Ανησυχία για τον κυβερνητικό σχεδιασμό

Αφού τα πράγματα έχουν φτάσει στο και πέντε όλο το καλοκαίρι, με την κατάσταση στα Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης (ΚΥΤ) των νησιών να έχει φθάσει σε άθλια κατάσταση λόγω του υπερπληθυσμού, την Πέμπτη πραγματοποιήθηκε διυπουργική σύσκεψη για το ζήτημα του προσφυγικού, ανακοινώνοντας μια γενικόλογη απόφαση για κατάρτιση master plan και ρίχνοντας τις ευθύνες στην προηγούμενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.
Πιο πριν, το περασμένο Σάββατο, το Κυβερνητικό Συμβούλιο Εξωτερικών και Άμυνας (ΚΥΣΕΑ) αποφάσισε επιτέλους τη μεταφορά προσφύγων στην ενδοχώρα και την οικογενειακή επανένωση 116 ασυνόδευτων προσφύγων, αλλά και μέτρα, όπως η κατάργηση του δεύτερου βαθμού του ασύλου, που έχουν ξεσηκώσει αντιδράσεις κοινωνικών, νομικών και πολιτικών φορέων.

Απάνθρωπη κατάσταση στη Μόρια

Την Τρίτη οι αρχές προχώρησαν σε μεταφορά 1.400 περίπου προσφύγων από τη Μόρια, που όμως, όπως σημειώνει στην «Εποχή» η Στέλλα Νάνου, υπεύθυνη επικοινωνίας της Ύπατης Αρμοστείας, «είναι θετική και η απόφαση και η πρώτη μεταφορά, αλλά δεν αρκεί για να αλλάξει η κατάσταση». Σημειώνεται ότι μέχρι σήμερα υπάρχουν περίπου 7.000 αιτούντες άσυλο στα νησιά με άρση γεωγραφικού περιορισμού, που θα μπορούσαν να φύγουν, αλλά δεν μεταφέρονται γιατί δεν είχε υπάρξει η μέριμνα αυτούς τους δύο μήνες να δημιουργηθούν οι αντίστοιχες κενές θέσεις φιλοξενίας στην ενδοχώρα.
«Η κατάσταση στα νησιά είναι πάρα πολύ δύσκολη, καθώς ο υπερπληθυσμός είναι μεγαλύτερος από ποτέ. Αυτή τη στιγμή βρίσκονται περίπου 20.000 άνθρωποι στα 5 ΚΥΤ στα νησιά, όταν η συνολική τους χωρητικότητα είναι για μόλις 5.500 άτομα», εξηγεί η Στέλλα Νάνου. Η εικόνα που αντίκρισε την περασμένη εβδομάδα κατά την επίσκεψή του στη Μόρια το κλιμάκιο της Ύπατης Αρμοστείας καταδεικνύει την ανάγκη λήψης άμεσων μέτρων. Περίπου 10.000 άνθρωποι βρίσκονται στοιβαγμένοι σε άθλιες συνθήκες, με την πλειοψηφία αυτών να μένουν σε σκηνές κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο. Συγκεκριμένα 5.500 δεν βρίσκονται καν μες στο κέντρο, αλλά ζουν σε αυτοσχέδια καταλύματα στον ελαιώνα δίπλα στο ΚΥΤ, με μηδαμινές συνθήκες υγιεινής, κακή σίτιση και χωρίς πρόσβαση σε υπηρεσίες και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.
Στο κέντρο βρίσκονται επίσης 750 ασυνόδευτοι ανήλικοι, με τους περισσότερους να διαμένουν εκτός της safe zone, μαζί με άγνωστους ενήλικες και χωρίς επίτροπο. «Αυτή η κατάσταση είναι επικίνδυνη για όλους τους ανθρώπους εκεί, που δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η πλειοψηφία τους φέρει ήδη ψυχικά και σωματικά τραύματα και οι συνθήκες αυτές τα επιδεινώνουν. Ειδικά, όμως, για τα ασυνόδευτα παιδιά η επικινδυνότητα είναι ακόμα μεγαλύτερη, καθώς η κατάσταση που βιώνουν έχουμε τονίσει πολλάκις ότι δημιουργεί εντάσεις», επισημαίνει η υπεύθυνη επικοινωνίας της Ύπατης Αρμοστείας. Προς το παρόν, όμως, η αυτονόητη αγανάκτηση των ασυνόδευτων ανήλικων που διαμένουν εκτός ασφαλούς ζώνης στη Μόρια, απαντήθηκε από τις αστυνομικές αρχές με καταστολή. Συγκεκριμένα, 300 ανήλικοι που έχουν τοποθετηθεί σε μια μεγάλη σκηνή στο ΚΥΤ ξεσηκώθηκαν την Τετάρτη και διεκδικούσαν τη μεταφορά τους από εκεί φωνάζοντας «Athens, Athens», με την αστυνομία αντί να βρει οποιοδήποτε άλλο τρόπο καθησυχασμού, να κάνει χρήση χημικών εναντίον τους.

Ανάγκη ευέλικτων προγραμμάτων και ένταξης

Προκειμένου να δοθεί λύση στην απάνθρωπη κατάσταση των νησιών είναι απαραίτητη η δημιουργία νέων θέσεων φιλοξενίας στην ενδοχώρα, με τον κατάλληλο διαμοιρασμό των προσφύγων. Η υλοποίηση, όμως, ενός τέτοιου μέτρου άμεσα, όπως εξηγεί η Στέλλα Νάνου, είναι εξαιρετικά δύσκολο «και επειδή η αποσυμφόρηση των ΚΥΤ στα νησιά πρέπει να γίνει όσο το δυνατόν γρηγορότερα, θα πρέπει να βρεθούν πιο ευέλικτα μέτρα και προγράμματα. Ως Ύπατη Αρμοστεία προτείναμε στο αρμόδιο υπουργείο να υλοποιήσει ένα πρόγραμμα μέσω του οποίου θα προσφέρεται οικονομική βοήθεια στους αιτούντες άσυλο, ώστε να μπορούν οι ίδιοι να βρουν σπίτι και να πληρώνουν το ενοίκιο, αντί να περιμένουν στοιβαγμένοι να ανοίξει θέση φιλοξενίας σε κάποια δομή. Χρειάζονται τέτοια μέτρα άλλωστε, γιατί και η Ελλάδα δεν θα μπορεί να επεκτείνει επ’ αόριστον το σύστημα υποδοχής, ήδη από τις 1.000 θέσεις που υπήρχαν πριν το 2015 έχουμε φθάσει τις 50.000 σε δομές και διαμερίσματα, που απ’ την άλλη, όμως, δεν επαρκούν, άρα χρειαζόμαστε νέες λύσεις».
Παράλληλα, πέραν αυτών των αναγκαίων μέτρων, όπως σημειώνει η ίδια, «είναι απαραίτητο να δοθεί έμφαση στην ένταξη, γιατί όποια βραχυπρόθεσμα μέτρα κι αν ληφθούν, δεν θα αρκούν. Πρέπει να στηριχθούν οι άνθρωποι που τους έχει αναγνωριστεί το άσυλο για να γίνουν αυτόνομοι, να έχουν σπίτι, δουλειά, πρόσβαση σε υγεία, παιδεία και πολιτισμό, και άρα να αποδεσμευτούν από το σύστημα υποδοχής. Αυτό θα συμβάλλει και στην αποσυμφόρησή του και στη δυνατότητα να καλύψει τις νέες ανάγκες που δημιουργούνται. Αυτό, βέβαια, χρειάζεται πολιτική βούληση και σχεδιασμό για να υλοποιηθεί».
Βασικός αρωγός, όμως, στην υλοποίηση τόσο των άμεσων μέτρων φιλοξενίας, όσο και της ένταξης, θα έπρεπε να είναι οι δήμοι της χώρας, πράγμα που από τη μέχρι τώρα εμπειρία φαντάζει εξαιρετικά δύσκολο. Η λογική του «όχι στην αυλή μου» άλλωστε φάνηκε και από την κοινή ανακοίνωση των 8 δημάρχων του Βορείου Αιγαίου και του περιφερειάρχη της περιοχής. Από τη μία, όντως οι δήμοι τους έχουν σηκώσει κατά κύριο λόγο τη μεγάλη ευθύνη του προσφυγικού, από την άλλη η θέση τους να κλείσουν τα ΚΥΤ της Λέσβου, της Σάμου και της Χίου, χωρίς να δημιουργηθούν άλλα φαίνεται εκτός τόπου και χρόνου. Ενώ είναι εμφανής η παντελής έλλειψη ενδιαφέροντος για τη χείριστη κατάσταση που βιώνουν οι ίδιοι οι πρόσφυγες, αφού μέσα στις 7 θέσεις τους δεν υπήρξε καμία αναφορά σε κάποιο μέτρο ανακούφισής τους. Ακόμα και η αύξηση του προσωπικού υπηρεσιών που ζητείται, αφορά μόνο στην αστυνομία, το λιμενικό και τις ειδικές δυνάμεις (!) σαν να πρόκειται για ζήτημα ασφάλειας και όχι ανθρωπισμού.

Αντιδράσεις

Το ζήτημα, λοιπόν, του προσφυγικού δεν είναι θέμα μόνο αποτελεσματικής διαχείρισης, αλλά πρωτίστως πολιτικής κατεύθυνσης και η απόφαση του ΚΥΣΕΑ εμπεριέχει κάποια ιδιαίτερα ανησυχητικά στοιχεία για το ποια είναι αυτή.
Βασικό δείγμα αρνητικής γραφής αποτελεί η απόφαση για «αλλαγή του θεσμικού πλαισίου για τη διαδικασία χορήγησης ασύλου, με κατάργηση του δεύτερου βαθμού εξέτασης προσφυγών με στόχο -σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης χορήγησης ασύλου- να προχωρά άμεσα η διαδικασία επιστροφής του αιτούντος στη χώρα από την οποία προήλθε».
«Ακούσαμε με ανησυχία την απόφαση κατάργησης, περιμένουμε να δούμε τι θα περιλαμβάνει ακριβώς, αλλά έχουμε λάβει διαβεβαίωση ότι οποιαδήποτε αλλαγή θα γίνει σε συνεννόηση με την Ύπατη Αρμοστεία. Το σίγουρο είναι ότι το δικαίωμα στην προσφυγή είναι βασική εγγύηση της νομιμότητας και του δίκαιου χαρακτήρα της διαδικασίας ασύλου, που προβλέπεται τόσο από το ευρωπαϊκό όσο και από το διεθνές δίκαιο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η απόφαση ασύλου αφορά το μέλλον και την ίδια τη ζωή των αιτούντων, άρα σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να καταργηθούν βασικές ασφαλιστικές δικλείδες που εγγυώνται την ποιότητα της διαδικασίας», τονίζει η Στέλλα Νάνου, όπως και πλήθος μη κυβερνητικών οργανώσεων και η Ένωση Διοικητικών Δικαστικών.
Προφανώς, η αποτελεσματικότητα του συστήματος ασύλου και η άρση των καθυστερήσεων είναι σημαντικό ζήτημα, που η επίτευξή του όμως, όπως επισημαίνεται από την υπεύθυνη επικοινωνίας της Ύπατης Αρμοστείας, θα πρέπει να γίνει μέσω της ενίσχυσης της υπηρεσίας ασύλου, ώστε να εξετάζει περισσότερες και πιο γρήγορα τις αιτήσεις και όχι με την καταπάτηση των δικαιωμάτων των προσφύγων. Αντίστοιχα, διφορούμενες είναι και οι αποφάσεις του ΚΥΣΕΑ που αφορούν την «αύξηση της επιτήρησης των συνόρων», μάλιστα με «άμεση προμήθεια 10 νέων ευέλικτων μικρών σκαφών για ταχύτατη αντίδραση σε περίπτωση εντοπισμού κινήσεων μεταφοράς μεταναστών/προσφύγων από κυκλώματα διακίνησης που εκκινούν από τα  τουρκικά παράλια προς τα ελληνικά νησιά», που αποφεύγεται να εξηγηθεί τι ακριβώς θα κάνουν και αυξάνοντας το φόβο περί παράνομων επαναπροωθήσεων.
«Κάθε χώρα έχει δικαίωμα να ελέγχει τα σύνορά της, αλλά αυτό θα πρέπει να γίνεται με τρόπο που να σέβεται τις ανάγκες διεθνούς προστασίας όσων αναζητούν ασφάλεια στο έδαφος της χώρας μας. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι θα πρέπει να δίνεται πρόσβαση σε αυτούς τους ανθρώπους τόσο στην επικράτεια, όσο και στις διαδικασίες ασύλου», υπενθυμίζει η Στέλλα Νάνου.

Ανάγκη διεθνούς αλληλεγγύης

Όποια μέτρα, όμως, κι αν πάρει η εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση, το ζήτημα του προσφυγικού είναι σίγουρο ότι δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο διαχείρισης από μία χώρα μόνο. Η Ύπατη Αρμοστεία υπογραμμίζει την ανάγκη διεκδίκησης από μεριάς της Ελλάδας της έμπρακτης διεθνούς αλληλεγγύης, όχι μόνο με τη μορφή χρηματοδότησης, αλλά κυρίως με τη δημιουργία και εφαρμογή ενός νέου προγράμματος μετεγκατάστασης, ειδικά για τα ασυνόδευτα παιδιά που βρίσκονται στη χώρα. «Τα μηνύματα που έχουμε από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι καθόλου αισιόδοξα γι’ αυτό το ζήτημα, καθώς δεν φαίνεται να υπάρχει συναίνεση για νέες μετεγκαταστάσεις, αλλά υπάρχουν μεμονωμένες χώρες που θέλουν να βοηθήσουν και η κυβέρνηση θα πρέπει να προχωρήσει άμεσα σε συνεννόηση μαζί τους και σε διμερείς συμφωνίες», καταλήγει η Στέλλα Νάνου.

Τζέλα Αλιπράντη