικιακής δύναμης. Ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι ήταν κάτι απλό;

Υπό την έννοια αυτή θα αποτελούσε μια καλή ευκαιρία για την έναρξη ενός συντεταγμένου διαλόγου για το ζήτημα η εκ νέου κατάθεση της ερώτησης Φίλη προς τον υπουργό Άμυνας, αν όχι από σύμπασα την Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ, τουλάχιστον από τους υπόλοιπους συνυπογράψαντες, πριν από την απόσυρσή της. Να χυθεί άπλετο φως στην έλλειψη ενημέρωσης της πλειοψηφίας των πολιτών, να πάψει η απώθηση του ζητήματος από το πολιτικό σύστημα και να σπάσει η «ομερτά» των λίγων μυημένων για τους εξοπλισμούς. Τώρα πια είναι ο ίδιος ο Ν. Φίλης μέλος της Διαρκούς Επιτροπής Εξοπλιστικών Προγραμμάτων και Συμβάσεων της Βουλής. Δεν μπορεί παρά να σταθεί αρωγός σ’ αυτή την προσπάθεια.

 

 

*O Ανδρέας Καμπάς είναι ιστορικός του Δικαίου

Ολόκληρο το κείμενο δημοσιεύεται στον ιστότοπο της εφημερίδας, www.epohi.gr

 

Σημειώσεις

  1. Η πασίγνωστη αποστροφή του Θ. Πάγκαλου, «μαζί τα φάγαμε», και το χαρακτηριστικό απόσπασμα από συνέντευξη του Γ. Ντάισελμπλουμ στην «Frankfurter Allgemeine Zeitung» της 19.03.2017.
  2. Από τη μη κατατεθείσα ερώτηση προς τον υπουργό Άμυνας του Ν. Φίλη και άλλων βουλευτων του ΣΥΡΙΖΑ.
  3. Από την πρόταση που κατέθεσε σύσσωμη η Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ στις 10.03.2017 προς τη Βουλή για σύσταση προανακριτικής επιτροπής για τον Γιάννο Παπαντωνίου με αντικείμενο τα εξοπλιστικά προγράμματα.
  4. Η πρώτη και τρίτη στήλη είναι οι δαπάνες σε εκατομμύρια δολάρια, με αναγωγή στο έτος 1983 για τα έτη 1974-1984 . Για τα έτη 1985-1996 η αναγωγή γίνεται στο έτος 1995 (στοιχεία από το U.S. Arms Control and Disarmament Agency), για, δε, την υπόλοιπη περίοδο στο έτος 2014 (στοιχεία από το SIPRI). Η δεύτερη και τέταρτη στήλη είναι αμυντικές δαπάνες σε ποσοστό επί του ΑΕΠ.
  5. Τόσο ο όρος «υβριδικός πόλεμος», όσο και ο όρος «μεταμοντέρνος πόλεμος» έχουν χρησιμοποιηθεί. Με τις δυο λέξεις, «υβριδικός-μεταμοντέρνος», προσπαθώ να περιγράψω ένα ιδιότυπο ανταγωνισμό, που εμφανίζει στοιχεία συρράξεων της «περιφέρειας» που έχουν περιγραφεί ως «υβριδικός πόλεμος» και μια «μετατόπιση» μοντέρνων κοινωνιών για να ανταποκριθούν σε μια μεταμοντέρνα σύρραξη με πρωταγωνιστές όχι μόνο τα κράτη, αλλά και τους νέους παγκόσμιους παίκτες.
  6. Το «arcanum» του «υβριδικού-μεταμοντέρνου πολέμου» αποτελεί αναγκαίο όρο της διεξαγωγής του.