Kώστας Μελάς: Ανάγκη ενός εργαλείου για την ανάκαμψη των οικονομιών τώρα και στο μέλλον

Συνέντευξη με τον οικονομολόγο, Κώστα Μελά


Υπαρκτός ο κίνδυνος και μιας «χρηματοπιστωτικής επιδημίας»

Τη συνέντευξη πήρε ο Παύλος Κλαυδιανός

Την Τρίτη στο Eurogroup θα δούμε τη συνέχεια της οξύτατης διαφωνίας για το ευρωομόλογο. Έως τώρα, τι προκύπτει; Υπάρχουν δηλώσεις που δραματοποιούν τα ενδεχόμενα.
Αυτό που έθεσαν επιτακτικά οι εννέα χώρες –η Γαλλία για πρώτη φορά– στη Σύνοδο Κορυφής (Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ελλάδα, Βέλγιο, Σλοβενία, Λουξεμβούργο) και υπήρξε ριζική διαφωνία με τη Γερμανία και τους συμμάχους της (Ολλανδία, Αυστρία, Φιλανδία), είναι η αμοιβαιοποίηση του δημόσιου χρέους δια μέσου της έκδοσης ευρωομολόγου. Αυτό, συνάγεται από το κείμενό τους, δεν θα αφορά μόνο τις δαπάνες για τη μάχη κατά του κορωνοϊού μέσω της έκδοσης αυτής, αλλά θα αποβλέπει και στη στήριξη της αναπτυξιακής προσπάθειας της οικονομίας της ευρωζώνης με την υποστήριξη επιχειρήσεων και θέσεων εργασίας, της οικονομίας, η οποία αυτή τη στιγμή θίγεται τρομακτικά από τον ιό. Στο ενδιάμεσο βρίσκονται οι υπόλοιπες έξι χώρες, οι οποίες, σύμφωνα με τις πληροφορίες, είναι πολύ πιο κοντά στην άποψη των εννέα, παρά το ότι ακόμη δεν έχουν εκφρασθεί υπέρ.

Δεν θα υπάρξει έκδοση ευρωομολόγου

Άρα, το θέμα, θα λέγαμε, είναι ανοικτό.
Ναι, είναι ανοικτό, αλλά δεν θα υπάρξει απόφαση για έκδοση ευρωομολόγου στο Εurogroup. Η Γερμανία, μέχρι σήμερα, έχει καταφέρει να περάσει τις απόψεις της όταν χρησιμοποιεί το όργανο αυτό. Πάντως στις σημερινές συνθήκες υπάρχει μεγάλη πίεση από την πλευρά των εννέα χωρών. Ειδικά η Ισπανία και η Ιταλία, που έχουν και το μεγάλο πρόβλημα, είναι πιο επιθετικές έναντι της Γερμανίας και των συμμάχων της. Η Γερμανία και οι σύμμαχοι αντιπρότειναν ως εργαλείο δάνεια από το ESM, κάτι που είναι απαράδεκτο γι’ αυτές τις χώρες. Είναι αδύνατο να δεχθούν, δηλαδή, ένα είδος μνημονίου. Η εντύπωση που έχω, είναι ότι κυοφορείται μια σύνθετη λύση με τη συμμετοχή των τριών βασικών θεσμών: ΕΕ, ΕΤ Επενδύσεων και ESM. Πάντως ευρωομόλογα δεν θεωρώ ότι θα προκύψουν σε αυτή τη συγκυρία. Δυστυχώς, αλλά αυτή είναι η σημερινή πραγματικότητα. Σε αυτή τη λύση οδηγεί και η πρόσφατη παρέμβαση (1η Απριλίου) της Κομισιόν μέσω της προέδρου, της κ. φον Λάϊεν, η οποία ζήτησε συγνώμη από την Ιταλία, γιατί δεν είχε κάνει τα απαραίτητα τις πρώτες δύο εβδομάδες, και θέτει σε εφαρμογή ένα σχέδιο, που είχε τεθεί και παλαιότερα στο τραπέζι, δημιουργίας ταμείου ανεργίας, με πόρους ύψους 100 δισ. ευρώ για βοήθεια των εργαζομένων που έχουν χάσει την εργασία τους. Δίνουν, δηλαδή, επιδόματα εργασίας σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Ανέργους, όμως, δεν έχει μόνο η Ιταλία, αλλά και η Γερμανία, άρα και αυτό ως μέτρο υλοποιείται από τη στιγμή που η Γερμανία παρουσιάζει πρόβλημα. Ως πιθανή διέξοδος αναζητείται, όπως είπαμε, ένας συμβιβασμός. Τώρα νομίζω ότι μετά τη διατύπωση των δυο αντίθετων απόψεων και το αδιέξοδο, μπαίνουν στο παιχνίδι και η Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Επομένως, ανάμεσα σ’ αυτούς τους τέσσερις θεσμούς και των προϊόντων τους –δάνεια από την Επιτροπή, δάνεια από τον ESM, δάνεια της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και ΕΚΤ– θα αναζητηθεί, πιθανόν, συμβιβαστική λύση. Θα επιχειρηθεί. Δεν σημαίνει, όμως, αυτό τίποτε ακόμη.

 

Να ξαναρθούμε στο ευρωομόλογο. Ποιος θα το εξέδιδε, πώς θα διανεμόταν στα κράτη, τι ανάγκες θα κάλυπτε; Θα υπάρχουν όροι ή προϋποθέσεις;
Θα το εξέδιδε ένας ευρωπαϊκός θεσμός, π.χ. η Επιτροπή ή Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕΠ) ή οι δυο σε συνεργασία. Οι περισσότεροι αναλυτές που υποστηρίζουν την έκδοση του ομολόγου, θεωρούν ότι το ύψος του πρέπει να είναι τουλάχιστον 1 τρισ. για να μπορέσει να καλύψει τις ανάγκες της περιόδου λόγω ιού, αλλά και να σχεδιασθεί παράλληλα, ώστε να βοηθάει τις οικονομίες και μετά τον περιορισμό της επιδημίας. Ένα εργαλείο, δηλαδή, που θα βοηθήσει και τώρα, αλλά και στο μέλλον στην ανάκαμψη των οικονομιών της Ευρωζώνης. Τεχνικά, οι πόροι από το ευρωομόλογο να μοιραστούν ανάλογα με τη συμμετοχή που έχει κάθε χώρα στο κεφάλαιο της ΕΚΤ, αλλά και να μπορεί να λαμβάνει υπόψη και τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε χώρας.

Χρειάζεται ένα σχέδιο Μάρσαλ

Αν επεκτείναμε την ιδέα του ευρωομόλογου ως «κοινού ομόλογου» στην Ευρώπη, θα πηγαίναμε στην ιδέα ενός σχεδίου Μάρσαλ. Το υποστηρίζουν διάσημοι οικονομολόγοι, αλλά και πολιτικοί, όπως ο Σάντσεθ, ο ισπανός πρωθυπουργός.
Σαφέστατα μπορεί αυτό να γίνει. Δηλαδή να υπάρξουν κοινά ομόλογα, ακόμη και σε συνεργασία ΕΕ – ΗΠΑ, εφόσον η κρίση είναι οξεία και καθολική. Κάποιος θεσμός πρέπει να συγκεντρώσει χρήματα και να διατεθούν στις ευρωπαϊκές χώρες, για να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους. Συζητείται αν αυτό μπορεί να προέλθει απ’ την Κίνα, διότι αυτή έχει τις δυνατότητες, τους πόρους για ένα τέτοιο σχέδιο. Δεν το νομίζω. Παρ’ όλα αυτά, χρειάζεται η κοινή αντιμετώπιση των προβλημάτων, που τώρα εμφανίζονται με οξύτητα, έτσι που οι Γερμανοί να κάνουν πίσω, να θεωρήσουν ότι χρειάζεται ένα σχέδιο Μάρσαλ.

Η Γερμανία δεν καταλαβαίνει το καθολικό και το οξύ της τωρινής κρίσης, τη διάρκειά της. Γι’ αυτό αντιδρά «εγωιστικά»;
Δεν αγνοεί μόνο αυτό, δηλαδή ότι τα κοινά προβλήματα αντιμετωπίζονται από κοινού. Αγνοεί και μια σειρά θέματα που μπορεί να τα βρει μπροστά της όταν οι χώρες του Νότου βρεθούν πιθανά σε κρίση λόγω της αύξησης του χρέους τους, που δημιουργήθηκε προκειμένου να καλυφθούν τα νέα δημοσιονομικά ελλείμματα, αλλά και τις πιθανής δημιουργίας προβλημάτων στα τραπεζικά συστήματά τους, όπως, πχ, της Ισπανίας και της Ιταλίας. Γαλλικές και γερμανικές τράπεζες είναι πάρα πολύ εκτεθειμένες στο χρέος των χωρών αυτών. Σύμφωνα με την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS), στο τέλος Σεπτεμβρίου 2019 η έκθεση των γερμανικών τραπεζών σε ιταλικό (δημόσιο και ιδιωτικό) χρέος ανερχόταν σε 79 δισ. ευρώ, ενώ η αντίστοιχη έκθεσή τους σε ισπανικό χρέος ήταν 60 δισ. Τα ποσά αυτά αντιστοιχούν στο 19% των ίδιων κεφαλαίων και αποθεματικών των γερμανικών τραπεζών. Επιπλέον, οι γερμανικές τράπεζες έχουν έκθεση 17 δισ. σε παράγωγα στις δύο αυτές χώρες. Η χώρα με την υψηλότερη έκθεση των τραπεζών της είναι η Γαλλία, με 298 δισ. και 94 δισ. ευρώ, αντίστοιχα, στο χρέος της Ιταλίας και της Ισπανίας. Αυτό αντιστοιχεί σε 59% των ίδιων κεφαλαίων των γαλλικών τραπεζών, κάνοντας το σύστημα ευάλωτο σε μια κρίση. Υπάρχει ο κίνδυνος και μιας, θα λέγαμε, «χρηματοπιστωτικής επιδημίας». Αυτό φαίνεται να το αγνοεί η Γερμανία. Αλλά οι εξαγωγές της θα πιεστούν. Το Ινστιτούτο του Μονάχου IFO εκτίμησε ότι οι εξαγωγές της Γερμανίας έχουν υποστεί μεγάλη πτώση, πάνω από 20% στο πρώτο τρίμηνο.

Ο ΕSM είναι ο κύριος φορέας της λιτότητας

Ο ESM, κατά το διευθυντή του, κ. Ρέγκλινγκ, εφόσον δημιουργήθηκε για να δανείζει τα μέλη της Ευρωζώνης είναι και τώρα ο κατάλληλος θεσμός. Τι χρειάζεται το ευρωομόλογο, με τη λογική του. Φυσικά η διαφορά είναι τεράστια και ως προς τον όγκο, τους όρους δανεισμού, το εύρος των αναγκών που καλύπτει.
Είναι, νομίζω, δύσκολο, αν όχι αδύνατο, χώρες όπως η Ισπανία και η Ιταλία να δεχθούν να πάρουν δάνεια υπό τις προϋποθέσεις του ΕSM. Μην ξεχνάμε, είναι ο κύριος φορέας των προγραμμάτων λιτότητας. Επίσης, ο ESM έχει λογική πιστωτή και άρα τα κριτήρια με τα οποία δανείζει, επί της ουσίας, είναι κριτήρια τραπεζικά. Άλλες ανάγκες έχουν χώρες όπως Ισπανία – Ιταλία, δεν θα το δεχθούν. Εξάλλου, με τα 420 δισ. που διαθέτει –οι Βόρειοι μάλιστα λένε ότι αρκούν τα 200!– τι να πρωτοκαλύψει από τις τεράστιες ανάγκες σε δανεισμό τώρα λόγω και της κρίσης.

Ο Κόντε είπε, απαντώντας ουσιαστικά στον Ρέγκλινγκ, ότι μόνο για το 2020 η Ιταλία έχει προγραμματίσει –προ κορωνοϊού– δανεισμό 220 δισ.
Είναι αδύνατο να φθάσει ποσοτικά. Μιλάμε, με βάση τις ανάγκες, για ένα τρισ. ευρώ ομόλογο, και αν φθάσει. H Γερμανία, νομίζω, είναι αδύνατο να δεχθεί ομόλογα γενικού σκοπού. Ευρωομόλογα, δηλαδή, που να μην έχουν κάποιο σαφή στόχο να χρηματοδοτήσουν. Οι εννέα πρωθυπουργοί, αντίθετα, μιλούν για κάλυψη αναγκών που προκύπτουν από τον κορωνοϊό, γενικώς. Θα μπορούσαν να δεχθούν ομόλογο με πολύ σαφή στόχο, πχ την αγορά εργασίας, δημόσια συστήματα υγείας, επιχειρήσεις.

Πιστεύεις ότι δεν μπορεί, στη βάση του ESM, να γίνει ο συμβιβασμός;
Μπορεί, ίσως, να παίξει ένα ρόλο, αλλά σε καμιά περίπτωση με τη λογική και τους όρους που έχει στο μυαλό του ο κ. Ρέγκλινγκ και οι Γερμανοί.

Ο ΕSM τα χρήματα τα βρίσκει βγάζοντας ομόλογα. Να, λέει, ο Ρέγκλινγκ και αυτό ευρωομόλογο είναι και σας δανείζω …
Ναι, προσφεύγει στην αγορά. Είναι ένας οργανισμός που έχοντας την εγγύηση των κρατών –Γαλλίας, Γερμανίας κτλ– έχει αυξημένη πιστοληπτική ικανότητα και έτσι το επιτόκιο με το οποίο δανείζεται είναι πάρα – πάρα πολύ χαμηλό. Ερχόμαστε, όμως, μετά σε όλα τα προβλήματα που παρακολουθούν έναν τέτοιο δανεισμό, όπως είπαμε πριν, που δεν γίνονται αποδεκτά.

Η ΕΚΤ δεν αποτελεί τη λύση

Ας πάμε τώρα στην ΕΚΤ. Ύστερα από την αρχική μεγάλη υστέρηση, πήρε φορά! Η κ. Λαγκάρντ είπε ότι εκτός από τα αρχικά 120 δισ. βγάζει και ένα πρόγραμμα 750 δισ. και θα είναι απεριόριστο, αν χρειαστεί! Επαναλαμβάνει τη λογική Ντράγκι.
Πρόκειται για το πρόγραμμα Πράξεων Πιο Μακροπρόθεσμης Αναχρηματοδότησης (LTROs) της ΕΚΤ, σύμφωνα με το οποίο θα αγοράζονται ομόλογα των κρατών μελών μέχρι ύψους 750 δισ. ευρώ. Επίσης, τέθηκε σε εφαρμογή το πρόγραμμα Αγοράς Στοιχείων Ενεργητικού (ιδιωτικού τομέα), ύψους 120 δισ. ευρώ (δεν αφορά στην Ελλάδα). Παρότι οι δράσεις αυτές διορθώνουν προς τα κάτω τις καμπύλες απόδοσης των ομολόγων, επειδή η ΕΚΤ δεν μπορεί να αγοράσει μαζικά ομόλογα από την πρωτογενή αγορά (λόγω του καταστατικού της και της γενικότερης αντίληψης περί μη νομισματοποίησης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων), αλλά μόνο από τη δευτερογενή, μια πράξη που έρχεται εκ των υστέρων να παρέμβει διορθωτικά στις συνέπειες που δημιουργούνται από την αύξηση του εθνικού χρέους κάθε χώρας. Η αγοραστική υποστήριξη του χρέους από την ΕΚΤ, εκτός αν διατηρηθεί στο διηνεκές, δεν θα εμποδίσει όμως μελλοντικά την αύξηση των αποδόσεων, καθώς το εθνικό χρέος θα έχει αυξηθεί. Χρειάζεται συνεπώς μια πηγή χρηματοδότησης χαμηλότερου κόστους και βαθύτερου χρονικού ορίζοντα για να μετριαστεί ο κίνδυνος μιας νέας κρίσης χρέους. Σε αυτό συμβάλλει η έκδοση εργαλείων αμοιβαίου χρέους, για να αντληθούν από κοινού οι πόροι που θα χρηματοδοτήσουν τις δαπάνες στήριξης της οικονομίας στη διάρκεια της πανδημίας. Το όφελος για τις υπερχρεωμένες χώρες θα ήταν ο ιδιαίτερα χαμηλού κόστους δανεισμός σε μακροχρόνιο ορίζοντα. Ο αμοιβαίος δανεισμός θα πρέπει να είναι μακροχρόνιος, κάτι που είναι δύσκολο για εθνικό δανεισμό σε συνθήκες υπερχρέωσης. Έτσι, τα ομόλογα αυτά θα πρέπει να είναι μακροχρόνιας ωρίμανσης (30-50 έτη), με εκδότη έναν ευρωπαϊκό θεσμό (τον ESM, αν μιλάμε μόνο για την Ευρωζώνη, την Επιτροπή ή την Ευρωπαϊκή Επενδυτική Τράπεζα για ολόκληρη την ΕΕ) και με εγγύηση τα κεφάλαια του εν λόγω θεσμού.

Η Λαγκάρντ, επίσης, είπε ότι για την αγορά ομολόγων δεν θα τηρηθούν οι έως τώρα αυστηροί όροι, όπως έκθεση βιωσιμότητας του χρέους (DSA) και επιτήρηση από ΔΝΤ.
Ναι, τώρα η ΕΚΤ μπορεί να αγοράσει ομόλογα ανεξάρτητα επενδυτικής βαθμίδας, και χωρίς κανένα περιορισμό ως προς το ποσοστό των εκδόσεων που υπήρχε μέχρι τώρα. Αυτό παρέχει, όντως, πολύ μεγάλη ευελιξία.

Βοήθεια άγνωστου εύρους για την Ελλάδα

Η Ελλάδα θα πάρει, γράφτηκε, 12 δισ. περίπου. Τι θα σημαίνει αυτό;
Πρέπει, καταρχάς, να περιμένουμε να πάρουμε τα 12 δισ., διότι δεν γνωρίζουμε πόσα είναι τα ομόλογα στη δευτερογενή αγορά που προσφέρονται για να αγοραστούν. Είναι μια βοήθεια πάρα πολύ σημαντική ως πηγή ρευστότητας, το πώς θα αξιοποιηθεί είναι ένα άλλο ζήτημα. Το πόσα που θα αγοραστούν, τελικά, δείχνει και το πρόβλημα: δηλαδή η ΕΚΤ, επί της ουσίας, αγοράζει ήδη τα ομόλογα τα οποία βρίσκονται στην αγορά. Δεν αγοράζει νέα, δεν είναι δηλαδή νέα ρευστότητα. Εκτός αν τα εθνικά κράτη εκδίδουν συνεχώς νέα για να αυξάνουν παραπάνω τη ρευστότητά τους από την ήδη υπάρχουσα. Όταν τα αγοράζει η ΕΚΤ, επί της ουσίας, ρίχνει τις αποδόσεις των ομολόγων, για να διευκολύνει την έκδοση νέων, μέχρι που να χρηματοδοτήσουμε τις νέες ανάγκες που δημιουργούνται λόγω των πρόσθετων δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Διότι, αυτή τη στιγμή, οι χώρες έχουν περισσότερες δαπάνες και λιγότερα έσοδα. Έχουν ανάγκη να εκδώσουν νέα ομόλογα, που με την παρέμβαση στη δευτερογενή αγορά η ΕΚΤ μειώνει τις αποδόσεις και τους δίνει τη δυνατότητα να εκδίδουν με χαμηλότερο κόστος. Αλλά, ταυτόχρονα, αυτό σημαίνει ότι αυξάνει το δημόσιο χρέος κάθε χώρας και η ΕΚΤ οφείλει συνεχώς να αγοράζει ομόλογα για να κρατά τις αποδόσεις. Αν ύστερα από ένα διάστημα σταματήσει να αγοράζει, τι θα συμβεί; Οι χώρες θα βρεθούν με υψηλότερο χρέος και οι αποδόσεις θα ανέβουν. Άρα, δεν είναι μια τελεσίδικη λύση. Γι’ αυτό και οι χώρες ζητούν, μέσω του ευρωομόλογου, τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων που έχουν δημιουργηθεί, να γίνει μια αμοιβαιοποίηση του χρέους.

Η Επιτροπή, ανέφερες πριν, όρισε ένα ποσό 100 δισ. Ποιο ρόλο μπορεί να παίζει ως θεσμός;
Ναι, είναι το πρόγραμμα SURE. Πρόκειται, όπως είπαμε, για ένα ευρωπαϊκό ταμείο ανεργίας. Μπορεί, παράλληλα, να διευκολύνει με ένα πρόγραμμα τις επιχειρήσεις. Να χρησιμοποιήσει πόρους για να διοχετεύσει αναλώσιμα στις χώρες. Για παράδειγμα, η Φον Λάϊεν παραδέχθηκε ότι ήταν λάθος που σταμάτησαν την έξοδο ιατρικού υλικού προς την Ιταλία. Μπορεί, όμως, να παίξει σημαντικό ρόλο στον επερχόμενο «συμβιβασμό».

Να συμπληρώσουμε το παζλ με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕΠ);
Η ΕΤΕΠ θεωρείται ένας σημαντικός θεσμός, μπορεί να εκδώσει ομόλογα, να συμμετάσχει με την παροχή ρευστότητας και προγραμμάτων στις επιχειρήσεις, μεσαίες και μικρές. Η ΕΤΕΠ είναι, θα λέγαμε, ο αναπτυξιακός βραχίονας της ΕΕ.

Η διαγραφή ιδιωτικών χρεών και ο τελικός λογαριασμός

Ο Ντράγκι στο άρθρο του στους F.T. διατύπωσε πολύ ριζοσπαστικές ιδέες, πχ, διαγραφή ιδιωτικού χρέους.
Ο Ντράγκι είναι ένας νεοκεϋνσιανός οικονομολόγος, της σχολής Μοντιλιάνι, ενώ υπήρξε μαθητής του γνωστού στην Ιταλία κεϋνσιανού καθηγητή, Φεντερίκο Καφέ. Επομένως, αντιλαμβάνεται πολύ σοβαρά την κατάσταση των κρίσεων. Είπε πολύ απλά ότι η ΕΚΤ πρέπει να αγοράζει ομόλογα, δηλαδή να δημιουργεί ρευστότητα στο διηνεκές, όσο θα υπάρχει κρίση, χωρίς να φοβόμαστε για τα χρέη. Όταν περάσει η κρίση, θα βρούμε τρόπους να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα του χρέους. Η ΕΚΤ να μην σταματήσει την αγορά ομολόγων μέχρις ότου ξεπεραστεί η κρίση.

Είπε επίσης ότι μετά την κρίση για να επενδύσουν οι επιχειρήσεις, θα πρέπει να διαγραφεί το χρέος τους. Να το πληρώσει, δηλαδή, το κράτος.
Ναι, πρότεινε τη διαγραφή ιδιωτικού χρέους. Δηλαδή, είπε: όταν φθάσουμε σε ένα σημείο όπου θα αρχίσει η επανεκκίνηση της οικονομίας και οι επιχειρήσεις θα έχουν συσσωρεύσει χρέη και δεν θα μπορούν τότε να επενδύσουν, θα πρέπει να προβούμε σε απομείωση του χρέους τους. Όταν διαγράφεις, βέβαια, ιδιωτικά χρέη αυτά τα αναλαμβάνει το δημόσιο. Αλλά, κάποια στιγμή, θα έλθει ο λογαριασμός. Η Γκόλντμαν Σακς υπολογίζει ότι το χρέος της Ιταλίας από 135% του ΑΕΠ που ήταν το 2019, το 2020 θα πάει στα 162%, ενώ Γαλλία – Ισπανία θα περάσουν το 100%. Η Ελλάδα θα πλησιάσει το 190%. Επομένως, πρέπει ν’ ανοίξει και μια συζήτηση για το τι θα γίνουν αυτά τα δημόσια χρέη.

Διαγραφή χρέους, λοιπόν, ξανά στο τραπέζι; Ιταλοί δήμαρχοι υπενθύμισαν στη Γερμανία ότι το 1953 η διεθνής κοινότητα, σε ένδειξη αλληλεγγύης, διέγραψε χρέος της. Το είχε θέσει, έτσι, και ο ΣΥΡΙΖΑ πριν το 2015. Τώρα είναι πιο ώριμο;
Κάποια στιγμή η παγκόσμια κοινότητα πρέπει ν’ αρχίσει να αναρωτιέται πώς μπορεί να διαχειριστεί αυτό το «βουνό» χρέος και τι πρέπει να κάνει. Αυτή τη στιγμή, αναφέρει η καθηγήτρια του Κέμπριτζ, κ. Ματζουκάτο, στις ΗΠΑ υπάρχουν ιδιωτικά χρέη 14,5 τρισ., 1,5 τρισ. παραπάνω από τα ιδιωτικά χρέη της κρίσης του 2008. Να υπενθυμίσουμε ότι το 2008 το ιδιωτικό χρέος των τραπεζών δημιούργησε το πρόβλημα στις ΗΠΑ και στη συνέχεια στον πλανήτη. Άρα, μπαίνει σαφέστατα στο τραπέζι η λογική Ντράγκι για το ιδιωτικό χρέος, αλλά παράλληλα, επειδή όπως είπαμε το ιδιωτικό το αναλαμβάνει το δημόσιο χρέος, πρέπει να δούμε πώς αντιμετωπίζουμε γενικότερα τo χρέος του Δημοσίου.