Αναδιαμόρφωση της πρωτοβάθμιας υγείας μετ’εμποδίων

tzela1

Αντιδράσεις συναντά η προσπάθεια μεταρρύθμισης της πρωτοβάθμιας υγείας, που ξεκίνησε το υπουργείο Υγείας τον περασμένο Αύγουστο, καθώς οι ιδιώτες οικογενειακοί γιατροί και οι οπτικοί – οπτομέτρες αρνούνται να συμβληθούν με τον ΕΟΠΥΥ, υπό τους νέους όρους που τίθενται.
Συγκεκριμένα, η πρωτοβάθμια υγεία πια προσφέρεται σε όλους όσοι έχουν ΑΜΚΑ (ασφαλισμένοι και ανασφάλιστοι) μέσα από τα Κέντρα Υγείας, όπου λειτουργούν διάφορες ειδικότητες ιατρικής και οι ασθενείς προσέρχονται εκεί είτε αυτοβούλως, είτε μετά από παραπομπή από τις Τοπικές Μονάδες Υγείας (ΤΟΜΥ). Με τις ΤΟΜΥ εισάγεται ο θεσμός του οικογενειακού γιατρού, που θα είναι υπεύθυνος για συγκεκριμένους ασθενείς, θα τους παρακολουθεί συστηματικά μέσα στα χρόνια και θα συστήνει τον προσωπικό τους ηλεκτρονικό ιατρικό φάκελο.  Οι μονάδες αυτές είναι στελεχωμένες από τρεις ειδικότητες οικογενειακής ιατρικής (παθολόγοι, γενικοί ιατροί και παιδίατροι) και λειτουργούν από τις 8 το πρωί, μέχρι τις 9 το βράδυ. Σε όσες περιοχές οι γιατροί των ΤΟΜΥ δεν αρκούν για να καλύψουν τον πληθυσμό ή δεν δύναται να ιδρυθούν, ο ΕΟΠΥΥ καλείται να συνάψει συμβάσεις με ιδιώτες οικογενειακούς γιατρούς, όπου ο ασθενής θα προσέρχεται δωρεάν.
«Το υπουργείο κινείται στη λογική ενίσχυσης των τοπικών δημόσιων μονάδων υγείας και αύξησης των υπηρεσιών, ώστε να μην τρέχει ο ασθενής από εδώ και εκεί. Η φιλοσοφία είναι ότι θα υπάρξουν συμβεβλημένοι οικογενειακοί γιατροί, όπου χρειάζονται συμπληρωματικά σε σχέση με τις υπηρεσίες που προσφέρουν οι δημόσιες δομές πρωτοβάθμιας υγείας. Μέχρι σήμερα δημόσιες και ιδιωτικές δομές λειτουργούσαν παράλληλα, τώρα θέλουμε να υπάρχει επικοινωνία μεταξύ τους, ώστε να μην αγνοείται ο όγκος των ασθενών, ούτε να χρηματοδοτούνται οι συμβεβλημένοι ιδιώτες, χωρίς προηγουμένως να εξετάζεται πόσους έχει ανάγκη η κάθε περιοχή», εξηγεί στην «Εποχή» ο αντιπρόεδρος του ΕΟΠΥΥ, Τάκης Γεωργακόπουλος. Επισημαίνει, όμως, πως ακόμα και στις περιοχές που φαίνεται να καλύπτονται πλήρως από τις ΤΟΜΥ, θα έπρεπε να υπάρξουν συμβάσεις ιδιωτών οικογενειακών γιατρών με τον ΕΟΠΥΥ, ώστε να καλύπτονται και τα έκτακτα περιστατικά.

Διαφωνία για την πάγια αντιμισθία

Η νέα σύμβαση, όμως, που προτείνεται έχει συναντήσει την αντίδραση του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου (ΠΙΣ), καθώς, σύμφωνα με την ανακοίνωσή του, «τη θεωρεί απαξιωτική για την ιατρική λειτουργία». Η διαφωνία τους έγκειται κυρίως σε οικονομικά κριτήρια, αφού με τη νέα σύμβαση οι ιδιώτες συμβεβλημένοι γιατροί δεν θα πληρώνονται από τον ΕΟΠΥΥ 10 ευρώ ανά ασθενή που θα δέχονται μέσω αυτού του συστήματος, αλλά θα έχουν πάγιο μισθό από το δημόσιο 1.650 ευρώ το μήνα. «Πάγια αντιμισθία σε χαμηλά επίπεδα στο χώρο του ιδιωτικού ιατρείου, με μεγάλες λειτουργικές δαπάνες, σε συνδυασμό με την αυξημένη φορολογία και τις ασφαλιστικές εισφορές, σημαίνει μηδαμινό ή και αρνητικό καθαρό εισόδημα», επισημαίνει στην ανακοίνωσή του ο Πανελλήνιος Ιατρικός Σύλλογος.
Από την άλλη, τονίζεται από τον Τάκη Γεωργακόπουλο πως «οι γιατροί που θα συμβληθούν με τον ΕΟΠΥΥ πρέπει να καταλάβουν ότι θα είναι μέρος του δημοσίου συστήματος υγείας, δεν μπορούν να αμείβονται διαφορετικά. Και στα νοσοκομεία και στα πρωτοβάθμια κέντρα υγείας κτλ, δεν αλλάζει ο μισθός των γιατρών ανάλογα με τους πόσους βλέπουν». Σημειώνεται ότι τα καθαρά χρήματα που θα λαμβάνουν από το δημόσιο οι συμβεβλημένοι γιατροί, είναι περίπου στα ίδια επίπεδα με το προηγούμενο καθεστώς, αφού πριν καλύπτονταν από τον ΕΟΠΥΥ μέχρι 200 ραντεβού (2.000 ευρώ μεικτά, καθαρά περίπου 1.700). Αυτό που αλλάζει, είναι το πόσους ασθενείς δύναται να δει κάθε συμβεβλημένος γιατρός, καθώς θα αντιστοιχεί ένας γενικός γιατρός ή παθολόγος ανά 2.200 κατοίκους και ένας παιδίατρος ανά 1.500 παιδιά.

Το ζήτημα του ωραρίου

«Οι προϋποθέσεις του ωραρίου λειτουργίας των οικογενειακών ιατρών για τους ασφαλισμένους, δεν αφήνουν περιθώρια ελεύθερου χρόνου για ασθενείς, οι οποίοι επιθυμούν να εξεταστούν ιδιωτικά», είναι το δεύτερο αγκάθι που βλέπει ο ΠΙΣ. Με τη νέα σύμβαση οι γιατροί θα πρέπει να καθιερώσουν συγκεκριμένο ωράριο (από 4 ώρες την ημέρα), που θα αφιερώνουν σε ασθενείς του δημοσίου, ενώ τις υπόλοιπες ώρες θα μπορούν να εξετάζουν τους ασθενείς ιδιωτικά.
Ο ΕΟΠΥΥ, σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο του οργανισμού, προέβη σε αυτή την αλλαγή, καθώς είχε διαπιστωθεί πως σε αρκετές περιπτώσεις συμβεβλημένων γιατρών όλα τα ραντεβού μέσω του δημόσιου οργανισμού φαίνονταν εξαντλημένα από την πρώτη εβδομάδα, και οι ασθενείς αν ήθελαν να πάνε κάποια άλλη στιγμή, καλούνταν να πληρώσουν οι ίδιοι. Αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής ήταν και οι ασθενείς να ταλαιπωρούνται μέχρι να βρουν ραντεβού, αλλά και κάποιες φορές να πέφτουν θύματα εξαπάτησης. Θεωρείται, λοιπόν πως με το να υπάρχει συγκεκριμένο ωράριο κάθε μέρα για τους ασθενείς του ΕΟΠΥΥ, θα είναι αδύνατη η παραπλάνηση.
Παράλληλα, ο αντιπρόεδρος του ΕΟΠΥΥ σημειώνει πως «κάθε πολιτική απόφαση που είναι σε όφελος των ασθενών, δεν θα πρέπει να είναι σε βάρος των γιατρών και των ανθρώπων που δουλεύουν στο σύστημα υγείας. Για αυτό θα πρέπει να βρεθούν σημεία ισορροπίας από το υπουργείο Υγείας», κρίνοντας πως η απροθυμία των γιατρών να υπογράψουν τη νέα σύμβαση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε μία διαστρεβλωμένη αντίληψη χρόνων για την πρωτοβάθμια υγεία, η οποία δεν μπορεί να αλλάξει από τη μία μέρα στην άλλη, αλλά σιγά-σιγά με βελτιωτικές κινήσεις.

Η αποδοχή από την κοινωνία

Ο ΠΙΣ, όμως, φαίνεται να είναι κάθετα αντίθετος με την κατεύθυνση που προτείνεται, σημειώνοντας πως «ο κίνδυνος να εγκαταλείψουν οι πολίτες τη φροντίδα της υγείας τους είναι ορατός. Στην περίπτωση αυτή, το επιπλέον φορτίο των νοσοκομείων θα είναι μεγάλο. Η απόσυρση της προκήρυξης είναι η μόνη λύση και ο σχεδιασμός μιας άλλης, η οποία θα λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες των ασφαλισμένων, αλλά και την ασφαλή και ευπρεπή ιατρική λειτουργία είναι αναγκαία. Να σημειωθεί ότι το θέμα εξετάζεται από την νομική υπηρεσία του ΠΙΣ, καθώς και η πιθανότητα να επιλεγεί η δικαστική οδός για την προκήρυξη».
Ο κίνδυνος, πάντως, εγκατάλειψης του νέου πρωτοβάθμιου συστήματος υγείας από τους πολίτες δεν φαίνεται να είναι τόσο έντονος. Κάθε άλλο, σύμφωνα με τη Λένα Κουγέα, εθελόντρια και μέλος του Συντονιστικού του Κοινωνικού Ιατρείου Αθήνας. «Έχουν φύγει οι ασθενείς μας. Πια σε εμάς έρχονται μόνο για φάρμακα και οδοντίατρο, κι αυτό είναι πολύ ευχάριστο», επισημαίνει στην «Εποχή», σχετικά με το κοινωνικό ιατρείο, που λειτούργησε εθελοντικά μέσα στην κρίση, προκειμένου να προσφέρει ιατρική φροντίδα στους ολοένα αυξανόμενους ανασφάλιστους, που έμεναν εκτός δημόσιων δομών. «Ενώ το 2013 που ξεκινήσαμε, δεχόμασταν 50% ανασφάλιστους και 50% ανθρώπους χωρίς νομιμοποιητικά χαρτιά, τώρα οι πρώτοι είναι μόνο το 17%, αφού όσοι έχουν ΑΜΚΑ και ας είναι ανασφάλιστοι, καλύπτονται από τη δημόσια πρωτοβάθμια υγεία.  Αυτό το 17% έρχεται κυρίως για να παίρνει φάρμακα, των οποίων η συμμετοχή είναι άνω των 3 ευρώ. Και σε αυτή την περίπτωση, όμως, μας βοηθάει πολύ που τους έχουν συνταγογραφηθεί από τους δημόσιους γιατρούς και έρχονται με μία νόμιμη ηλεκτρονική συνταγή να εξυπηρετηθούν». Το νέο σύστημα πρωτοβάθμιας υγείας, σύμφωνα με την ίδια, «είναι το πιο θετικό μέτρο που έχει πάρει το υπουργείο Υγείας, μετά το νόμο για την πρόσβαση των ανασφάλιστων. Τα δύο κέντρα αστικού τύπου για το κέντρο της Αθήνας, που λειτουργούν 13 ώρες την ημέρα, και το ένα μάλιστα διανυκτερεύει για τα επείγοντα περιστατικά, αλλά και ο θεσμός του οικογενειακού γιατρού, που εξασφαλίζει τη γνώση του πλήρους ιστορικού του κάθε ασθενούς, θα συμβάλλουν πολύ στη βελτίωση του συστήματος».

Αντιδράσεις  για τη νέα παροχή γυαλιών

Παράλληλα, τη διαφωνία του στη σύναψη νέας σύμβασης με τον ΕΟΠΥΥ έχει εκφράσει και η Πανελλήνια Ένωση Οπτικών και Οπτομετρών (ΠΕΟΟ) για την παροχή γυαλιών. Μέχρι σήμερα, ο εκάστοτε πολίτης με πρόβλημα στην όραση, δικαιούταν ανά τέσσερα χρόνια να του καλύπτει ο ΕΟΠΥΥ την αγορά γυαλιών μέχρι 100 ευρώ, μετά από εξέτασή του από οφθαλμίατρο. Την αγορά από τα οπτικά καταστήματα την έκανε με δικά του χρήματα, τα οποία του επέστρεφε ο οργανισμός μετά από την κατάθεση των σχετικών εγγράφων. «Προκειμένου, λοιπόν, να αποφευχθεί όλη αυτή η ταλαιπωρία των πολιτών, αλλά και να υπάρξει έλεγχος ότι κάθε φορά χορηγούνται γυαλιά για διαταραχή όρασης και όχι ηλίου, ο ΕΟΠΥΥ στην καινούργια σύμβαση θέτει η πληρωμή των οπτικών καταστημάτων να γίνεται απευθείας από τον οργανισμό μέσα σε 90 μέρες, και να μη χρειάζεται ο πολίτης να πηγαινοέρχεται», εξηγεί ο Τάκης Γεωργακόπουλος.
Η ΠΕΟΟ, όμως, καλεί τους οπτικούς να μην υπογράψουν τη νέα σύμβαση, καθώς δεν έχει εμπιστοσύνη στον οργανισμό ότι όντως θα τους πληρώνει μέσα σε ένα τρίμηνο, σύμφωνα με τον Παναγιώτη Κατσαβό, πρόεδρο της ένωσης. «Ακόμα όμως και να παίρνουμε τα χρήματά μας στο χρονικό πλαίσιο που τίθεται, μέχρι τότε τα καταστήματα θα έχουμε πρόβλημα ρευστότητας, καθώς καλούμαστε να πληρώσουμε τις πρώτες ύλες για τα γυαλιά, την εφορία κτλ, με κίνδυνο πολλά μαγαζιά να κλείσουν», τονίζει ο ίδιος στην «Εποχή».
Πέραν αυτού, οι αντιδράσεις των οπτικών οφείλονται κυρίως στην υποχρέωση clawback που τίθεται από το δημόσιο οργανισμό. Δηλαδή σε περίπτωση που ξεπεραστεί ο προϋπολογισμός του ΕΟΠΥΥ για την παροχή γυαλιών, θα υπάρχει κούρεμα στην καταβολή των οφειλόμενων στα οπτικά καταστήματα. «Το clawback το θέτει σε κλίμακα, δηλαδή όποιος έχει μεγαλύτερα κέρδη, τότε θα έχει και μεγαλύτερο κούρεμα στα οφειλόμενά του. Πού ακούστηκε αυτό σε ελεύθερη αγορά;», σημειώνει ο Παναγιώτης Κατσαβός. Από την άλλη πλευρά, όμως, αυτό σημαίνει την προστασία των μικρότερων οπτικών καταστημάτων από τον κίνδυνο του κλεισίματος, σε περίπτωση που το κούρεμα γινόταν στο ίδιο ποσοστό για όλους, ανεξαρτήτως κερδών.
«Η κυβέρνηση δείχνει αδιαλλαξία. Εμείς έχουμε καταθέσει διάφορες προτάσεις βελτίωσης, αλλά τις έχει αρνηθεί. Προτείναμε να φτιάξουμε εμείς και να χρηματοδοτήσουμε σε ένα ποσοστό ένα νέο μηχανογραφικό, που ο πολίτης δεν θα χρειάζεται να καταθέτει χαρτιά για την επιστροφή των χρημάτων του από τον οργανισμό», παραθέτει ο πρόεδρος της ΠΕΟΟ. Ιδέα, όμως, που απορρίφθηκε, καθώς δεν θα άλλαζε το γεγονός ότι και πάλι ο πολίτης θα έπρεπε να πηγαίνει ξανά και ξανά στον ΕΟΠΥΥ, απλά χωρίς να κουβαλά έγγραφα, ενώ το κυριότερο θα έπρεπε πρώτα να βρει τα 100 ευρώ για να κάνει την αγορά και ύστερα να του επιστραφούν, γεγονός που είναι πολύ δύσκολο για αρκετό κόσμο λόγω της κρίσης.
Οι άλλες προτάσεις αφορούν στην αποφυγή υπέρβασης του προϋπολογισμού και άρα του clawback. «Ο ΕΟΠΥΥ θα μπορούσε να μειώσει την παροχή από 100 ευρώ σε 50, και εμείς θα προσπαθούσαμε να φτιάξουμε καλά γυαλιά τέτοιας αξίας και να δίναμε στους πολίτες. Άλλη πρόταση που κάναμε, ήταν η πληρωμή των γυαλιών να γίνεται όπως με τα φάρμακα, με συμμετοχή του ασφαλισμένου την ώρα της αγοράς, και να λαμβάνουμε έπειτα τα υπόλοιπα χρήματα από τον ΕΟΠΥΥ, ώστε να μειωνόταν λίγο το πρόβλημα της ρευστότητας», σύμφωνα με τον Παναγιώτη Κατσαβό. Προτάσεις που επίσης απορρίφθηκαν, καθώς μεταβιβάζουν το κόστος στους ασφαλισμένους και μειώνουν την κοινωνική πολιτική του κράτους.
Το πώς θα προχωρήσει η σχέση των οπτικών με τον ΕΟΠΥΥ αναμένεται να φανεί το επόμενο διάστημα, καθώς, από τη μία, σημειώνεται από τον πρόεδρο του δημόσιου οργανισμού ότι την Τετάρτη υπογράφηκε η πρώτη σύμβαση με επαγγελματία οπτικό, και περιμένουν σιγά – σιγά να προχωρήσουν κι άλλοι σε αυτό το βήμα (μέχρι να υπάρξουν οι απαραίτητες συμβάσεις, η παροχή γυαλιών γίνεται με τον παλιό τρόπο). Από την άλλη, ο πρόεδρος της ΠΕΟΟ τονίζει ότι υπάρχουν 2.500 υπογραφές σε ψήφισμα μη προσχώρησης σε σύμβαση με τον ΕΟΠΥΥ, καλώντας να μην κάνουν πίσω, ώστε να πιεστεί ο οργανισμός σε συζήτηση.

Απεργία για το μέλλον της νοσοκομειακής παροχής υγείας

tzela2

«Η αιχμή των αιτημάτων μας είναι το ζήτημα των επικουρικών ειδικευμένων επιμελητών στα νοσοκομεία, στους οποίους η πολιτεία φέρεται τελείως απαξιωτικά, καθώς υπηρετούν 2.100 επικουρικοί γιατροί, από τους οποίους οι 1.500 πρόκειται να απολυθούν, όταν λήξει η μονοετής σύμβασή τους», τονίζει στην «Εποχή» ο Πάνος Παπανικολάου, νευροχειρουργός και γενικός γραμματέας της Ομοσπονδίας Ενώσεων Νοσοκομειακών Γιατρών Ελλάδος (ΟΕΝΓΕ) για την 24ωρη απεργία, που έλαβε μέρος την περασμένη Τετάρτη.
Η νοσοκομειακή υγεία στη χώρα βασίζεται σε μεγάλο ποσοστό σε συμβάσεις ορισμένου χρόνου με επικουρικούς γιατρούς, με μη δυνατότητα ανανέωσης αυτών. Αυτό σημαίνει την εργασία χιλιάδων γιατρών σε καθεστώς ανασφάλειας και εναλλαγής στην ανεργία, με λιγότερα δικαιώματα απ’ ό,τι οι μόνιμοι συνάδελφοί τους, όπως στην περίπτωση παροχής εκπαιδευτικών αδειών, που ακόμα δεν έχει ξεκαθαριστεί αν δικαιούνται ή όχι, ή δυνατότητα συμμετοχής στις εκλογές για τα αιρετά συμβούλια των νοσοκομείων, όπως επισημαίνεται από το γενικό γραμματέα της ΟΕΝΓΕ.
«Πρώτα απ’ όλα, όμως, αυτό το εργασιακό καθεστώς είναι καταστροφικό για την ίδια τη δημόσια υγεία, διότι δεν μπορεί να γίνει σωστή ιατρική παρακολούθηση στα νοσοκομεία, όταν οι ειδικευμένοι γιατροί αλλάζονται σαν τα πουκάμισα και δεν αποκτούν την εμπειρία που χρειάζονται από τους μεγαλύτερους συναδέλφους τους, αφού δουλεύουν σε ένα συγκεκριμένο τμήμα νοσοκομείου μόνο για ένα χρόνο. Πριν προλάβουν να προσαρμοστούν, λήγει η σύμβασή τους κι έρχεται ο επόμενος», σύμφωνα με τον ίδιο.
Ταυτόχρονα, επισημαίνεται πως οι επικουρικοί γιατροί δεν πληρώνονται απευθείας από τον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά μέσω των ίδιων πόρων των νοσοκομείων. «Με αυτόν τον τρόπο αυξάνεται η πίεση στα νοσοκομεία να εμπορευματοποιήσουν τις υπηρεσίες τους, προκειμένου να έχουν πόρους για να έχουν γιατρούς, με κίνδυνο να αυξηθούν οι πρακτικές των απογευματινών νοσοκομειακών ραντεβού ή χειρουργείων επί πληρωμή κτλ», εφιστά την προσοχή ο Πάνος Παπανικολάου.

Στον αέρα οι παρατεταμένες συμβάσεις

Αμεσότερο πρόβλημα δε, αντιμετωπίζουν περίπου 500 επικουρικοί γιατροί και 600 επικουρικοί νοσηλευτές, των οποίων οι συμβάσεις τους παρατάθηκαν από το υπουργείο Υγείας μέχρι το τέλος του 2018, αλλά το Ελεγκτικό Συνέδριο τέλος Δεκεμβρίου έκρινε πως αυτό είναι μη σύννομο.
Το υπουργείο σε ανακοίνωσή του τονίζει πως «έχει ήδη προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες που εξασφαλίζουν την ομαλή ολοκλήρωση τους, έως το τέλος του τρέχοντος έτους και την απρόσκοπτη πληρωμή των επικουρικών γιατρών. Ξεκαθάρισε δε, ότι δεν πρόκειται να απολυθεί κανένας επικουρικός γιατρός ή λοιπό επικουρικό προσωπικό που περιλαμβάνεται στη ρύθμιση για την παράταση των συμβάσεων έως 31/12/2018 και ότι η κινδυνολογία που έχει αναπτυχθεί περί του αντιθέτου δεν έχει καμία απολύτως βάση».
Παρόλα αυτά, οι γιατροί δεν μπορούν να εφησυχάσουν, αφού «μόλις δημοσιοποιηθεί επίσημα το σκεπτικό της απόφασης, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος οι επικουρικοί γιατροί και νοσηλευτές να χάσουν άμεσα και ξαφνικά τη δουλειά τους», σύμφωνα με τον γ.γ της ΟΕΝΓΕ.

Αναγκαίες οι μόνιμες προσλήψεις

Παράλληλα, επισημαίνεται από την ομοσπονδία ότι οι ανάγκες των νοσοκομείων σε ιατρικό προσωπικό ανέρχονται τουλάχιστον σε 6.500, γεγονός που αποδέχεται και το  υπουργείο Υγείας. «Στην πραγματικότητα οι ανάγκες είναι ακόμα μεγαλύτερες, αν αναλογιστούμε ότι υπάρχουν πολλές συνταξιοδοτήσεις και ότι οι γιατροί του ΕΣΥ στελεχώνουν πέρα από τα νοσοκομεία, και το ΕΚΑΒ και τα κέντρα υγείας του ΕΣΥ, όπου επίσης υπάρχουν ελλείψεις», σημειώνει ο Πάνος Παπανικολάου και συμπληρώνει:
«Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι, όχι μόνο απολύσεις δεν θα πρέπει να γίνουν των επικουρικών γιατρών που λήγει η σύμβασή τους, αλλά να παραμείνουν όλοι οι 2.100 επικουρικοί επιμελητές και να προσληφθούν και οι 1.045 που είναι υποψήφιοι για θέση επικουρικών επιμελητών. Ακόμα και αν συμβεί αυτό, μιλάμε για τους μισούς απ’ ό,τι είναι απαραίτητοι στα νοσοκομεία».
Το υπουργείο Υγείας ενημέρωσε σχετικά την ΟΕΝΓΕ κατά τη συνάντησή τους την Τετάρτη πως «ήδη προωθείται η διαδικασία, προκειμένου με Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου να προκηρυχθούν, εντός του 2018, περίπου 1.000 μόνιμες θέσεις, λοιπού προσωπικού σε ειδικότητες, τμήματα και νοσοκομεία, που σήμερα καλύπτουν οι επικουρικοί εργαζόμενοι που έχει παραταθεί η θητεία τους (…)Ήδη 140 επικουρικοί γιατροί από αυτούς που παρατάθηκε η θητεία τους, έχουν πάρει μόνιμη θέση στο ΕΣΥ», σύμφωνα με την ανακοίνωση του υπουργείου.
Ενώ αναφέρθηκε πως το αμέσως επόμενο διάστημα πρόκειται να προκηρυχθούν τμηματικά 1.500 θέσεις μόνιμων γιατρών, όπου η προϋπηρεσία του επικουρικού γιατρού θα μοριοδοτείται στο μέγιστο δυνατό βαθμό.

Τζέλα Αλιπράντη