Άνθη του γιαλού

Λέανδρος Πολενάκης
«Βάρκα στο γιαλό.
Ιστορίες με Σίφνο»
Εκδόσεις
Πολιτιστικός Σύλλογος Σίφνου
Μάρτιος 2015

Ο Σεπτέμβριος καλά κρατεί και εμείς παραμένουμε στο Αιγαίο και τα πλεούμενά του. Αυτό, σε πείσμα των εκλογών και της ατέρμονος, συχνά στημένης και δόλιας, εκλογολογίας. Προτιμούμε να κωφεύουμε στις Κασσάνδρες και να στήνουμε αυτί στις Σειρήνες. Και οι πιο γλυκόλαλες Σειρήνες έρχονται από τις παλαιές ιστορίες, γιατί αυτές συγκροτούν την παράδοση ενός τόπου. Υπήρξαν και, ευτυχώς, εξακολουθούν να υπάρχουν ηπειρωτικές όσο και νησιωτικές περιοχές, με κάποια, μεγαλύτερη ή μικρότερη, πολιτιστική παράδοση. Κατά κανόνα, πρόκειται για λαϊκή παράδοση, κάπου, όμως, σε εκείνη προστίθεται και η λόγια. Ιδιαίτερη θέση σε αυτούς τους καλότυχους τόπους κατέχει το νησί της Σίφνου. Μάλιστα, στην περιοχή της λογοτεχνίας, η άλυσος σίφνιων συγγραφέων είναι μακριά. Το θυμίζουν οι εντοιχισμένες πλάκες σε οικίες, αλλά και σε κελιά μοναστηριών. Οι προτομές και τα αγάλματα σε πλατειούλες και παρκάκια. Επίσης, κάποιες ονομασίες δρομίσκων, καθώς και αφιερωματικές εικόνες σε εκκλησίδια.
Από τους συγγραφείς τώρα, πιο ονομαστοί οι ποιητές, παρατάσσονται σε διαφορετικές γενιές. Ξεκινούν από τον Αριστομένη Προβελέγγιο της γενιάς του 1880 και τον Ιωάννη Γρυπάρη στην ομάδα της επόμενης και τελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα, μέχρι τον εγγονό του Προβελέγγιου, τον Γιώργο Λίκο, της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Μετά έρχονται οι συγγραφείς, που διέπρεψαν στη δημοσιογραφία, με πρώτο τον άτυχο Κλεάνθη Τριαντάφυλλο, γνωστό ως Ραμπαγά. Το παρών δίνει και ένας θεατρικός συγγραφέας, ο Μανώλης Κορρές, που αποτόλμησε μυθιστόρημα στο αμιγώς σιφνέικο ιδιόλεκτο, «Η κεράτσα μου». Το παράδοξο είναι πως αυτή η πολιτιστική παράδοση, παρόλο που ανθίσταται και βρίσκει συνεχιστές, δεν έχει τη σκέπη του αθηναϊκού κέντρου. Για να ακριβολογούμε, αγνοείται παντελώς. Το επιβεβαιώνουν αρκετοί συγγραφείς, που δυσκολεύονται να βρουν εκδότη για βιβλία εστιασμένα στην παράδοση ενός τόπου. Είτε πρόκειται για αφηγηματικά είτε για μελετήματα ιστορικού ή και γλωσσολογικού ενδιαφέροντος. Μάλλον κατ’ εξαίρεση, η Σίφνος έχει, εδώ και 33 χρόνια, Πολιτιστικό Σύλλογο, που, τελευταία, αναπτύσσει πλούσια και πολύπλευρη δράση. Δίπλα στην οργάνωση ποικίλων εκδηλώσεων –εικαστικών, μουσικών, θεατρικών– συνδράμει και την έκδοση βιβλίων που αφορούν αποκλειστικά την σιφνέικη ιδιαιτερότητα. Όπως το μυθιστόρημα του Μίμη Λεμονή «Ο πειρατής της Σίφνου», τα αφηγήματα των Κορρέ και Γιώργου Ματζουράνη «Καμένα χρόνια και καιροί…» και εφέτος, τις ιστορίες του Λέανδρου Πολενάκη.
Δυστυχώς, όμως, αυτές οι αξιόλογες εκδόσεις, που μπορούν να στοιχηθούν δίπλα στις αθηναϊκές εκδόσεις ελληνικής πεζογραφίας και μάλιστα, να καταλάβουν ιδιαίτερη θέση, καθώς συνδυάζουν το τερπνό μετά του ωφελίμου, ουδόλως σχολιάζονται. Ούτε σε δημοσιογραφικό επίπεδο, ούτε από λογοτεχνικής πλευράς. Πιθανώς, γιατί αυτό που εμείς χαρακτηρίζουμε ως ωφέλιμο, που σημαίνει τη διάσωση της λαογραφικής παράδοσης, να θεωρείται από πολλούς ως παρωχημένο. Μάλιστα, στο πνεύμα της πολυπολιτισμικότητας, που ο ελληνικός Τύπος ενστερνίζεται και επιζητεί να επιβάλλει σαν το ιδανικό πρότυπο, μπορεί να εκλαμβάνεται ακόμη και ως επιζήμιο. Όσο αφορά τη λογοτεχνική αξία παρόμοιων βιβλίων, καθώς ανασταίνουν παρελθοντικές καταστάσεις, χαρακτηριστικούς τύπους και “στέκια”, τα εντάσσουν στην παλαιότερη τάση της ηθογραφίας και συνακόλουθα, τα παραγκωνίζουν. Αυτό συμβαίνει και με τις συγκεκριμένες σιφνέικες εκδόσεις. Από μία στενή οπτική, το δεύτερο βιβλίο, των Κορρέ-Ματζουράνη, που είναι συναγωγή αφηγημάτων δημοσιευμένων στον σιφνέικο Τύπο μέσα στη δεκαετία του ’60, έχει κάποιον ηθογραφικό χαρακτήρα, που, όμως, διασκεδάζεται από το χιούμορ και την αφηγηματική δεινότητα του συγγραφικού διδύμου. Δεν ισχύει, ωστόσο, για τα άλλα δυο, όπου κερδίζει έδαφος η μυθοπλασία.
Σε αυτήν την απαξίωση, ως ένα βαθμό, συμβάλλουν και οι εμπλεκόμενοι στην έκδοση, συμπεριλαμβανομένων των συγγραφέων. Είναι ενδεικτικό, ότι αναγνωρισμένοι συγγραφείς, όπως ο Κορρές και ο Ματζουράνης, φαίνεται να παραλείπουν το εν λόγω βιβλίο στα βιογραφικά τους. Η απορία είναι μεγαλύτερη στην περίπτωση του Λέανδρου Πολενάκη. Θεατρικός κριτικός, με συμπληρωμένη 35ετή θητεία στην εφημερίδα «Αυγή», αλλά και με παράπλευρες λογοτεχνικές επιδόσεις. Πρώτα ποιητής, μετά διηγηματογράφος, στα τελευταία χρόνια, και μυθιστοριογράφος, ενώ, μόλις πέρυσι, αποκαλύφθηκε, πως, όλα αυτά τα χρόνια, δεν έκρινε μόνο αλλά και έγραφε θεατρικά έργα, που άφηνε στο συρτάρι.
Αυτό σε πολύ γενικές γραμμές είναι το προφίλ του Πολενάκη, που, εφέτος, εξέδωσε δυο βιβλία, ένα “πολιτικοερωτικό θρίλερ” («Ο Κομμένος Υπουργός») σε αθηναϊκό εκδοτικό οίκο και τις ιστορίες σε σιφνέικο. Το πρώτο συμπεριλαμβάνεται στην καταγραφή των υπό κυκλοφορία ελληνικών βιβλίων και έχει ήδη επαινεθεί από την κριτική, σε αντίθεση με το δεύτερο, που δείχνει να λανθάνει. Το πρώτο δεν το λάβαμε, το δεύτερο, όλως τυχαίως, έφτασε στα χέριά μας. Κατά καλή σύμπτωση, θα λέγαμε, καθώς δεν πρόκειται για ένα ακόμη αγοραίο βιβλίο, αλλά για ιστορίες, που εντάσσονται στην ελληνική λογοτεχνία. Και μάλιστα, στη θαλασσινή λογοτεχνία. Στον σύντομο πρόλογο του Πολιτιστικού Συλλόγου, επισημαίνεται η προσωπικότητα του συμπατριώτη τους συγγραφέα και η αναβίωση προσώπων και καταστάσεων από το παρελθόν της Σίφνου. Οπότε και αιτιολογείται η έκδοση σε τοπικό επίπεδο, παράλληλα, όμως, δικαιολογείται η μη περαιτέρω προβολή του. Αν, όμως, το βιβλίο διαθέτει αφηγηματικές αρετές, όχι ενός διαβαστερού θρίλερ, αλλά ενός πεζογραφήματος, τότε έρχεται ως μία ακόμη ένδειξη για τις  παράπλευρες απώλειες, όταν περιορίζουμε τον εκδοτικό ορίζοντα στην αθηναϊκή ομφαλοσκοπία.
Ας δούμε εκ του σύνεγγυς αυτήν τη δεύτερη συλλογή διηγημάτων του Πολενάκη, που έρχεται 30 χρόνια μετά την πρώτη («Συνέβη στην Γκοντβάνα», εκδ. Δελφίνι). Κατ’ αρχάς, ο υπότιτλος κυριολεκτεί. Δεν πρόκειται για ιστορίες από τη Σίφνο, καθώς επί μέρους συμβάντα τοποθετούνται στην Αθήνα, ενώ μέρος της δράσης της εκτενέστερης ιστορίας στη γειτονική της Σίφνου Σύρο, αλλά και εκτός συνόρων, στη Σμύρνη στα χρόνια λίγο πριν το ’22 και στο Ντύσσελντορφ του 1948. Σίγουρα, όμως, πρόκειται για ιστορίες “με Σίφνο” και μάλιστα, με πολύ Σίφνο. Εντύπωση, που επιτείνεται από το σιφνέικο γλωσσικό ιδίωμα, έτσι όπως αλατίζει τις ιστορίες, ιδιαίτερα στα διαλογικά μέρη, προσδίδοντάς τους παραστατικότητα. Είναι οι φωνηεντικά αποκλίνουσες λέξεις, το προσωδιακό στην εκφορά, η παραλλαγή των βαπτιστικών ονομάτων, τα θηλυκά σε χαϊδευτικά ουδέτερα, τα αρσενικά σε συγκοπτόμενα περιπαικτικά μονοσύλλαβα. Επανερχόμενοι στον υπότιτλο, παρατηρούμε πως ο πληθυντικός ιστορίες δεν δίνει ακριβή εικόνα των περιεχομένων. Κι αυτό, γιατί η πρώτη ιστορία, η ομότιτλη, σε έκταση νουβέλας, δεν μπορεί να λογαριαστεί ως ισοβαρής των τεσσάρων σύντομων που ακολουθούν.
Υπάρχουν, εντούτοις, κοινές αφηγηματικές αρετές. Στην ύφανση της πλοκής, προεξάρχουν οι συχνές ανατροπές των αναγνωστικών προσδοκιών. Ως πιο ενδεικτικό παράδειγμα, αναφέρουμε το ξεκίνημα της πρώτης ιστορίας. Παραλλάσσοντας ο συγγραφέας κοσμητικά επίθετα, που είθισται να αναφέρονται στα γυναικεία κάλλη, και επιστρατεύοντας ρήματα υπαινικτικού ερωτισμού, καλλιεργείται η εντύπωση πως πρόκειται για την περιγραφή καλλίπυγου θηλυκού, ενώ, τελικά, γίνεται λόγος για το πλεούμενο του τίτλου, μία “βάρκα στο γιαλό”. Κατ’ εξαίρεση, αυτός ο τίτλος κυριολεκτεί, ενώ εκείνοι των σύντομων ιστοριών προοικονομούν τον εύθυμο χαρακτήρα τους.
Μία άλλη αρετή, που διασκεδάζει τις όποιες ηθογραφικές πτυχές, είναι οι κωμικές σκηνές γκανγκ, όπως αποκαλούνται στον κινηματογράφο. Κωμικά ευρήματα και μυθοπλαστικές εκπλήξεις, προσφυώς ενσωματωμένες, με μία ιστορία να αποτελείται εξ ολοκλήρου από γκανγκ σκηνές. Σε αυτήν, η αφήγηση ζωντανεύει με ένα κυκλικό πανοραμίκ “τον Πουνέντε τον Καμαριανέικο”, που “μπήκε στον πειρασμό” να σηκώσει τον προκομμένο Σταύρο, καθόσον “λεπτοκαμωμένος και λιανοκόκκαλος”, ενώ “ο γάδαρός” του, παρά τον τίτλο, «Πετάει ο Γάδαρος;», δεν πετάει, αλλά σπάζει το σχοινί και αναστατώνει “τον παλιό μώλο” των Καμαρών, όπως τον πρόλαβε παιδί ο συγγραφέας. Με αυτό το σουρεαλιστικό μονοπλάνο δεν ανασταίνεται μόνο ο τόπος, όπως ήταν πριν έρθουν “οι επαγγελματίες εργολάβοι” και ό,τι αποκαλούμε αξιοποίηση, αλλά διασκεδάζει και ο σημερινός αναγνώστης, ο νεότερος, που δυσανασχετεί με παρελθοντολογίες και τοπικισμούς.
Τόνοι περιπαικτικοί έως σαρκαστικοί διαχέονται και στις υπόλοιπες διηγήσεις. Λανθάνουν και καταγγελτικοί τόνοι, καλά κρυμμένοι από “το παραδοσιακό, υπόγειο, ανατρεπτικό και αναρχικό χιούμορ” του Σιφνιού, κατά την περιγραφή του συγγραφέα στο διήγημα «Ο Σωτήρης ο γιατρός». Στην περίπτωση της οικογένειας Πολενάκη, αποβαίνει εμφανέστερο, καθώς φαίνεται να πηγαίνει από πατέρα σε γιο. Ο πατέρας του συγγραφέα, ο γελοιογράφος Σταμάτης Πολενάκης, ευρύτερα γνωστός από το εβδομαδιαίο περιοδικό ποικίλης ύλης «Το Ρομάντσο», με τις θρυλικές φιγούρες του Σπαγκοραμμένου και του γκαφατζή Πίπη Πάπια, είναι ο ήρωας του καταληκτικού αφηγήματος «Το αστείο του Πολενάκη ή φουγάρα στη Συγγρού». Σε εκείνο, δίνεται με ένα άλλο ξεκαρδιστικό μονοπλάνο η αποβίβαση τα παλιά χρόνια στο λιμάνι με βάρκες. Κάπως έτσι, ο Πολενάκης κατορθώνει να μην ηθογραφεί, αλλά, αντιστρόφως, να επωφελείται από τον τόπο, αντλώντας το υπόστρωμα για τις ιστορίες του, χιουμοριστικές ή και ιστορικού ενδιαφέροντος όπως η ομότιτλη.
Αυτή η ιστορία είναι που τον συστήνει καλύτερα ως πεζογράφο. Δεν έχει μόνο την έκταση νουβέλας, αλλά και μία πρωτότυπη αφηγηματική δομή, που προσδίδει στην υπόθεση πλοκή και κάποιο σασπένς. Δυο θήλεια ονόματα, το ένα ξενικό και το άλλο αρχαιοελληνικό, η Μόνικα και η Αλκμήνη, βρίσκονται αναμεμιγμένα στο άσχημο τέλος του συριανού Δημήτρη Περσάκη. Είχε “μελαγχολικά μαύρα μάτια ποιητή”, ήταν “κρυφά λογοδοσμένος με την όμορφη δεκαεφτάχρονη Μαρία” από τη Σίφνο, βρέθηκε στον πόλεμο “δόκιμος σημαιοφόρος του πολεμικού Ναυτικού” και στην Κατοχή, σαμποτέρ στη Σίφνο. Η ιστορία αρχίζει in media res: προδοσία, φυλάκιση, απόπειρα απόδρασης, συμπλοκή με γερμανική περίπολο. Οι βίοι προσώπων και πλεούμενων συμπλέκονται, το κουβάρι ξεμπλέκεται με τις μαρτυρίες διαδοχικών αφηγητών. Ο κυρίως αφηγητής, μάλλον το alter ego του συγγραφέα, για να καλύψει τις πολλαπλές πτυχές της ιστορίας, περνάει τη σκυτάλη σε άλλα πρόσωπα, που τυχαίνει να έχουν άμεση γνώση των συμβάντων. Επιπροσθέτως, στη δική του αφήγηση, εναλλάσσει το πρώτο πρόσωπο με το δεύτερο, απευθυνόμενος σε μία γυναίκα, που μένει αόριστης υπόστασης, σίγουρα νέα και επιθυμητή. Όπως και στη σύντομη ιστορία, «Λάκτισμα πώματος φιάλης», όταν υπάρχουν ερωτικοί υπαινιγμοί, η διήγηση αποκτά τρυφερή χροιά, είτε πρόκειται για ματαιωμένους έρωτες άλλων καιρών είτε για μια ασαφή μελλοντική υπόσχεση. Να σημειώσουμε, πως ο θεατρικός Πολενάκης βοηθά τον πεζογράφο στη σκιαγράφηση μίας ρομαντικής ηρωίδας. Στα πρόσωπα της νουβέλας εμπλέκεται και μία νέα ηθοποιός, ονόματι Ζωή, που πρόλαβε να υποδυθεί μόνο έναν ρόλο, αυτόν της Οφήλιας, να ερωτευτεί και να πεθάνει νέα. Μοναδικό διασωθέν ίχνος της είναι η σειρά πινάκων της αδελφής του Δημήτρη, της γνωστής ζωγράφου Γιάννας Περσάκη, με τίτλο, «Ζωή». Το επίθετο της Ζωής, ο συγγραφέας το αφήνει γρίφο για επαΐοντες. Τέλος, οι λογοτεχνικά υποψιασμένοι θα εκτιμήσουν το παπαδιαμάντειο άρωμα, εις σταγόνας μεν αλλά ευδιάκριτο. “Επιπολής εις το κύμα” έπλεε η Μόνικα, ως “άνθος του γιαλού”, που βρήκε δραματικότερο τέλος εκείνου του Δημήτρη.

Μ. Θεοδοσοπούλου