«Αν οι στρατιωτικοί επέμβουν, θα γίνει αιματοχυσία»

Μια συζήτηση της Ροσάνα Ροσάντα με τον Σαλβαδόρ Αλιέντε

tonia-1

Αυτό το κείμενο της Ροσάνα Ροσάντα προέκυψε από μια συζήτηση που έγινε στο προεδρικό Μέγαρο της Μονέδα, στο Σαντιάγο της Χιλής, στις αρχές Οκτωβρίου 1971, περίπου ένα χρόνο μετά την άνοδο στην εξουσία της Λαϊκής Ενότητας με τη νίκη του Σαλβαδόρ Αλιέντε, το 1970.Η συνέντευξη τοποθετείται στο τέλος της ευτυχούς φάσης της χιλιανής εμπειρίας: η λαϊκή συμμετοχή είναι, σε κάποιους τομείς, ακόμη έντονη, η δεξιά μόλις προετοιμάζεται να σηκώσει κεφάλι –οι πρώτες διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν δύο μήνες μετά– ενώ το ταξίδι του Φιντέλ Κάστρο, που άρχισε προσεκτικά, κατέληξε σε ένα κρεσέντο ενθουσιασμού.
Έπειτα το κλίμα ταχύτατα επιδεινώθηκε μεταξύ του Αλιέντε και του κατ’ ανάγκη συμμάχου του στη Βουλή, τη Χριστιανική Δημοκρατία του Φρέι, μεταξύ σοσιαλιστών και κομμουνιστών (με τους τελευταίους να είναι περισσότεροι ευνοϊκοί προς ένα συμβιβασμό),μεταξύ σοσιαλιστών και MIR, το οποίο αντίθετα έτεινε προς τη ριζοσπαστικοποίηση.

tonia-3

 

Η Χιλή μοιάζει να περιμένει, προσεκτική σαν γάτα, αλλά καθόλου κοιμισμένη: αν ρωτήσεις οποιονδήποτε –και μπορείς να ρωτήσεις οποιονδήποτε, από τον διανοούμενο μέχρι τον εργάτη, τον ταξιτζή, την πωλήτρια, γιατί είναι όλοι τόσο «πολιτικοποιημένοι» –κανείς δεν θα απαντήσει κατηγορηματικά. Όχι επειδή ο χιλιανός είναι –όπως αρέσει σε κάποιους να λένε- από τη φύση του «θεσμικός» και άρα ήρεμος, αλλά επειδή γνωρίζει, και δεν το κρύβει, ότι η κατάσταση είναι ασταθής.
Το πιο κατηγορηματικό άτομο που συνάντησα, είναι ο κατ’ εξοχήν χιλιανός, ο πρόεδρος Σαλβαδόρ Αλιέντε Γκόσενς, ο οποίος, όπως όλοι οι συμπατριώτες του, μετράει τα λόγια του, αλλά σήμερα, περισσότερο από πέρσι (την εποχή της συνέντευξης με τον Ρεζίς Ντεμπρέ) είναι απόλυτος στις προθέσεις και τις προβλέψεις του, γιατί πρέπει να παίξει με απόλυτο τρόπο τα χαρτιά του, και γρήγορα.
Μίλησα για πολλή ώρα με τον Αλιέντε κατά τη διάρκεια ενός γεύματος στο προεδρικό μέγαρο με τον Πολ Σουίζι, τον Μισέλ Γκουτελμάν και εμένα.
Είχαμε προσκληθεί από τα δύο πανεπιστήμια του Σαντιάγο σε ένα σεμινάριο με θέμα τις «κοινωνίες μετάβασης». (…)
Λίγα λεπτά αφού καθίσαμε γύρω από το τραπέζι, με ρώτησε με ένα χαμόγελο: «Υπάρχει κάτι σ’ αυτή τη χώρα, που σας πείθει, συντρόφισσα;». «Είναι σημαντικό αυτό που προσπαθείτε να κάνετε, κύριε πρόεδρε». Με σταματάει αμέσως: «Όχι κύριε πρόεδρε, σύντροφε. Είμαι σύντροφος, όπως εσείς». «Όμως, από εδώ μέχρι τον σοσιαλισμό ο δρόμος μού φαίνεται ακόμη μακρύς». Δεν τον ενθουσιάζει η απάντηση, όμως συμφωνεί: «Ναι, είναι ένας δύσκολος δρόμος».
Όμως αυτό δεν είναι ένα έδαφος στο οποίο τον ενδιαφέρει να παραμείνει: τον ενδιαφέρει να καταλάβουμε πώς κινείται, τι θέλει, πάνω απ’ όλα ποιες δυσκολίες συναντά, τις οποίες δεν κρύβει κάτω από ένα αισιόδοξο κάλυμμα.
Μόλις μπήκε στην αίθουσα στην οποία τον περιμέναμε, στο απλό προεδρικό μέγαρο, ο Αλιέντε, κοντός, πιο στρογγυλοπρόσωπος και με φωτεινότερη όψη από τις φωτογραφίες, εμφανώς κατάκοπος, αλλά με παρουσιαστικό γεμάτο σιγουριά, μας πλησίασε αμέσως: «Σας ευχαριστώ που ήρθατε, επηρεάζετε την κοινή γνώμη στις χώρες σας, έχει για μας μεγάλη σημασία να γνωρίζετε και να λέτε τι είναι η Χιλή σήμερα».

Οι δυσκολίες

Αρχίζει από τις υπάρχουσες δυσκολίες. Ακόμη και αυτές διεθνούς μεγέθους; Έχουμε τέσσερις χιλιάδες χιλιόμετρα σύνορα, κανείς δεν μπορεί να τα υπερασπίσει. Βρεθήκαμε εδώ στο τέρμα της ηπείρου, μόνοι. Και ενοχλούμε πολλούς».
Η αναφορά στη Βραζιλία, έστω και αν δεν διευκρινίζεται, είναι προφανής, όπως οπουδήποτε στη λατινική Αμερική: ισχυρή, επεκτατική, διεύθυνε το πραξικόπημα στη Βολιβία, αφαιρώντας από τον Αλιέντε έναν πιθανό πόλο συμμαχίας. «Δεν έχω στο νου μου μια στρατιωτική επίθεση. Είναι όμως ουσιώδες για μας να μην είμαστε απομονωμένοι. Ο Λανούσε, ο αργεντινός πρόεδρος, ήταν αυτός που μου άνοιξε τις πύλες του συμφώνου των Άνδεων. Βέβαια, εφόσον δεν αγνοείτε τι άποψη έχουν γι’ αυτόν οι αργεντινοί εξόριστοι στη Χιλή, και εκείνος είχε συμφέρον από αυτή τη διαδικασία. Όμως, προς το παρόν, το μεγαλύτερο όφελος το είχαμε εμείς».
Έχει δίκιο: συμφωνώντας μια γραμμή με τον Λανούσε, ενισχύθηκε απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και αφαίρεσε ένα πιθανό έρεισμα από τη χιλιανή δεξιά, η οποία δεν κρύβει ότι υπολογίζει στους στρατιωτικούς του αχανούς γείτονα, που εξαπλώνεται πλάτη με πλάτη πάνω στη Χιλή κατά μήκος  της οροσειράς της Κορδιλιέρας. «Τώρα μπορούμε να πούμε ότι είμαστε ασφαλείς στο Νότιο Κώνο, μολονότι το πραξικόπημα στη Βολιβία είναι ένα πολύ σοβαρό γεγονός». Σοβαρό, αλλά καταλήγει να παίξει ένα ρόλο υπέρ του Αλιέντε: ο συνταγματάρχης Ούγκο Μπάνσερ, φέρνοντας απρόσεκτα ξανά στην επιφάνεια την παλαιά διεκδίκηση της Βολιβίας για μια έξοδο στη θάλασσα σε βάρος της Χιλής, συσπειρώνει ξαφνικά και πάλι το στρατό –που παραμένει το πιο αβέβαιο σημείο του σχεδίου του Αλιέντε– γύρω από τον πρόεδρο.
Όμως, οι Ηνωμένες Πολιτείες; Πώς εκτιμά ο Αλιέντε τις δηλώσεις του Ρότζερς μετά την άρνηση αποζημίωσης των εθνικοποιημένων ορυχείων, μια κίνηση δυσφορίας ή πραγματική απειλή;
«Μια πραγματική απειλή, απαντάει. Πολύ πιο σοβαρή από όσο αντιλαμβάνονται οι πάντες, εδώ και αλλού».

Αποφασιστικότητα, αλλά και σύνεση

Επαναλαμβάνει την επιχειρηματολογία του, η οποία έχει ήδη εκφραστεί στην ξερή απάντηση στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ: οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να χωνέψουν ότι μια χώρα θέλει πίσω τον πλούτο που της έκλεψαν. Πάντως, αντίθετα με όσα ισχυρίζεται το περιοδικό Newsweek και, λίγο πιο υποκριτικά, η μεγάλη εφημερίδα του Σαντιάγο εχθρική προς τον Αλιέντε, η Mercurio, η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας όχι μόνο δεν στοχεύει στη ρήξη, αλλά κινείται με εξαιρετική σύνεση, επιμένοντας μέχρι τέλους μόνο εκεί όπου το δίκιο είναι αναντίρρητα με το μέρος της, όπως στην περίπτωση των ορυχείων.
Όλη η επιχείρηση υπολογισμού των αποζημιώσεων προς την Anaconda και την Kennecott, που κατέληξε στο βροντερό «όχι μόνο δεν σας οφείλουμε τίποτα, αλλά είσαστε εσείς που μας οφείλετε ακόμη περίπου τετρακόσια εκατομμύρια δολάρια», διεξήχθη χωρίς πάταγο, με ελάχιστη προσφυγή σε συνθήματα και μέγιστη κάλυψη εκ μέρους διεθνών εμπειρογνωμόνων. «Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να μας βλάψουν πολύ. Όλα τα εξαρτήματα για τη βιομηχανία χαλκού προέρχονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και τα αντιδραστήρια. Μπορούν να μας μπλοκάρουν την παραγωγή από τη μέρα στην άλλη»
Έτσι θα γίνει; «Ελπίζουμε πως όχι. Γι’ αυτό χρειαζόμαστε τη διεθνή στήριξη».

Οι άμεσες ανάγκες

Ποιες είναι, ρωτάω, οι μεγαλύτερες δυσκολίες βραχυπρόθεσμα;
Και εδώ μια απερίφραστη απάντηση: «Εφοδιασμός και μερίσματα». Η Χιλή έχει ανάγκη να εισάγει, ανέκαθεν, τρόφιμα και καταναλωτικά προϊόντα: με την αύξηση των μισθών σε πραγματική αξία που υπολογίζεται περίπου στο 40%, επακολούθησε μια αύξηση της ζήτησης σε καταναλωτικά αγαθά. Αυτά πρέπει να έρθουν από το εξωτερικό: σχεδόν τριακόσια εκατομμύρια δολάρια φέτος, περισσότερα την ερχόμενη χρονιά. Έπειτα πρέπει να πληρώνουμε μια δόση 360 εκατομμυρίων δολαρίων το χρόνο για να καλύψουμε το εξωτερικό χρέος, που έχει αυξηθεί τρομερά με την εθνικοποίηση των ορυχείων. Επίσης, δεν είναι μυστικό ότι τα αποθέματα μειώνονται, δεν είναι πλέον περισσότερα από 100 εκατομμύρια δολάρια.
«Πρέπει δίχως άλλο να πληρώσετε;». Ο πρόεδρος με στραβοκοιτάζει: «Η Χιλή είναι αξιόπιστη. Θα πληρώσουμε». Είναι οι μεγάλες παγκόσμιες τράπεζες, αλίμονο να τις κάνουν εχθρούς τους. Το ένα κονδύλιο μετά το άλλο απομακρύνουν πρακτικά το έσοδο αυτής της μοναδικής πηγής μερισμάτων, του χαλκού. «Χρειαζόμαστε πιστώσεις», εξηγεί ο Αλιέντε, και δεν καμώνεται ότι τις έχει βρει. «Σ’ αυτό το πεδίο όλα είναι ανοιχτά. Ανοιχτό το πρόβλημα με τις σοσιαλιστικές χώρες, διαπραγματευόμαστε, τίποτα δεν έχει τελειώσει, όλα είναι υπό συζήτηση».
Υπάρχει η Ευρώπη, αλλά είναι μακριά και, όπως θα μάθω αργότερα, η Fiat που φαινόταν να ενδιαφέρεται για μια μεγάλη εγκατάσταση στη Χιλή, καλύφθηκε ξαφνικά από χίλιες κυβερνητικές εγγυήσεις. Υπάρχει η Γερμανία. Υπάρχει η Ιαπωνία με όλα εκείνα τα εκατομμύρια δολάρια που εισέπραξε το φετινό καλοκαίρι: κάπου θα πρέπει να τα βάλει. Και όντως, εμφανίστηκε και η Ιαπωνία.
Είναι όμως ξεκάθαρο ότι καμία χώρα σήμερα, απέναντι στον αμερικανικό εκνευρισμό –και ίσως απέναντι στην αβεβαιότητα της τύχης του Αλιέντε στο εσωτερικό – δεν έχει μέχρι στιγμής επιχειρήσει μια μεγάλη παροχή πιστώσεων στη Χιλή, η βιομηχανική ανασυγκρότηση της οποίας δεν θα είναι θέμα λίγων ημερών και η αγροτική μεταρρύθμιση θα κοστίσει για μεγάλο διάστημα περισσότερο από όσο θα αποδώσει.

Προβλήματα από δεξιά και αριστερά

Η σοβιετική διστακτικότητα, επίσης, είναι φανερή. Ο Αλιέντε δεν κρύβει ότι αυτό είναι το πρόβλημα νούμερο ένα, όπως δεν κρύβει τη βεβαιότητα, ότι αν επιλύσει αυτό, θα ρυθμίσει όλα τα υπόλοιπα. Με τη δεξιά και με την αριστερά.
Στα δεξιά του, οι σχέσεις με τη Χριστιανική Δημοκρατία έχουν φθάσει πια στο απροχώρητο. «Είναι όλοι εναντίον μας, όλοι έχουν συνασπιστεί εναντίον μας». «Ο Τόμικ, στην αρχή, όμως, συμπεριφέρθηκε διαφορετικά;». «Ναι, αλλά σήμερα είναι όλοι από την άλλη πλευρά», λέει με θυμό, με πίκρα, με μισό χαμόγελο, που υπονοεί τα όρια της δεξιάς αντιπολίτευσης.
«Ο στρατός, όμως, προς το παρόν, είναι αδρανοποιημένος». Ο στρατός της Χιλής, μου εξηγεί, όπως όλοι σ’ αυτή τη χώρα, δεν είναι παραδοσιακό πραξικοπηματικό  εργαλείο. Είναι έκφραση μιας μεσαίας θεσμικής τάξης. Παρόλα αυτά, αντίθετα με άλλους, ο σύντροφος πρόεδρος δεν φαίνεται να τρέφει πολλές αυταπάτες. Μετρά τα επίθετα, και αρκείται προς το παρόν σε μια «ουδετερότητα». Γι’ αυτό τού είναι απαραίτητη μια πολιτική αγορών στο εξωτερικό, που να μην αποξενώνει, μέσα από έναν περιορισμό της κατανάλωσης, τη μεσαία τάξη και να μην παρέχει μια μαζική βάση στους εκνευρισμούς μιας δεξιάς πολύ πιο εκτεταμένης από το κόμμα του Αλεσάντρι.

Τα όρια της κρατικής παρέμβασης
tonia-2
Πόσω μάλλον τώρα που πλησιάζει μια σύγκρουση για τον περίφημο νόμο που καθορίζει τις περιοχές κρατικής παρέμβασης. Ο Αλιέντε βιάστηκε να εθνικοποιήσει τις βιομηχανίες, τάχιστα, πριν διαφύγει το μεγάλο μέρος των κεφαλαίων. Είναι όμως αυτονόητο ότι μέσα στην καταιγίδα, κανένας ιδιώτης –εκτός από τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που είναι καλυμμένες– δεν θα επενδύσει οτιδήποτε, και η Χριστιανική Δημοκρατία θα προσπαθήσει να περιορίσει, με τη σχετική μειοψηφία της Λαϊκής Ενότητας στο κοινοβούλιο, μέχρι πού μπορεί να πάει η κυβέρνηση στην απαλλοτρίωση. Έχει επίσης προτείνει να ταξινομηθούν οι περιοχές πιθανής κρατικής παρέμβασης, εκείνες μικτής παρέμβασης, εκείνες που παρέμειναν στους ιδιώτες. Ο Αλιέντε μού εξηγεί τον μηχανισμό και ισχυρίζεται ότι, αν δεν καταλήξουν σε μια συμφωνία, θα μπλοκάρει το νόμο, με ένα προεδρικό βέτο, αν περάσει στη Βουλή, και ότι θα παρουσιάσει ένα δικό του νόμο μέσα από ένα δημοψήφισμα. Το θέμα είναι να φθάσει κανείς σ’ αυτό μειώνοντας στο ελάχιστο το περιθώριο μαζικής συναίνεσης του αντιπάλου. Και ο αντίπαλος το γνωρίζει.
Το παιχνίδι παίζεται σε στενά χρονικά περιθώρια, και η ανησυχία του Αλιέντε είναι προφανής, ενώ μου μιλάει, χαμηλόφωνα και με σύντομες φράσεις (το τραπέζι είναι πολύ μεγάλο και έτσι χωριζόμαστε σε συζητήσεις ανά δύο, ο καθένας με το διπλανό του). Ο Αλιέντε τρώει ελάχιστα και δεν φαίνεται να έχει την τάση να χρησιμοποιήσει διπλωματική γλώσσα σε οτιδήποτε.

Η κινητοποίηση των λαϊκών τάξεων

«Πώς σας φάνηκε το ηθικό των ανθρώπων;» με ρωτάει. Απαντώ ότι η χώρα μοιάζει, φαινομενικά, να μην έχει εντάσεις: το μεγαλύτερο πάθος ανήκει στη νέα γενιά που κλήθηκε στην κυβέρνηση, και μετά στο MIR. Μια συμμετοχή του πλήθους, της βάσης, δεν φαίνεται. «Τις μάζες μπορούμε να τις κινητοποιήσουμε όποτε θέλουμε». «Μα δεν είναι σημαντικό να κινητοποιηθούν από μόνες τους; Αν η κατάσταση είναι δύσκολη, δεν θα ήταν καλό οι μάζες να έχουν δικά τους εργαλεία παρέμβασης;». Εδώ ο Αλιέντε δεν με παρακολουθεί, παρόλο που αμέσως μετά ένα χαμόγελο θα αστράψει πίσω από τα γυαλιά του, ενώ θυμάται ότι «η συντρόφισσα είναι «ultraizquierdista» (ακροαριστερή).
«Τις μάζες πρέπει να τις κινητοποιούν και να τις οργανώνουν τα κόμματα. Είναι δική τους δουλειά. Υπάρχουν τα κόμματα, τα συνδικάτα. Ποια είναι η εντύπωσή σας από το σοσιαλιστικό κόμμα;». Μου φάνηκε ενδιαφέρον, σαν ένα σφουγγάρι που απορροφά διαφορετικές δυνάμεις, λιγότερο κλειστό από το κομμουνιστικό κόμμα και πιο ικανό να αντικατοπτρίζει τις αντικρουόμενες ωθήσεις μιας πολιτικής βάσης που συναντά μια νέα κατάσταση. Ο Αλιέντε το βρίσκει ελάχιστα οργανωμένο, και με το δίκιο του.
Μου λέει ότι δεν έχει χρόνο να ασχοληθεί, παρόλο που συμμετέχει σε μια κομματική συνεδρίαση κάθε Τετάρτη και Παρασκευή. Είναι όμως σαφές ότι τον ανησυχεί η εικόνα μιας μαζικής ή ταξικής παρουσίας, σαν αυτή που παρακινεί το MIR, που δεν ακολουθεί τους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού, με τις αγροτικές καταλήψεις. Τον ανησυχεί ακριβώς επειδή είναι εκτός του πολιτικού θεσμικού του ορίζοντα.
Αυτές οι μάζες, αυτό το MIR, που μπορούν να ξεφύγουν από έναν συμφωνημένο ρυθμό, πρέπει να «απομονωθούν» ή, τουλάχιστον, να οδηγηθούν κι αυτοί προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση.

«Δεν θα επιτρέψω προκλήσεις»

Μετά από λίγο, όμως, αφού τελείωσε το γεύμα και εγώ, λίγο αμήχανη που μονοπώλησα τον πρόεδρο, θα προσπαθήσω να απομακρυνθώ και να τον αφήσω στους άλλους, ο τόνος αλλάζει. Η συζήτηση πάει στη δίκη που ο ίδιος ο Αλιέντε έχει κινήσει πριν λίγες μέρες κατά του ανιψιού του, που είναι στο MIR, ο  οποίος, στο έντυπο του, il Rebelde, είπε κάποιες κουβέντες παραπάνω ενάντια στο στρατό. «Καταλαβαίνετε, το γεγονός ότι είναι ανιψιός μου δεν αλλάζει τα πράγματα!», λέει.
Ο πρόεδρος αναψοκοκκινίζει: «Δεν παίζουμε με τη φωτιά. Δεν θα επιτρέψω προκλήσεις. Αν κάποιοι νομίζουν ότι στη Χιλή ένα πραξικόπημα θα γινόταν όπως σε άλλες λατινοαμερικάνικες χώρες, με μια απλή αλλαγή φρουράς εδώ στη Μονέδα, κάνουν μεγάλο λάθος. Εδώ, αν ο στρατός βγει από τη νομιμότητα, θα γίνει εμφύλιος πόλεμος. Θα γίνει Ινδονησία. Πιστεύετε ότι οι εργάτες θα αφήσουν να τους πάρουν τα εργοστάσια; Και οι αγρότες τη γη; Θα υπάρξουν εκατό χιλιάδες νεκροί, θα γίνει αιματοχυσία. Δεν θα ανεχθώ να παίξουν κάποιοι μ’ αυτό».
Το πιστεύει στ’ αλήθεια. Όμως, για άλλη μια φορά, όπως και στη σχέση με τις μάζες, βλέπει ως μόνη εγγύηση τους χρόνους που ο ίδιος ορίζει για την επιχείρηση, με το δικό του στιλ «θεμιτής βίας», μαζί με μια σπάνια ικανότητα αποδιοργάνωσης του εχθρικού μετώπου. Οποιαδήποτε αμεσότερη, στοιχειωδέστερη ταξική πρωτοβουλία, κινδυνεύει να επιδράσει αρνητικά τις ισορροπίες.
Ενώ ετοιμαζόμαστε να χαιρετήσουμε και να φύγουμε, μετά από δυόμιση ώρες, ο Αλιέντε μας λέει ότι ετοιμάζεται να φύγει για το Βορρά, για το αχανές ορυχείο χαλκού της Τσουκικαμάτα,οι εργάτες του οποίου έχουν ζητήσει μια τεράστια αύξηση μισθού, από 50 μέχρι 70%. «Είναι αδύνατο. Πάω να τους το πω. Γιατί πρέπει να απεργήσουν; Ποιον πολεμάνε; Αυτοί είναι πλέον οι ιδιοκτήτες του ορυχείου». «Δεν είναι αυτοί τα αφεντικά,σύντροφε πρόεδρε. Είναι το κράτος». Ο γιατρός Αλιέντε με κατακεραυνώνει σαν απείθαρχη άρρωστη. «Ο λαός είναι το αφεντικό». «Αλλά, σύντροφε πρόεδρε…». «Είναι. Θα γίνει!».
Λίγο μετά, αφού τον αποχαιρετήσαμε, με ξαναφωνάζει. «Ξέρω ότι αύριο πάτε στην Κονσεψιόν. Χαίρομαι. Είναι σημαντικό να πάτε στην Κονσεψιόν. Θα ήθελα να μιλήσουμε μετά, με ηρεμία». Η πρόσκληση για την Κονσεψιόν προέρχεται από το πανεπιστήμιο που είναι κοντά στο MIR, το οποίο έχει οργανώσει εκεί την κατάληψη των γαιών.
Όμως το «μετά» δεν θα υπάρξει κι εγώ δεν θα ξαναδώ τον δόκτορα Αλιέντε.
Μεταξύ της επιστροφής μου από την Κονσεψιόν και της αναχώρησής μου δεν μεσολαβούσε παρά μια μέρα και το προηγούμενο βράδυ ξέσπασε ένα τρομερό σκάνδαλο. Η γαιοκτητική δεξιά είχε την απερίσκεπτη ιδέα να καταγγείλει τον «κρατισμό» της κυβέρνησης, που ναρκοθετούσε τις αξίες της ιδιοκτησίας και της αγροτικής πρωτοβουλίας, επί τη ευκαιρία των εγκαινίων της λατινοαμερικανικής Αγροτικής Έκθεσης, μπροστά σε υπουργούς και πρεσβευτές. (…)
Την επομένη χαμός στις εφημερίδες, υπουργικό συμβούλιο, θύελλα με τη Χριστιανική Δημοκρατία. Αδύνατο να δω τον πρόεδρο,εννοείται.
Όμως και αυτό το επεισόδιο ολοκληρώνει το πορτρέτο του ανθρώπου: αυτό ίσως να είναι το έδαφος στο οποίο είναι ισχυρότερος, ανίκητος, η αιτία για την οποία φίλοι και εχθροί, δεξιά και αριστερά, τον σέβονται. Μιλάνε γι’ αυτόν, «el Chicho», με ανάμεικτη στοργή και αγανάκτηση. Είναι ένας γέρος σοσιαλιστής ο οποίος, σε αντίθεση με  τα ήθη των σοσιαλιστών και των προέδρων, στη Λατινική Αμερική και αλλού, δεν θα συμβιβαστεί.Ο δόκτορας Αλιέντε προσπάθησε τρεις φορές να πάει στην κυβέρνηση για να φέρει εις πέρας το πείραμά του. Τώρα δεν θα το παζαρέψει με κανένα. Μένει να δούμε την εσωτερική σταθερότητα του σχεδίου του: αν πρόκειται να διαρκέσει, ή αν θα καταλήξει σε μια ήττα ή σε εκείνη την επανάσταση που ο Αλιέντε πιστεύει ότι έχει ήδη κάνει.

Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς

*Αυτή η συνέντευξη περιλαμβάνεται στον τόμο «Οι συνεντεύξεις του Manifesto 1971-1981».