Αναπτυξιακά Περιφερειακά Συνέδρια σε διαρκή ανασκόπηση

Συμπληρώνεται σχεδόν ένας χρόνος από την έναρξη των συνέδριων Περιφερειακής Ανάπτυξης, που έκαναν μια καταγραφή των τοπικών αιτημάτων, αναδεικνύοντας παράλληλα τη δυσκολία των τοπικών κοινωνιών να εκφέρουν συνεκτικά και ορθολογικά το όραμα και την αντίληψή τους για την παραγωγική ανασυγκρότηση και, κατά συνέπεια, ανάπτυξη της περιοχής τους. Στο αμέσως επόμενο διάστημα, τον Μάιο του 2018, δημοσιεύτηκε το κείμενο που επεξεργάστηκε η κυβέρνηση «Μια στρατηγική Ανάπτυξη για το Μέλλον,» διαμορφώνοντας ένα πλαίσιο αναφοράς με κατευθύνσεις και δράσεις, ενώ πριν το τέλος του χρόνου δημοσιεύτηκαν από το ΥΠ.ΟΙ.ΑΝ μια σειρά από αναλυτικές θεσμοποιημένες παρεμβάσεις και δράσεις που συγκροτούν το κανονιστικό περιβάλλον των αναπτυξιακών πρωτοβουλιών (Ενναλακτικά συμπληρωματικά εργαλεία χρηματοδότησης, 142 δράσεις για τη βιώσιμη και δίκαιη ανάπτυξη, νέος νόμος για την προσέλκυση στρατηγικών επενδύσεων κλπ.). Η νέα χρονιά ξεκινά έχοντας στη διάθεσή της μια πλούσια εργαλειοθήκη, που αφορά στη ρύθμιση και τις δράσεις στήριξης επενδυτικών προγραμμάτων.
Παρότι η αξιολόγηση της συνεδριακής ύλης δεν έχει ολοκληρωθεί, εν τούτοις κάποιες πρώτες εκτιμήσεις μπορούν να εξαχθούν. Το μέγιστο μέρος των αιτημάτων αφορούν επενδύσεις σε βασικές υποδομές (οδικό δίκτυο, σιδηρόδρομος, λιμάνια), αποτέλεσμα της παρατεταμένης επενδυτικής απουσίας, τόσο κατά όσο και πριν από τη μνημονιακή περίοδο. Έπονται τα σχετικά με την εκπαίδευση, τον πολιτισμό και τον τουρισμό αιτήματα, ενώ η παρουσία προτάσεων άμεσα παραγωγικών (που σχετίζονται με τη δημιουργία και νέων θέσεων εργασίας), όσο και προτάσεων με ενεργειακό αντικείμενο (εξοικονόμηση, κλπ.). Οι επενδυτικές προτάσεις, πέρα από τη δυσκολία διατύπωσης και συγκρότησης των από συλλογικούς φορείς, αφορούν ακόμα σχεδόν αποκλειστικά στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Σε αυτή την κατεύθυνση κινείται και η κατανομή των χρηματοδοτικών εργαλείων και πηγών του ΥΠ.ΟΙ.ΑΝ για την περίοδο 2019-2021. Το μέγιστο ποσοστό, το 55% των προς διάθεση πόρων (7,8 δισ.), αφορούν στον κλάδο της επιχειρηματικότητας (4,3 δισ.), ενώ, ενδεικτικά, στις υποδομές το 14%.
Η ανάδειξη των τοπικών αναπτυξιακών προτεραιοτήτων και αιτημάτων δεν συναντά πάντα το περιεγραμμένο πλαίσιο της Στρατηγικής Ανάπτυξης, που δεν μπορεί να είναι μόνο το άθροισμα των επιμέρους προτάσεων. Η απουσία προβολής και εκλαΐκευσης του περιεχομένου της Εθνικής Στρατηγικής Ανάπτυξης στις τοπικές κοινωνίες και στους επαγγελματικούς και κοινωνικούς φορείς, είναι η μεγαλύτερη αδυναμία της. Γιατί το έλλειμα πληροφόρησης και συναντίληψης με τους ενδιαφερόμενους, παράγει σύγχυση στις προτεραιότητες και στις ρεαλιστικές δυνατότητες και καταγράφει την ισχνή ως απούσα άσκηση πολιτικής σε τοπικό επίπεδο, έκφραση μιας εσωστρεφούς και συγκεντρωτικής αντίληψης στη διαμόρφωση των πολιτικών.

Από την περιφέρεια στο κέντρο και αντίστροφα

Μεταξύ οικονομίας και δίκαιης ανάπτυξης υπάρχει μια συνεχής ένταση και μια επίπονη διαλεκτική. Παραδοσιακά, η Αριστερά εργάζεται για την αρμονικότερη συνύπαρξη και των δυο, συχνά με πενιχρά αποτελέσματα, αλλά και περιόδους με θετικό και παρατεταμένο κοινωνικό αποτύπωμα. Η περίοδος της λιτότητας και η επιβολή της με τον μανδύα μοραλιστικής θεραπείας, βρήκε την κοινωνία σε σύγχυση και αδύναμη να αναδείξει τη διαφορά μεταξύ σκοπών και προτεραιοτήτων που θα βελτιώνουν την ζωή της. Η άρση της διαφοράς μεταξύ αριθμών που «εννοούν» πράγματα και αριθμών που «κάνουν» πράγματα είναι ο μεταρρυθμιστικός νέος κανόνας.
Η κεντρική Διοίκηση, τα τελευταία χρόνια, προσπάθησε -και σε μεγάλο βαθμό κατάφερε- να ισορροπήσει μέσα σε ένα σύνθετο και απαιτητικό πλέγμα κοινωνικών αναγκών, που η οικονομική κρίση όξυνε. Η ιεράρχηση των κυβερνητικών παρεμβάσεων, ενώ κατευθύνθηκε με συνέπεια στην άμβλυνση των σοβαρών προβλημάτων που η λιτότητα εγκατέστησε, ταυτόχρονα καλλιέργησε και ανέπτυξε ένα μη στείρο αντιπαραθετικό τρόπο με τους μνημονιακούς θεσμούς, καταφέρνοντας να εντοπίζει και προβάλει πειστικές ενναλακτικές πολιτικές, εκμεταλλευόμενη και επωφελουμένη από τις ισχυρές δομικές και ιδεολογικές διαφοροποιήσεις του μνημονιακού μετώπου, που συμπαγές δεν μπορούσε να παραμείνει σε επιθέσεις τεκμηρίωσης και πειθούς, που η ελληνική κυβέρνηση έχτισε και μέσα σε αυτό λειτούργησε (ένας αριθμός κρατικών νέων επιστημόνων ωρίμασε και καταξιώθηκε μέσα σε αυτή την πορεία και αυτό συνιστά, σε κάθε περίπτωση, αποκτημένο νέο εθνικό κεφάλαιο).
Παρ όλα αυτά, ο εντοπισμός και η ανάδειξη των γεωγραφικών και χωροταξικών διαφοροποιήσεων στην αντιμετώπιση των επιπτώσεων της παραγωγικής αποσύνθεσης, δεν είχαν την προτεραιότητα και φροντίδα που απαιτούσαν. Οι γενικές επιτακτικές προσεγγίσεις (χρέος, δανεισμός κλπ.) επικάλυψαν και δεν επέτρεψαν την ανάδειξη των περιφερειακών δυναμικών και αδυναμιών, οδηγώντας σε πρόδηλες επιφανειακές συνθέσεις, συχνά ισοπεδωτικές και πιθανώς αναποτελεσματικές στη συντήρηση της αναπτυξιακής πορείας. Η χρόνια περιθωριοποίηση και αδρανοποίηση, στη διαδικασία του αναπτυξιακού σχεδιασμού, των παραγωγικών δυνάμεων της Περιφέρειας, αποδυνάμωνε την αποτελεσματικότητα των όποιων δράσεων και τη διάχυση αναπτυξιακής κουλτούρας και αντίληψης συνεργασιών σε ευρύτερους τομείς των τοπικών κοινωνιών. Το «κέντρο» διατήρησε την ηγεμονική και παραχωρητική του εικόνα (αντίληψη – λειτουργία), διατηρώντας μια «χρήσιμη και βολική» αποστασιοποίηση από την περιφέρεια, που επέτρεψε την ανάδειξη και διατήρηση της όποιας πελατειακής αντίληψης και διακρίσεων.

Νέες ισχυρές παράμετροι

Τα Περιφερειακά Αναπτυξιακά Συνέδρια του παρελθόντα χρόνου, ενώ στόχευαν στην άρση αυτής της αδυναμίας, δεν κατάφεραν να διαμορφώσουν ένα περιβάλλον όπου το κέντρο και η περιφέρεια λειτουργούν συμπληρωματικά και ενισχυτικά σε κοινή κατεύθυνση. Ο «πατερναλισμός» της κεντρικής διοίκησης (θα σας φτιάξουμε δρόμους και ποτάμια), συντρόφευσε τον τοπικισμό (το όριο του ενδιαφέροντος περιορίζεται στο όριο του χωριού και της πόλης).
Ο «εκτελωνισμός» νέων ισχυρών παραμέτρων για την υπέρβαση των συνόρων κέντρου – περιφέρειας, θα επιτείνει την ανάγκη χωρικού επαναπροσδιορισμού, όχι μόνο του περιεχομένου, αλλά και της μορφής του αναπτυξιακού μείγματος. Η τοπική διαχείριση των ενεργειακών πόρων, οι χωρικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, η τεχνολογία της πληροφορικής πέραν από γεωγραφικές δεσμεύσεις, οι περιορισμοί της «μικροπαγκοσμιοποίησης», σε συνδυασμό με το παραδοσιακό παραγωγικό δυναμικό (αλυσίδα αγροδιατροφης, ελαφρές κατασκευές, εναλλακτικός τουρισμός), θα ανασυγκροτήσουν τα τοπικά παραγωγικά μικροσυστήματα σε εθνικά συνεργαζόμενα δίκτυα.

Επιστροφή στην περιφέρεια

Οι επερχόμενες αυτοδιοικητικες εκλογές και τα εκλογικά προγράμματα συνιστούν ευκαιρία ώστε το κέντρο να εκσυγχρονίσει τις γνώσεις του γύρω από την περιφέρεια. Οι κομματικές οργανώσεις οφείλουν να λειτουργήσουν σαν «ιμάντας μεταφοράς γνώσης» σε αυτή τη δημοκρατική διαδικασία εμβάθυνσης και διεύρυνσης, σε μια κοινωνία που χρειάζεται να ορθοποδήσει μέσα από συλλογικές διαδικασίες που την αναζωογονούν και την θωρακίζουν από νέες απειλές. Το επόμενο βήμα της εξέλιξης των Περιφερειακών Αναπτυξιακών Συνεδρίων, δεν μπορεί παρά να είναι η επιστροφή στις περιφέρειες! Η πορεία των έργων, η κλίμακα προσαρμογής και ιεράρχησης, η ενσωμάτωση στην εθνική στρατηγική είναι ο χώρος που η Κεντρική Διοίκηση οφείλει να συναντήσει τις τοπικές κοινωνίες και τους αντίστοιχους θεσμικούς και παραγωγικούς εκπροσώπους τους.

Ιωσήφ Σινιγάλιας