Αναζητώντας τη φιλοσοφία της κομμουνιστικής στράτευσης

fourtounis2

Δημοσιεύουμε σήμερα μια συντομευμένη εκδοχή της παρουσίασης που ο Γιώργος Φουρτούνης έκανε στην εκδήλωση για το βιβλίο του Αριστείδη Μπαλτά, «Ονόματα του κομμουνισμού».
Του Γιώργου Φουρτούνη*

Το νέο βιβλίο του Αριστείδη Μπαλτά είναι μια θεωρητική και πολιτική παρέμβαση, κρίσιμη και ζυγιασμένη, στον καιρό της και στη συγκυρία της. Είναι, όμως, και σε μεγάλο βαθμό η συνόψιση και η κατάθεση μιας φιλοσοφικής ταυτότητας. Τα κείμενα που το απαρτίζουν περιστρέφονται γύρω από δύο διηνεκή αντικείμενα της φιλοσοφικής σκέψης του: αφενός, τον κομμουνισμό, την κομμουνιστική προοπτική και τη στράτευση σε αυτήν· αφετέρου, την επιστήμη, που υπάρχει μόνο ως διακριτές επιστήμες.
Η φιλοσοφική ταυτότητα περιλαμβάνει βέβαια και τον τρόπο που ασκεί κανείς τη φιλοσοφία. Και για τον Μπαλτά, ανέκαθεν, ο τρόπος αυτός είναι να κινείται στα όρια των διλημμάτων που η καθαγιασμένη φιλοσοφική γραμματική τείνει να επιβάλλει. Γνωρίζει, ωστόσο, πολύ καλά ότι αυτά τα διλήμματα δεν τα ξεπερνά κανείς αβρόχοις ποσί. Γνωρίζει ότι έχει να αναμετρηθεί με τις εντάσεις που συνεπάγεται το να σκέφτεσαι στα όρια. Τα κείμενα του Αριστείδη διαπερνώνται έτσι από εντάσεις που ο ίδιος αναγνωρίζει και αναλαμβάνει με επίγνωση.

Η αντιουσιοκρατική στάση του Μπαλτά

Να μια πρώτη ένταση, ιδρυτική του τρόπου φιλοσοφίας του Μπαλτά: Από τη μια πλευρά, τόσο ο κομμουνισμός όσο και η επιστήμη έχουν την προτεραιότητα επί της φιλοσοφίας. Από την άλλη, όμως, είναι η φιλοσοφία αυτή που αναλαμβάνει να προσδιορίσει την υπαγωγή της στα δύο προνομιακά αντικείμενά της. Για να εξηγηθώ, ας τα πάρω με τη σειρά.
Πρώτον, στη σχέση κομμουνιστικής στράτευσης και φιλοσοφίας, η στράτευση έρχεται πρώτη, με την έννοια ότι δεν τίθεται υπό την εγγύηση της φιλοσοφίας. Όπως θα έλεγε ο Άγγελος Ελεφάντης, ο Αριστείδης είναι απροϋπόθετα κομμουνιστής. Ας περιοριστώ, όμως, εδώ στη φιλοσοφική πρακτική του. Η στράτευση είναι η αφετηρία και όχι η κατάληξη της φιλοσοφικής σκέψης του, η προκείμενη και όχι το συμπέρασμά της: ο Μπαλτάς αναζητά τη φιλοσοφία της κομμουνιστικής στράτευσης.
Δεύτερον, η ύπαρξη των επιστημών ομοίως δεν τίθεται υπό την εξάρτηση ή την εγγύηση καμίας φιλοσοφικής αρχής. Η ύπαρξη των επιστημών, ως επιστημών, δεν υποβάλλεται ως ερώτημα σε μια αρμόδια δικαιοδοτική βαθμίδα. Ο Μπαλτάς διακηρύσσει σπινοζικά ότι υπάρχουν επιστήμες, ως ένα γεγονός που αναζητά και αυτό την επαρκή φιλοσοφία του. Αυτό σημαίνει για τον Αριστείδη «φιλοσοφία της επιστήμης», που είναι αυτόχρημα «φιλοσοφία των επιστημών», το αντικείμενο που (μεταξύ άλλων) θεραπεύει ακαδημαϊκά επί δεκαετίες.
Με δυο λόγια, ο κομμουνισμός και η επιστήμη δεν συνιστούν πράγματα που πρώτα τα συλλαμβάνουμε ιδεατά και μετά τα εφαρμόζουμε στη διάσταση της πρακτικής. Έχουμε εδώ την εδραία αντιουσιοκρατική στάση του Μπαλτά: ο κομμουνισμός και η επιστήμη δεν αντιστοιχούν σε παγιωμένες, υπερβατικές έννοιες: δεν προσδιορίζονται από τις ουσίες τους. Όπως ο ίδιος θα γράψει, δεν εστιάζει «στην ίδια την έννοια [του κομμουνισμού], αλλά στα εξαιρετικά πλούσια θεωρητικά και έμπρακτα συμφραζόμενά της». Δεν ρωτά τι σημαίνει κομμουνισμός, αλλά πού παραπέμπει: το νόημά του έγκειται στο ανεξάντλητο δίκτυο των ιστορικών, θεωρητικών αλλά και ηθικών παραπομπών του (Είναι υπό αυτήν την έννοια που θα συνδέσει τον κομμουνισμό με την ελευθερία και την ισότητα, με τη μη αποδομήσιμη αξία της καθολικής δικαιοσύνης ή με την ελευσόμενη δημοκρατία, κατά Ντερριντά).

Στο έδαφος της κυριολεξίας

Ωστόσο, αυτή η σταθερή αντιουσιοκρατική στάση δεν τον οδηγεί σε έναν απόλυτο νομιναλισμό ή ονοματοκρατία: αν ο κομμουνισμός και η επιστήμη δεν συνιστούν ουσίες, αν συνιστούν ονόματα, δεν συνιστούν απλώς ονόματα, αυθαίρετα και κενά: εξακολουθούν να έχουν σημασία και νόημα, νόημα δεσμευτικό κατά πολλές έννοιες, μια από τις οποίες είναι βέβαια και η στράτευση…
Ιδού λοιπόν ακόμα μια ένταση: είναι γνωστό ότι ο Αριστείδης αναφέρεται φιλοσοφικά στον «δομισμό» (ή «μεταδομισμό»), τη γενική προβληματική της συγκροτητικής μεταφοράς ή μετωνυμίας, της απαράκαμπτης διασποράς του νοήματος, της αέναης παραπομπής. Και ωστόσο το βιβλίο τοποθετείται στο έδαφος της κυριολεξίας: αναζητά ή υπερασπίζεται επαρκή ονόματα. Από τη μια πλευρά, το βασικό θέμα του, τον κομμουνισμό, ως το επαρκές όνομα όλων των ιστορικών εγχειρημάτων που εγγενώς αναζητούν την καθολική δικαιοσύνη, όσο και αν η επάρκειά του μένει να ανακτηθεί. Από την άλλη, υπερασπίζεται επίσης την επιστήμη ως όνομα, ως όνομα που κάνει τη διαφορά, επαρκές όνομα: η επιστήμη ονομάζει επαρκώς όλες τις διακριτές επιστήμες, χωρίς να τις ανάγει σε μια ουσία.
Τη σύνδεση των δυο, του κομμουνισμού και της επιστήμης, αντιπροσωπεύει ο Ιστορικός Υλισμός, το όνομα του μαρξισμού ως επιστήμης, που αναγορεύει την ταξική πάλη σε κεντρική επιστημονική έννοια, ως τον όρο της διευρυμένης αναπαραγωγής ή του ριζικού μετασχηματισμού των τρόπων παραγωγής, και τη συσχετίζει έτσι ουσιωδώς με την ιστορία. Ο Ιστορικός Υλισμός μετέχει των επιστημών ως η διακριτή επιστήμη της ιστορίας των ταξικών κοινωνιών. Και βάσει των πιο πάνω, δεν περιμένει από τη φιλοσοφία την αναγνώρισή του ως επιστήμης, βάσει ενός καθολικού προτύπου. Με ένα φαινομενικά παράδοξο, που αποδίδει την ένταση της σκέψης του Μπαλτά, ο μαρξισμός είναι επιστήμη όπως κάθε άλλη επιστήμη, δηλαδή με τον αυστηρά δικό της τρόπο.

Μια διπλή ιδιομορφία

fourtounis1

Αυτός ο μη αναγώγιμος τρόπος του μαρξισμού ως επιστήμης ανάγεται σε μια διπλή ιδιομορφία, που βάζει πραγματικά δύσκολα στη φιλοσοφία (και με τα οποία αναμετράται ο Μπαλτάς). Πρώτον, το γεγονός ακριβώς ότι συνιστά επιστήμη της ιστορίας με όρους ταξικής πάλης. Εδώ, η λέξη «πάλη» σηματοδοτεί άλλη μια κυριολεξία δια της μεταφοράς. Η ταξική πάλη, μεταξύ αντιμαχόμενων μερών που έχουν τους δικούς τους, ζωτικούς λόγους να την κερδίσουν, δεν συνιστά επιφαινόμενη έκφραση βαθύτερων ιστορικών νόμων. Η έκβασή της, κάθε φορά αλλά και μακροπρόθεσμα, δεν είναι προδιαγεγραμμένη, έτσι ώστε μια επιστήμη ή μια φιλοσοφία της ιστορίας να μπορεί να την προκαταλάβει: η έκβασή της καθορίζεται στην ίδια την πάλη, από τον τρόπο που τα αντιμαχόμενα μέρη θα τη διεκπεραιώσουν για λογαριασμό τους. Η έκβαση της πάλης ανήκει κάθε φορά στην τάξη της νίκης και της ήττας. Ο Ιστορικός Υλισμός, γράφει ο Μπαλτάς, «αναφέρεται μόνο σε τάσεις που αντιστρατεύονται άλλες τάσεις, και όπου μια τάση απλώς ενδέχεται να επικρατήσει» —πράγμα που δεν υποδηλώνει ένα έλλειμμα γνώσης, αλλά το ακριβώς αντίθετο: η μη προβλεψιμότητα δεν συνιστά επιστημολογική ανεπάρκεια του Ιστορικού Υλισμού, αλλά ενέχεται στην αντικειμενική γνώση του αντικειμένου του.
Μιλώντας για αντικειμενικότητα, η δεύτερη όψη της θεμελιώδους ιδιαιτερότητας του Ιστορικού Υλισμού έγκειται στο συσχετισμό της αντικειμενικότητας της επιστημονικής γνώσης, όχι με την αμεροληψία (όπως όταν μιλάμε για την αντικειμενικότητα ενός διαιτητή), αλλά αντιθέτως με την μεροληπτικότητα ως προς τη σύγκρουση, την οποία (αντικειμενικά) γνωρίζει. Παροξύνοντας, μάλιστα, τη συναφή ένταση, ο Μπαλτάς λέει ότι η μεροληψία είναι εδώ απαράβατος όρος της αντικειμενικότητας της γνώσης: «ο Ιστορικός Υλισμός φτάνει να συνιστά την επιστήμη των κοινωνιών και της ιστορίας τους μόνο στο μέτρο που τοποθετείται απαράκαμπτα στη μια πλευρά της ταξικής πάλης». Το μέρος που παίρνει ο Ιστορικός Υλισμός, για να είναι η αντικειμενική επιστήμη του αντικειμένου του, είναι το μέρος της τάσης προς τον κομμουνισμό.
Εδώ, η ενότητα επιστημονικής αντικειμενικότητας και μεροληψίας συνεπάγεται ότι η ιστορική τάση προς την οποία μεροληπτεί ο μαρξισμός υπάρχει αντικειμενικά, αποτελεί όρο συγκρότησης του αντικειμένου του: «η κομμουνιστική προοπτική αποτελεί εγγενή τάση όλων ανεξαιρέτως των ταξικών κοινωνιών», γράφει ο Μπαλτάς. Η ύπαρξη αυτής της τάσης είναι όλα όσα ονομάζει ο κομμουνισμός. Αλλά και αντιστρόφως, ο κομμουνισμός υπάρχει μόνο ως τάση (και όχι ως θεωρητική σύλληψη, ή ως το ακατάσχετο τέλος της ιστορίας), χωρίς άνωθεν εξασφαλισμένη επικράτηση, χωρίς έστω την παραμικρή πριμοδότηση από κάποια λογική ή διαλεκτική της ιστορίας.
Και κάτι ακόμα: η αντικειμενική γνώση της ταξικής πάλης δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί αδιακρίτως από όλους όσους μετέχουν σε αυτήν. Ο μαρξισμός είναι επιστήμη με τέτοιο τρόπο, ώστε να συνιστά εκ κατασκευής όπλο προς χρήση μόνο από την τάση προς τον κομμουνισμό. Η μεροληψία του είναι στράτευση. Δεν είναι όπως ένας θεατής σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα, που απλώς παίρνει το μέρος της μιας ομάδας, αλλά κατεβαίνει αυτοπροσώπως στον αγωνιστικό χώρο και μετέχει του ταξικού αγώνα, έτσι ώστε να τον γνωρίζει αντικειμενικά.

Παρούσα και δρώσα τάση

Όσο υπάρχει ταξική πάλη, λοιπόν, όσο η ιστορία εξακολουθεί να είναι η ιστορία των ταξικών κοινωνιών, η τάση προς τον κομμουνισμό είναι παρούσα και δρώσα. O ορίζοντας όλων των ταξικών αγώνων στην ιστορία, λέει ο Μπαλτάς, δεν είναι τίποτε λιγότερο από τον κομμουνισμό. Σε αντίθεση προς κάθε αφ’ υψηλού κριτική, που απαξιώνει απελευθερωτικά διαβήματα του παρελθόντος ή του παρόντος ως περιορισμένης ιστορικής εμβέλειας ή ως άκαιρα, βάσει μιας προϋπάρχουσας θεωρίας περί ανωριμότητας των συνθηκών, το αίτημα όλων των μεγάλων στιγμών στην ιστορία των ταξικών αγώνων ήταν η καθολική δικαιοσύνη του κομμουνισμού. «Η τάση προς τον κομμουνισμό αναδεικνύεται έτσι ως ιστορική σταθερά», γράφει ο Μπαλτάς.
Αλλά εάν ισχύει ότι η ταξική πάλη αναπαράγει στο διηνεκές την κομμουνιστική τάση, άλλο τόσο ισχύει ότι η ταξική πάλη, ήδη δια της ύπαρξής της, σηματοδοτεί κάθε φορά την ήττα της τάσης προς τον κομμουνισμό. Οι ταξικές κοινωνίες είναι εξαρχής θεμελιωμένες στην ήττα της προοπτικής της αταξικής κοινωνίας. Η τάση προς τον κομμουνισμό είναι ο ορίζοντας της ταξικής πάλης από την προοπτική εκείνων που η ταξική πάλη αναπαράγει ως τους ηττημένους της. Ο κομμουνισμός είναι το σημείο φυγής όπου αίρεται, στο κόκκινο βάθος του ουρανού, η διηνεκής ήττα της κομμουνιστικής προοπτικής, από εκείνον τον εχθρό που —όπως έλεγε ο Μπένγιαμιν— δεν έχει σταματήσει να νικά.
Αυτή η διαλεκτική της ανεξάλειπτης παρουσίας και της αδιάλειπτης ήττας της κομμουνιστικής τάσης είναι που εγγυάται την «ουσιαστική συνέχεια της ιστορίας», θα πει ο Μπαλτάς, αναδεικνύοντας μια ακόμα βαθμίδα της πολυδύναμης έντασης δια της οποίας σκέφτεται. Η φιλοσοφική ένταξή του είναι προφανώς προς την πλευρά της ασυνέχειας, των τομών και των ρήξεων, σε αντίθεση προς κάθε μορφής τελεολογία. Ο δομισμός (ξανά), τουλάχιστον αρχετυπικά, θέτει περίκλειστες δομές, χωρίς κοινό έδαφος ή διαμεσολάβηση, έτσι ώστε τίποτα να μην τις συνδέει, θέτοντας εν αμφιβόλω κάθε προσανατολισμό της ιστορίας, την ίδια την ενότητα της ιστορίας.
Και ωστόσο τα δύο κύρια φιλοσοφικά μελήματα του Μπαλτά είναι δυο ονόματα που μοιάζουν να ονοματίζουν μια συνεχή, προσανατολισμένη και τελεολογική ιστορία. Από τη μια πλευρά, ο κομμουνισμός μοιάζει, ακόμα και σήμερα, αναπόσπαστος από μια «μεγάλη αφήγηση», στην οποία προσάπτεται —όχι πάντα άδικα— μια θεολογική δομή σκέψης: εν αρχή ην μια αθώα και καθαρή προέλευση, ο οιονεί μυθικός «πρωτόγονος κομμουνισμός», και μετά η έκπτωση στην «κοιλάδα των δακρύων» που είναι η ιστορία, η ατελείωτη τραγωδία των ταξικών κοινωνιών, που όμως θα εκβάλλει στην ανάκτηση του χαμένου παραδείσου, εμπλουτισμένου από αυτήν ακριβώς την ιστορία, στον κομμουνισμό του μέλλοντός μας. Από την άλλη, η επιστήμη μοιάζει επίσης αναπόσπαστη από τη συνεχή ιστορία και την ειδική τελεολογία που ονομάζουμε επιστημονική «πρόοδο», που τείνει ασυμπτωτικά προς μια απόλυτη «αλήθεια».

Χρόνος σαν τον Ιανό

Πώς χειρίζεται ο Μπαλτάς αυτήν την ένταση μεταξύ ασυνέχειας και συνέχειας; Υπό ποιους όρους μπορεί να μιλά για την ενότητα μιας ιστορίας; Πώς μπορούμε να είμαστε πάντα μέσα στην ίδια ιστορία; Θα έλεγα, για να τονίσω τη συναφή ένταση, ότι στον Μπαλτά η συνέχεια της ιστορίας εξασφαλίζεται από τις ασυνέχειές της, τις ρήξεις και τις τομές, τις νίκες και τις ήττες. Αλλά μια τέτοια ιστορία προϋποθέτει ένα χρόνο σαν τον Ιανό —το ρωμαϊκό θεό των ενάρξεων, των ορίων, των μεταβάσεων: προϋποθέτει ένα διπλό βέλος του χρόνου, που για να στοχεύει εμπρός, οφείλει να στοχεύει και προς τα πίσω. Στον χρόνο της ιστορίας ενέχεται ένα «εκ των υστέρων», που δεν είναι απλώς μια αναδρομική ματιά προς τα πίσω, αλλά μια αναδραστικότητα, με τον τρόπο του φροϋδικού nachträglich: στις ιστορικές μεταβάσεις, και στην αλληλουχία αυτών των μεταβάσεων, το παρελθόν δεν μένει αλώβητο από το μέλλον. Αυτό που έρχεται μετά, και για να έρθει, πρέπει να δράσει επί του πριν, στις συνθήκες της έλευσής του.
Έτσι, σύμφωνα με την επιστημολογία στην οποία εργάζεται ο Μπαλτάς, η ιστορία της εκάστοτε επιστήμης εξασφαλίζεται από τις επιστημολογικές τομές. Δεν μπορώ να επιμείνω εδώ. Ας πω μόνο ότι αυτές οι νίκες της επιστημονικής ορθολογικότητας είναι που εξασφαλίζουν αναδραστικά ότι οι διαδοχικές επιστημονικές δομές, στην ασυνέχειά τους, αρθρώνονται ως στιγμές της ίδιας ιστορίας, της ιστορίας μίας επιστήμης.
Αλλά αν η ιστορία κάθε επιστήμης είναι η ιστορία των νικών του «επιστημονικού πνεύματος», κατά Μπασελάρ, η ιστορία των ταξικών κοινωνιών είναι μια ιστορία ηττών, της διαρκώς επανερχόμενης ήττας του «επαναστατικού πνεύματος», θα πει ο Μπαλτάς ορμώμενος από τον Μπένγιαμιν. Τη συνέχεια και την ενότητα αυτής της ιστορίας τη δένουν οι ήττες της κομμουνιστικής τάσης, που κάθε φορά ξημερώνουν την ίδια ή μια νέα ταξική κοινωνία, ανανεώνοντας όμως έτσι την υπόθεση του κομμουνισμού. Η γενεαλογία όλων των ηττημένων ταξικών αγώνων (αλλά όχι χαμένων ή μάταιων) είναι η κόκκινη κλωστή (με το κόκκινο του αίματος) που εξασφαλίζει τη συνέχεια της ιστορίας των ταξικών κοινωνιών, και μας κάνει όλες και όλους, ζώντες και τεθνεώτες, αλλά και αγέννητους, να μετέχουμε της ίδιας ιστορίας. Αυτή είναι η συνθήκη που κρατά σε εκκρεμότητα τις ήττες του παρελθόντος, εντός μιας ιστορίας που συνεχίζεται, ενός αγώνα που δεν έχει ακόμα λήξει, αυτή είναι που κρατά ζωντανό το παρελθόν και τους νεκρούς του, που δεν κείτονται εσαεί αδιάφοροι πλέον για τα ανθρώπινα, αλλά περιμένουν «τη λύτρωση, την αναδρομική δικαίωση», θα πει ο Μπαλτάς. Ο ταξικός αγώνας στο παρόν, συνεχίζει ο Μπαλτάς, «αποσκοπεί να λυτρώσει τους αγώνες του παρελθόντος, να δικαιώσει —άλλη μια διάσταση της έννοιας της καθολικής δικαιοσύνης— πατεράδες και παππούδες, μητέρες και γιαγιάδες, όλους εκείνους που υπήρξαν θύματα της ιστορίας, δηλαδή του ταξικού αντιπάλου που εξακολουθεί να νικά, όλους εκείνους που θυσιάστηκαν, εν επιγνώσει ή ανεπίγνωστα, για τον ίδιο πάντοτε σκοπό, την έλευση της καθολικής δικαιοσύνης, την πραγμάτωση της κομμουνιστικής προοπτικής».

Κινήματα σε μεταίχμιο

Σε αυτή τη μεγάλη γενεαλογία, τα κινήματα χειραφέτησης του παρελθόντος δεν γνώριζαν ακόμα το όνομά τους, δεν μπορούσαν να το γνωρίζουν. Τους το αποδίδει εκ των υστέρων ο Ιστορικός Υλισμός, επειδή αυτός το γνωρίζει, αλλά το γνωρίζει επειδή στρατεύεται σε αυτά, μετέχει σε αυτά και συνιστά όπλο τους, για την αναδραστική δικαίωσή τους. Αλλά και αντιστρόφως, όλα τα ιστορικά ονόματα των κινημάτων χειραφέτησης του παρελθόντος υπήρξαν με τη σειρά τους ονόματα του κομμουνισμού, μετωνυμίες που μετέχουν στην κυριολεξία του ονόματός του.
Από την άλλη πλευρά, όμως, σήμερα, μετά από δύο αιώνες που η κομμουνιστική τάση έλεγε πλέον το όνομά της, δύο αιώνες ιστορίας όχι μόνο μεγαλείου αλλά και αθλιότητας, δικαιώσεων αλλά και τραυματικών ματαιώσεων, τα απελευθερωτικά κινήματα του παρόντος είναι βαθιά αμήχανα: ενοχικά, δεν τολμούν να αναγνωρίσουν και να εκφέρουν ευθαρσώς το όνομά τους, και ωστόσο με κάποιο τρόπο γνωρίζουν βαθιά ότι όλα τα εναλλακτικά ονόματα, που η συγκυρία τους αποδίδει, εξακολουθούν να είναι ονόματα του κομμουνισμού, αλλά με το κόστος στρεβλωτικών μετατοπίσεων, διολισθήσεων του νοήματός τους, μετωνυμιών και υποκαταστάσεων: είναι ανεπαρκή ονόματα, ψευδώνυμα του κομμουνισμού. Τα κινήματα του παρόντος είναι σε ένα μεταίχμιο: δεν λένε το όνομά τους, αλλά και δεν το αρνούνται, δεν το αλλάζουν: εκκρεμεί να το διεκδικήσουν ξανά, να το «καθαρίσουν» λέει ο Αριστείδης (χωρίς ωστόσο να αρνηθούν ότι όλες οι τρομερές στιγμές που το στιγματίζουν ανήκουν στην ιστορία του, συνεπώς είναι πολύτιμες με τον δικό τους, τραγικό τρόπο): εκκρεμεί να ανακτήσουν την κυριολεξία του.

Στον καιρό του, για τον καιρό του

Το βιβλίο του Αριστείδη παρεμβαίνει θεωρητικά και πολιτικά, με μια λέξη φιλοσοφικά, σε αυτή τη ζωτικής σημασίας διαλεκτική του ενός και των πολλών ονομάτων, της κυριολεξίας και της μετωνυμίας, της ονοματοδοσίας και της διεκδίκησης του ονόματος, όπου οι μετωνυμίες συνιστούν ονόματα αυτού που μετονομάζουν και το όνομα οφείλει να αποδοθεί ή να διεκδικηθεί από τις μετωνυμίες του. Ο ίδιος λέει ότι το βιβλίο πηγαίνει ενάντια στο ρεύμα, είναι κατά μια έννοια παράκαιρο. Αλλά είναι όσο δεν παίρνει επίκαιρο —ακόμα περισσότερο: καίριο. Είναι βιβλίο στον καιρό του και για τον καιρό του. Πέραν των πολλών και απαράκαμπτων που έχει να μας προσφέρει φιλοσοφικά, ο Αριστείδης προβαίνει εδώ σε μια κομβική χειρονομία: παίρνει την πολιτική και ηθική ευθύνη, όχι μόνο να σκεφτεί, αλλά και να πει, για άλλη μια φορά, «τη λέξη και το γράμμα»: τον κομμουνισμό, το όνομα όλων των ονομάτων του.

* Ο Γιώργος Φουρτούνης είναι επίκουρος καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.