Αναφορά στο επιστημονικό έργο του Σάκη Καράγιωργα

Αν ζούσε σήμερα, δεν θα ξαφνιαζόταν με όσα γίνονται

karagiorgas-2

Του Θεοφάνη Πάκου*

Ο Καράγιωργας έθεσε στον εαυτό του από πολύ νωρίς, πριν καν αρχίσει τις πανεπιστημιακές του σπουδές, ένα διπλό καθήκον: πρώτον, να αναζητήσει την επιστημονική αλήθεια για τα ζητήματα που αφορούν στη συγκρότηση και λειτουργία της σύγχρονης οικονομίας-κοινωνίας και, δεύτερον, να εργαστεί για τη δημιουργία στην πράξη των πολιτικών, οικονομικών και ιδεολογικών προϋποθέσεων που απαιτούνται για την οικοδόμηση της κοινωνίας της δικαιοσύνης, της Κοινωνικής Δημοκρατίας όπως προτιμούσε να την ονομάζει. Μιας κοινωνίας, διευκρινίζω, η οποία δεν θα μπορούσε παρά να είναι σοσιαλιστική.
Είναι ακριβώς αυτή η εμμονή στο σκοπό –ηθικό χρέος το αποκαλούσε- που αποτελεί το ιδιαίτερο γνώρισμα του ερευνητικού έργου του Καράγιωργα και αυτό που του δίνει ενότητα, συνέχεια, συνοχή. Να τονίσω, ωστόσο, ότι η προσήλωση στο σκοπό δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση θεωρητική και μεθοδολογική αγκύλωση. Ο Καράγιωργας δεν θα μπορούσε ποτέ να κατηγορηθεί για δουλική προσκόλληση σε οποιαδήποτε θεωρητική ευκολία. Και να το ήθελε δεν θα μπορούσε μιας και για αυτόν επιστήμη σήμαινε συνεχής ενημέρωση και αναζήτηση, αμφισβήτηση και κριτική, επινόηση και δημιουργία νέας γνώσης.
Τι είδος, όμως, οικονομικής επιστήμης καλλιέργησε; Όπως προκύπτει από την προσεκτική μελέτη του έργου του, ο Καράγιωργας δεν αποδέχεται την άποψη που υποστηρίζουν οι νεοκλασικοί – νεοφιλελεύθεροι σήμερα- οικονομολόγοι περί θετικότητας και ουδετερότητας της οικονομικής επιστήμης.
Η κριτική του στάση απέναντι στην νεοκλασική σχολή, και ειδικότερα στην πιο συντηρητική εκδοχής της, αφορούσε κυρίως στο ανεδαφικό των υποθέσεων και στα ιδεολογικά χρωματισμένα πορίσματα. Γνώριζε και αναγνώριζε τις συμβολές που είχαν αναπτυχθεί στο πλαίσιο αυτής της παράδοσης. Τους εννοιολογικούς προσδιορισμούς και τα θεωρητικά και μεθοδολογικά εργαλεία για τις εμπειρικές του έρευνες τα αντλούσε αποκλειστικά σχεδόν από αυτή τη σχολή σκέψης. Να σημειωθεί ακόμα ότι η νεοκλασική σχολή δεν αποτελεί μονολιθικό κατασκεύασμα. Κάτω από τη σκέπη της ανθίζουν πολλά λουλούδια.
Για τον Καράγιωργα, αλλά και για όλους τους προοδευτικούς οικονομολόγους, η οικονομική επιστήμη είναι μια κοινωνική επιστήμη, η οποία συγκροτείται ως πολύμορφη και πολυεπίπεδη σύνθεση αντικειμενικής θεωρητικής ανάλυσης και εμπειρικής επιβεβαίωσης, από τη μια πλευρά, και με αντιλήψεις –ιδεολογίες- για το τι είναι σωστό, αποτελεσματικό και δίκαιο στο πεδίο της οικονομίας, από την άλλη. Είναι κυρίως το ιδεολογικό ένδυμα που ενδύεται κάθε θεωρία, που μας επιτρέπει να διακρίνομαι και να μιλάμε, όσοι μιλάμε, για ρεύματα και σχολές οικονομικής σκέψης.

Το επιστημονικό έργο

Ομαδοποιώ το επιστημονικό έργο του Καράγιωργα σε δύο χρονικές περιόδους. Στην πρώτη κατατάσσω εκείνο που δημοσίευσε από το 1955 μέχρι και την αποφυλάκισή του και το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης του στασιμοπληθωρισμού το 1973. Στη δεύτερη, το έργο που εκπονήθηκε ανάμεσα στο 1974 και το 1985.
Το έργο της πρώτης περιόδου, αν και κινείται στα όρια της κρατούσας τότε ορθοδοξίας της μικτής οικονομίας (αγορά κυρίαρχη, κράτος συμπλήρωμα), διαφοροποιείται αισθητά από αυτήν με την ενσωμάτωση στοιχείων που παραπέμπουν σε μια αρκετά προσωπική οπτική, μια μορφή κριτικού κεϋνσιανισμού, όπου ο ρόλος του κράτους αναβαθμίζεται σε αποφασιστικό παράγοντα στην πορεία προς την οικονομική ανάπτυξη, με δίκαιη κατανομή του κόστους και οφέλους, και έμφαση στην εξάλειψη της φτώχειας και της ανεργίας.
Το μετά το 1974 έργο έχει πολλά κοινά με αυτό της πρώτης περιόδου, με τη διαφορά ότι η κριτική ματιά γίνεται οξύτερη και εμπλουτίζεται με τα μεθοδολογικά, εννοιολογικά και αναλυτικά εργαλεία της μαρξικής θεωρίας, εργαλεία τα οποία διαμορφώθηκαν με στόχο τη μελέτη κοινωνικών συστημάτων που χαρακτηρίζονται από ανισότητες, ιεραρχικές και ταξικές δομές.
Κατά την πρώτη περίοδο το ερευνητικό ενδιαφέρον του Καράγιωργα εστιάζει στα επίκαιρα τότε θέματα της πολιτικής της οικονομικής ανάπτυξης και της συγκρότησης του αποκληθέντος κοινωνικού κράτους ή κράτους ευημερίας. Το ενδιαφέρον του εστιάζει στην ελληνική οικονομία και ειδικότερα τη δημοσιονομική πολιτική και τις αναπτυξιακές και κοινωνικές επιδράσεις της. Φορολογία, δαπάνες, αναπτυξιακά κίνητρα, ξένες επενδύσεις κλπ. αναλύονται συστηματικά σε πολλές μελέτες.
Το 1967 δημοσιεύτηκε μια εξαιρετικά σημαντική μελέτη, η οποία πραγματοποιήθηκε στο ΚΕΠΕ με τη συνεργασία και άλλων ερευνητών. Έφερε τον εμβληματικό τίτλο: Αναγκαίαι Μεταρρυθμίσεις του Ελληνικού Φορολογικού Συστήματος και τεκμηρίωνε σειρά καινοτόμων προτάσεων για την αναμόρφωση του προβληματικού φορολογικού συστήματος της χώρας, με στόχο να καταστεί αντικειμενικό, αποτελεσματικό, διαφανές και δίκαιο. Ελάχιστα έγιναν από τότε.
Την ίδια χρονιά εκδίδεται το πρώτο διδακτικό εγχειρίδιο με τίτλο: Παραδόσεις Δημοσιονομικής Πολιτικής και τον επόμενο χρόνο το δίτομο: Παραδόσεις Δημόσιας Οικονομικής. Με τα έργα αυτά ο Καράγιωργας προσφέρει για πρώτη φορά στον έλληνα φοιτητή και στην ευρύτερη επιστημονική κοινότητα τη σύγχρονη τότε Δημόσια Οικονομική, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί στα δυτικά πανεπιστήμια ως σύνθεση τριών θεωρητικών παραδόσεων: (1) της αγγλο-αμερικάνικης παράδοσης, που εστίαζε στην πλευρά της χρηματοδότησης (φορολογία, δανεισμός κλπ), (2) της παράδοσης της ηπειρωτικής Ευρώπης (ιταλική και σκανδιναβική κατά κύριο λόγο) με έμφαση στην πλευρά των δημοσίων δαπανών και (3) της νεοκλασικής εκδοχής της κεϋνσιανής θεωρίας, η οποία πραγματεύεται το ρόλο του κράτους ως συμπληρωματικό και διορθωτικό των ατελειών και των αδυναμιών της αγοράς. Ανάμεσα στα θέματα που αναλύονται, περιλαμβάνονται τα δημόσια αγαθά, η διανομή του εισοδήματος και του πλούτου, η απασχόληση, η ανάπτυξη, ο πληθωρισμός και η ύφεση, η φορολογική πολιτική, ο εσωτερικός και εξωτερικός δανεισμός, η πολιτική δημόσιων δαπανών, οι εξωτερικές οικονομίες και επιβαρύνσεις, η προστασία του περιβάλλοντος κ.α.

Η νεοκεϋνσιανή κυριαρχία και οι εχθροί της

Πρέπει εδώ να ανοίξω μια παρένθεση και να αναφερθώ στην ιστορική συγκυρία που επέτρεψε στη νεοκλασική σύνθεση της κεϋνσιανής θεωρίας να καταστεί κυρίαρχη στη μεταπολεμική εποχή και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Η μεγάλη οικονομική κρίση του μεσοπολέμου είχε απαξιώσει την κρατούσα τότε νεοκλασική οικονομική θεωρία, ξεσκεπάζοντας με τον πλέον δραματικό τρόπο τους μύθους περί αρμονίας, διάχυσης της ευημερίας και αυτορρύθμισης της ελεύθερης, δηλαδή αρρύθμιστης, οικονομίας της αγοράς. Ο επιτυχής σχεδιασμός και διεύθυνση της πολεμικής προσπάθειας από το κράτος αποκάλυψε επίσης ότι οι ισχυρισμοί των νεοκλασικών περί ανικανότητας του κράτους να παρεμβαίνει στην οικονομία ήταν έωλοι. Τέλος, οι επιτυχίες του κεντρικού σχεδιασμού στους τομείς της εκβιομηχάνισης της οικονομίας της Σοβιετικής Ένωσης και της αποφασιστικής της συμβολής στη συντριβή του φασισμού έδειχναν ότι υπήρχε εναλλακτική.
Ασφαλώς η αμφισβήτηση δεν εξαφανίστηκε. Η οικονομική ελίτ και μια σημαντική μερίδα διανοουμένων, συντηρητικών νεοκλασικών οικονομολόγων στην πλειοψηφία τους, είχαν τις αντιρρήσεις τους. Διέβλεπαν, και ορθώς, ότι τα συμφέροντά τους βρίσκονταν σε κίνδυνο. Οι σημαντικότεροι από τους διανοούμενους αυτούς (Hayek, Mises, Friedman, Popper κ.α.) συγκεντρώθηκαν το 1947, με πρωτοβουλία του Hayek και πλούσια χρηματοδότηση από τους πάτρωνές τους, τους αμερικάνικους επιχειρηματικούς κολοσσούς κατά κύριο λόγο, στο ελβετικό θέρετρο στο Mont Pelerin, για να χαράξουν την τακτική και τη στρατηγική τους στον πόλεμο που κήρυξαν εναντίον του κομμουνισμού και, φυσικά, με μεγαλύτερη σφοδρότητα στον πόλεμο εναντίον της κεϋνσιανής θεωρίας που διάβρωνε τις δυτικές κοινωνίες. Η ομάδα αυτή έχει να επιδείξει αρκετές αρετές. Εργατικότητα, παραγωγικότητα, υπομονή. Να πώς το έθεσε ο Friedman: Επεξεργαζόμαστε και εξελίσσομε τις ιδέες μας περιμένοντας την κατάλληλη ευκαιρία. Και αυτή δεν άργησε να έρθει. Ο στασιμοπληθωρισμός σήμανε την ώρα τους. Τον θεωρητικό-ιδεολογικό πόλεμο που ξεκίνησαν το 1947, τον κέρδισαν χωρίς ουσιαστική αντίσταση. Η χρυσή μεταπολεμική τριακοπενταετία στα μέσα της δεκαετίας του 1970 φτάνει στο τέλος της. Η οπισθοδρόμηση καλπάζει. Οι κοινωνίες αποσυντίθενται, καταρρέουν. Ο κόσμος της εργασίας αλυσοδένεται ξανά στα δεσμά της νεοφιλελεύθερης δουλείας. Ο νέος πολιτικός, οικονομικός και γνωσιακός μεσαίωνας ανατέλλει.

Η ανάλυση της ελληνικής πραγματικότητας

karagiorgas
Το 1968, ο Καράγιωργας καταπιάνεται, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, με την εμπειρική μέτρηση της επίπτωσης του φορολογικού βάρους και του οφέλους των μεταβιβαστικών πληρωμών κατά εισοδηματικά κλιμάκια. Η πρώτη φάση της έρευνας αυτής ολοκληρώθηκε στις φυλακές και μια συνοπτική εκδοχή της δημοσιεύτηκε το 1973 στο Economic Journal.
Μετά την αποφυλάκισή του, την περίοδο 1973-1985, ο Καράγιωργας αναπτύσσει πολύπλευρη πολιτική, κοινωνική και επιστημονική δραστηριότητα. Μετέχει ενεργά σε πολιτικά κόμματα και πολιτικές κινήσεις. Αναλαμβάνει πρωτοβουλίες για τη συνένωση των προοδευτικών πολιτικών δυνάμεων. Γίνεται μέλος επιτροπών ειδικών και αρθρογραφεί υπέρ του προοδευτικού εκσυγχρονισμού των πανεπιστημιακών σπουδών. Διδάσκει, πέρα από την Πάντειο, στις Σχολές Αστυνομίας, Πυροσβεστικής και Χωροφυλακής. Κάνει ομιλίες. Παρουσιάζει εισηγήσεις σε επιστημονικά συνέδριά. Οργανώνει ανοιχτά σεμινάρια στην Πάντειο με τη συμμέτοχή διακεκριμένων επιστημόνων από το εσωτερικό και το εξωτερικό με μεγάλη απήχηση μιας και το μεγάλο αμφιθέατρο της Νέας Πτέρυγας, γέμιζε ασφυκτικά.
Σε ένα άρθρο του που δημοσιεύεται στο Αντί το 1973, με τίτλο «Οικονομικές συνέπειες της δικτατορίας», αναλύει την οικονομική πολιτική του στρατιωτικού καθεστώτος και αναδεικνύει την συντηρητική αναδίπλωση που συνεπαγόταν η εφαρμογή ενός ήπιου μονεταρισμού (πολιτική λιτότητας θα την λέγαμε σήμερα). Ωστόσο, αυτό που πρέπει κα κρατηθεί από το άρθρο αυτό είναι η προειδοποίηση για τους κινδύνους που υποκρύπτονταν στην άκριτη (καταναλωτική) προσφυγή στον ξένο δανεισμό που είχε εγκαινιάσει η χούντα. Η επιστημονική δεοντολογία μου επιβάλλει να αναφέρω εδώ ότι την ίδια περίπου θέση είχαν υποστηρίξει σε άρθρα τους και οι καθηγητές Γιάγκος Πεσμαζόγλου και Θανάσης Κανελλόπουλος.
Το άρθρο του Καράγιωργα «Η οργάνωση της οικονομίας κατά το Σχέδιο Συντάγματος του 1975» είναι ιδιαίτερα σημαντικό για δύο λόγους. Ο πρώτος αφορά στην όξυνση της κριτικής του απέναντι στο κυρίαρχο οικονομικό-πολιτικό σύστημα και ο δεύτερος αφορά στην υιοθέτηση από τον Καράγιωργα (κυρίως στα πολιτικά του κείμενα) ενός νέου τρόπου γραφής που τον χαρακτηρίζει η λιτότητα, η σαφήνεια και η εκφραστική δύναμη προσιτού σε κάθε αναγνώστη. Υποστηρίζει την άποψη ότι το σχετικό σχέδιο όχι μόνο δεν διασφάλιζε καμιά από τις προϋποθέσεις πορείας προς μια δικαιότερη κοινωνία με την άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και αντιθέσεων, αλλά ούτε άφηνε περιθώρια προσαρμογής του οργανωτικού πλαισίου της οικονομίας στις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες και ανάγκες. Μάλιστα, έδειξε ότι σε σύγκριση με το γερμανικό Σύνταγμα αποδεικνυόταν οπισθοδρομικό και ανελαστικό, τόσο στο πεδίο διασφάλισης και προστασίας της δημόσιας ιδιοκτησίας όσο και στη σφαίρα της δυνατότητας της κοινωνίας να ρυθμίζει τα γενικότερα ζητήματα ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής με τρόπους συμβατούς με το δημόσιο συμφέρον. Σήμερα είμαι σίγουρος ότι πολλοί φοιτητές αγνοούν ότι υπήρχε μια εποχή που οι καθηγητές ασχολούνταν με τέτοια θέματα.
Το ερευνητικό έργο πάνω στα θέματα της εμπειρικής μέτρησης της ανισότητας και της διανεμητικής και αναπτυξιακής επίδρασης της δημοσιονομικής πολιτικής το συνεχίζει και το εμπλουτίζει με τη μέτρηση της φοροδιαφυγής και την εφαρμογή νέων θεωρητικών ερμηνειών. Από τις μελέτες αυτής της κατηγορίας αναφέρω ενδεικτικά τις εξής δύο: «Η φορολογική εκμετάλλευση στην Ελλάδα 1978» και «Πολιτική λιτότητας και εισοδηματικές ανισότητες 1977».
Όπως βλέπετε, η πολιτική λιτότητας είναι παλιά ιστορία. Συνοδεύει τον καπιταλισμό από το λίκνο του. Ο καπιταλισμός για να υπάρξει προϋποθέτει τη φτωχοποίηση της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού. Αυτή, δηλαδή η φτωχοποίηση, είναι και ο μεγαλύτερος κίνδυνος που τον απειλεί.
Δύο ακόμα συναφείς μελέτες με τίτλους «Κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες» και «Η κατανομή του φορολογικού βάρους κατά το 1982» (στις οποίες συνεργάστηκα) θα δημοσιευτούν μετά το θάνατό του. Σημειώνω ότι στη δεύτερη αυτή μελέτη γίνεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα εκτίμηση της έκτασης της φοροδιαφυγής και η κατανομή της κατά εισοδηματικά κλιμάκια.
Το 1983 αναλαμβάνει στο πλαίσιο του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών τη συγκρότηση ερευνητικής ομάδας με στόχο τη διεξαγωγή, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, δύο μεγάλων δειγματολογικών ερευνών για την εμπειρική εκτίμηση της έκτασης της ανισο-διανομής του εισοδήματος και της φτώχειας. Από τις έρευνες αυτές μόνο η δεύτερη ολοκληρώθηκε και δημοσιεύτηκε μετά το θάνατό του από τους συνεργάτες του.
Πριν περάσω στο οραματικό έργο του Καράγιωργα θα κάνω μια σύντομή αναφορά στη δημοσίευση το 1979 και 1981 της δίτομης πραγματείας περί Δημόσιας Οικονομικής. Θα παραθέσω την κριτική αποτίμηση της πραγματείας αυτής από τον επίσης Πύργειο καθηγητή Νίκο Πετραλιά.
«Θα ήθελα να υπογραμμίσω (γράφει ο Πετραλιάς) ότι πρόκειται για μια πρωτοποριακή σε σύλληψη και περιεχόμενο επιστημονική πραγματεία, με κριτήρια όχι μόνο της ελληνικής, αλλά και της διεθνούς βιβλιογραφίας. Αυτό το κλασικό πλέον έργο (…) θα εξακολουθεί και στο μέλλον να αποτελεί ορόσημο για πανεπιστημιακή διδασκαλία και έρευνα σε θέματα σχετικά με τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις της κρατικής πολιτικής στις σύγχρονες καπιταλιστικές οικονομίες».

Η οραματική διάσταση

Θα κλείσω την αναφορά στο επιστημονικό έργο του Σάκη Καράγιωργα με μια σύντομη ματιά στα κείμενα εκείνα που πραγματεύονται θέματα που σχετίζονται (1) με τα οργανωτικά και λειτουργικά προβλήματα της κοινωνίας της δικαιοσύνης και της προόδου, δηλαδή της σοσιαλιστικής κοινωνίας, (2) τις τεχνικές-τεχνολογικές προκλήσεις και δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει η πορεία προς την εγκαθίδρυσή της και (3) τους κινδύνους αποτυχίας και οπισθοδρόμησης.
Το 1985 ο Καράγιωργας θα δημοσιεύει δύο σύντομα άρθρα, με τα οποία ασκεί καταλυτική κριτική στην πολιτική αντιμετώπισης της κρίσης του στασιμοπληθωρισμού, που μάστιζε τότε τις οικονομίες της αγοράς, από τα αστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Στα κείμενα αυτά αποκαλύπτει με εκπληκτική ενάργεια το ταξικό χαρακτήρα της πολιτικής με την επίρριψη του κόστους στον κόσμο της εργασίας, τον ιδεολογικό μηχανισμό δικαιολόγησης και νομιμοποίησης της πολιτικής αυτής, τις αρνητικές συνέπειες που θα προκαλούσε στο επίπεδο της απασχόλησης, της διανομής, της ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής.
Η προσοχή του δεν εστιάζει, για αυτονόητους λόγους, στο περιεχόμενο της κοινωνικής δημοκρατίας, αλλά στις προϋποθέσεις πραγμάτωσής της. Είναι οραματιστής, όχι ουτοπιστής. Υπέρτατος κριτής ο κριτικός νους, που απαιτεί ρεαλισμό και επιστημονική τεκμηρίωση. Δεν διαφεύγει από τον Καράγιωργα το γεγονός ότι οι προϋποθέσεις για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας δεν έχουν ακόμα αναπτυχθεί στην έκταση που θα καθιστούσαν εφικτό ένα τέτοιο εγχείρημα. Ας ακούσουμε τον ίδιο.
«Πρέπει να σημειωθεί (γράφει) ότι στο σημερινό στάδιο ιστορικής εξέλιξης καμιά κοινωνία, ακόμη και η πιο αναπτυγμένη, δεν έχει την ικανότητα να αναλάβει τον οικονομικό σχεδιασμό, δηλαδή να αποφασίζει η ίδια κατά τρόπο αποτελεσματικό για την κατανομή των μέσων παραγωγής και τη διανομή του εισοδήματος» (266).
Και για να είναι σε θέση να αναλάβει το σχετικό σχεδιασμό, συνεχίζει: «Χρειάζεται ν’ αναπτυχθούν δημοκρατικές διαδικασίες και μηχανισμοί συμμετοχής στη λήψη των αποφάσεων (…) Τέτοιοι μηχανισμοί συλλογικής συμμετοχής θα πρέπει ν’ αναπτυχθούν και να λειτουργούν και στο επίπεδο επιλογής των αναγκών και ιεράρχησης της ικανοποίησής τους, και στη σφαίρα της παραγωγής των προϊόντων, και στη σφαίρα της διανομής του πλεονάσματος» (267/8).
Πέρα, όμως, από τις πολιτικές και οικονομικές προϋποθέσεις η πορεία προς τον σοσιαλισμό απαιτεί και την παρουσία των ανάλογων ιδεών και κοινωνικών αξιών: «Η πορεία προς τη σοσιαλιστική κοινωνία χρειάζεται, πέρα από οργανωμένα κόμματα και συνεκτικές πολιτικές κινήσεις, και ιδεολογικά συνειδητοποιημένους πολίτες, που θα αγωνίζονται για τη δημιουργία της».
Δεν αγνοούσε ο Καράγιωργας ότι για τη δημιουργία της τελευταίας αυτής προϋπόθεσης δεν αρκούσε η ιδεολογική λειτουργία των προοδευτικών κομμάτων, την οποία θεωρούσε δεδομένη, αλλά χρειαζόταν και η ύπαρξη πρόσφορων «μηχανισμών εκπαίδευσης και πληροφόρησης». Αυτός ήταν, άλλωστε, ο λόγος που η κύρια προσπάθεια του αγώνα του για τη δημιουργία της κοινωνίας της δικαιοσύνης επικεντρώθηκε στην εκπαίδευση με προτεραιότητα το χώρο των κοινωνικών επιστημών, δηλαδή το χώρο ο οποίος παράγει, αναπαράγει και διαχέει τη γνώση και τις ιδέες για το ποια είναι η επιθυμητή και εφικτή συγκρότηση της κοινωνικής ζωής.
«Χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια (έλεγε και έγραφε), για να απαλλαγεί ο άνθρωπος από προκαταλήψεις και βιώματα αιώνων και από σκλάβος των πραγμάτων και κυνηγός του προσωπικού συμφέροντος, να περάσει σε μια ζωή αλληλοβοήθειας και συνεργασίας. Χωρίς να κερδηθεί αυτός ο αγώνας, σοσιαλισμός δεν θα υπάρξει».
Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία για την ορθότητα της θέσης αυτής.

*Ομότιμος Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου.