Ανάσταση και κουμπουριές

Ανάσταση και κουμπουριές

%cf%84%ce%ad%cf%81%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b4%cf%81%ce%bf%cf%82-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%ac%ce%b4%ce%b7%cf%82

Μεγάλο Σάββατο και Ανάσταση σημαίνει εκτός των άλλων και ρίξιμο πυροτεχνημάτων και βεγγαλικών κάθε είδους, που θα δημιουργήσουν κρότο και λάμψη. Ταυτοχρόνως, οι αρχές και όσοι ασκούν έλεγχο απαγορεύουν την εμπορία και χρήση κάποιων πυροτεχνιμάτων. Αυτή η διπλή πρακτική ισχύει τόσο σήμερα όσο και στο παρελθόν. Είναι το έθιμο, λένε όλοι.

Γύρω στα 1900 ένας τύπος της παλιάς Μυτιλήνης, ο Νικόλας Σαγιάκος, έριχνε με το τρομπόνι του, κάθε χρόνο, στην Ανάσταση της Μητρόπολης. Μια φορά από πιστολιά του, έπεσε η κορώνα του Μητροπολίτη Κωνσταντίνου Βαλλιάδη.

Ένα τέτοιο περιστατικό κάνει χρονογράφημα ο χρονογράφος Τέρπανδρος Αναστασιάδης, στο πασχαλιάτικο φύλλο της εφημερίδας Δημοκράτης της Λέσβου, στις 20 Απριλίου 1930. Ο Παναγής, παρά την αναμενόμενη σύλληψή του, ρίχνει με την κουμπούρα, παρουσία χωροφύλακα. Τηρείται το έθιμο, αλλά και η εφαρμογή του νόμου περί βεγγαλικών και πυροτεχνημάτων.

Αριστείδης Καλάργαλης

 

 

 

Είχε αναστήσει τον Χριστό

 

Του Τέρπανδρου Αναστασιάδη

 

Ο άνθρωπος των παραδόσεων εκρατούσε τη λαμπάδα στα χέρια του και έριχτε δεξιά και αριστερά βλέμματα αληθινής απογνώσεως, ωσάν κάτι να επερίμενε, που καθυστερούσε εν τούτοις τρομακτικά.

Και οσάκις περνούσε από μπροστά του κανένας χωροφύλαξ και ερευνούσε με μάτι βλοσυρό τα πέριξ του αυλογύρου της εκκλησίας, ο άνθρωπος των παραδόσεων έκαμε κάποιαν απότομη κίνησιν, σαν κάτι να ήθελε να ειπεί το οποίον όμως σταματούσε ξαφνικά επάνω στα χείλη του.

-Σας συμβαίνει μήπως τίποτε, κύριε; Τον ηρώτησαν.

Ο άνθρωπος μ’ εκοίταξε μ’ ένα βλέμμα οίκτου και μου είπε.

-Σε μένα δεν συμβαίνει τίποτε απολύτως. Συμβαίνει όμως κάτι το τρομακτικόν δια την παράδοσιν.

-Δηλαδή;

-Δηλαδή έχομεν Πάσχα, αλλά δεν έχομεν Πάσχα. Αυτό που γίνεται σήμερον δεν είναι Ανάστασις αλλά κηδεία… Τι είδος χωρισμός του Κράτους και Εκκλησίας είναι αυτός δεν το καταλαβαίνω.

Να, που ανακατεύεται το Κράτος εις τα της Εκκλησίας και μάλιστα σκανδαλωδώς.

Έρχεται το κρατικόν όργανον και σου λέγει: «Απαγορεύονται οι πυροβολισμοί». Τι το ενδιαφέρει το Κράτος, σε παρακαλώ, και ανακατεύεται εις την Ανάστασιν του Σωτήρος;

-Μα δεν ανακατεύεται διόλου. Η απαγόρευσις των πυροβολισμών δεν σημαίνει ανάμιξιν εις τα υποθέσεις της εκκλησίας…

-Με συγχωρείτε! Εδώ υπάρχουν άνθρωποι που έρχονται μια φορά το χρόνο μόνο στην εκκλησία, και έρχονται ακριβώς, δια να τραβήξουν μερικά σμπάρα… Το Κράτος απαγορεύει τους πυροβολισμούς, άρα απομακρύνει ένα μεγάλον αριθμόν Χριστιανών από την εκκλησίαν.

Με ποίον δικαίωμα σε παρακαλώ, μ’ εμποδίζουν να επιτελέσω τα Χριστιανικά μου καθήκοντα;

Έσκυψα προς το μέρος του και τον ρώτησα σιγανά.

-Μήπως έχετε κουμπούρα απάνω σας, κύριε;

-Ναι, μωρέ παιδί μου και δεν μου αφήνουν αραλίκι οι χωροφύλακες δια να κάμω το καθήκον μου!

Θαρρεί κανείς πως το Κράτος προσπαθεί να μη γνωσθεί η Ανάστασις του Σωτήρος.

Ζητεί να γίνονται όλα μυστικά, αθόρυβα και κουκλουσκεπαστά…

Άλλοτε ήκουε ο κόσμος τα σμπάρα και αμέσως έλεγε:

-Αναστήσανε!

Τώρα, μόνον οι ιερείς το ξέρουν και κανένας άλλος…

Τη στιγμή εκείνη κάποιος πέρασε γνωστός του και τον ρώτησε.

-Κυρ – Παναγή, αναστήσανε;

Ο άνθρωπος των παραδόσεων έγινε έξω φρενών. Ετράβηξε απ’ τη μέση του την κουμπούρα και την έσκασε:

-Ναι, μωρέ! Τώρα ναι. Αναστήσανε!

Εγύρισε κατόπιν στον χωροφύλακα που είχε σπεύσει μόλις ακούστηκε το σμπάρο και δίχως να πει λέξιν τον ακολούθησε, με το μέτωπο όμως υψηλά με τα μάτια πλημμυρισμένα από κάποιο φως χαράς και υπερηφάνειας μαζί. Είχε αναστήσει τον Χριστό. Μόνος αυτός τον είχε αναστήσει, γιατί όλοι οι άλλοι, είχαν σταυρώσει τα χέρια τους ωσάν να παρακολουθούσαν την κηδείαν του…