Αόρατοι άνθρωποι

 

Δεν είναι όλα για όλους. Ας πούμε, τα ναρκωτικά. Κάποιους τους σκοτώνουν. Ή τα τατουάζ, κάποιους τους τσαλακώνουν. Ή τα παιδιά, κάποιοι τα καταστρέφουν. Ή τα πεζοδρόμια.
Εγώ εδώ και έξι μήνες δεν περπατάω καλά και το πλάνο που είχα για την ζωή μου, να πεθάνω όρθια στα πόδια μου, έχει πια πετάξει από το παράθυρο της νευρολογικής κλινικής. Μετράω αντίστροφα χρόνια; Δεκαετίες; Μετράω αντίστροφα για το πρώτο μου μπαστούνι και μετά το δικό μου, κατάδικό μου αμαξίδιο. Στραφταλιζέ θα είναι, να ξεχωρίζω. Σαν τα παγώνια.

Μέσα σε έξι μήνες

Αλλά θα είμαι αόρατη. Αόρατοι άνθρωποι στις πόλεις που μας γέννησαν. Άλλους μας γέννησαν άρτιους, που λέμε. Άλλους όχι, μπορεί χωρίς χέρια, χωρίς μάτια, χωρίς πόδια. Αλλά κάπου γεννηθήκαμε κι εμείς.
Εγώ γεννήθηκα όμορφη. Μεγάλωσα κι ήμουν όμορφη. Ήμουν έξυπνη, ήμουν τσαχπίνα. Ξέρετε, συμβαίνουν πολλά στην δύσκολη ζωή. Δεν ξέρεις ποτέ αν θα γίνεις ανάπηρος από τη μια στιγμή στην άλλη. Εγώ έγινα μέσα σε έξι μήνες.
Κι ακόμα περπατάω, δηλαδή, δε μου φαίνεται, λένε και τέτοια. Πώς να μου φανεί, που όποτε φουντώνει ο πόνος του σώματος και της πουτάνας ύπαρξης, εγώ δεν βγαίνω από το σπίτι;

Κάτω από το χαλί

Αόρατοι άνθρωποι. Πεζοδρόμια στενά και κακοφτιαγμένα, με δέντρα πάνω στις πλάκες –πού να περάσω το πονεμένο μου το πόδι; Σκάλες στα σπίτια, πώς να τις ανέβω, αλήθεια; Πονάω, ρε φίλε κι είναι κι αυτό που σε κοιτάζουν περίεργα, διερευνητικά: Τι κακό να την βρήκε, τόσο νέα και τόσο πονεμένη;
Αόρατοι άνθρωποι σε αστικά κλουβάκια. Το καρότσι: Της μαμάς με το παιδί, του ανάπηρου, η γριά με το μπαστούνι, η νέα κι άτυχη –εγώ-, ο τυφλός, πού θα περπατήσουν, αλήθεια;
Δεν ξέρουμε τι σημαίνει ύπαρξη πέρα από το λογοτεχνικό δράμα, το φτιαχτό διήγημα. Τι να είναι αυτό που μας κρατάει σπίτια μας, όταν η πόλη γίνεται ανοιξιάτικη. Δεν ξέρουμε τι συμβαίνει για τους «μικρούς» του θεού, τα ατελή δημιουργήματα.
Κάτω από το χαλί. Τα Λεχαινά, οι δεμένοι άνθρωποι, κατώτερος θεός και κόλαση. Κρύφτε, κρύφτε τους όλους, κάψτε τους. Σκοτώστε τους, ποιον ενδιαφέρει. Τα διαμερίσματα, φυλακισμένοι στα σπίτια μας, βρέχει και πού να πας, πώς να κατέβεις τη σκάλα; Σκέφτηκε ποτέ κανείς ότι στις τουαλέτες τον μπαρ δεν υπάρχει τρόπος να φτάσει το αμαξίδιο;

Αγριότητα

Τι να σου λέω, μωρέ, συγκίνηση οκουμενική: Μετά τον Χίτλερ και τους Άριους, όλοι μίσησαν τις ευγονικές ιδέες. Μα να που ζούμε σε πόλεις τίγκα στην ευγονική θηριωδία: Ποιος ανάπηρος ζει σαν όλους τους άλλους; Ποιος μπορεί να εξυπηρετηθεί, να διασκεδάσει, να ερωτευτεί, να χωρίσει, να δουλέψει. Να δουλέψει, μαλάκα μου, το διανοείσαι;
Τι αγριότητα που υπάρχει στις ευγονικές πόλεις. Ούτε να περπατήσεις, ούτε να ανασάνεις, ούτε να τσουλήσεις, τίποτα. Πόλεις για υγιείς, πολυκατοικίες για υγιείς, δρόμοι, μπαρ, υπηρεσίες. Για υγιείς. Κι εσύ πίσω από το συρματόπλεγμα. Εσύ, εγώ. Από τη μια στιγμή στην άλλη μπορούν να συμβούν αυτά, το σκέφτηκες ποτέ; Συρματόπλεγμα. Εξόριστοι σε έναν κόσμο γεμάτο ελευθερία. Ή σχεδόν.
Ευγονικές πόλεις με αόρατους, εξόριστους ανθρώπους. Να μην τους δει κανένας και πικραθεί. Όλοι λυπούνται τον ανάπηρο κι όμως μόνο να ήξεραν τα κότσια που χρειάζονται όταν δεν έχεις πόδια, μάτια, αφτιά.
Μια μέρα καθόμουν στο μπαλκόνι μου, είχε χιόνι στην Αθήνα, αλλά καθόμουν στο μπαλκόνι μου, στο κρύο και ήθελα να κλάψω για να παγώσουν τα δάκρυά μου και να φτάσουν στα μαγικά βασίλεια των χαμένων ηρώων. Στα παραμύθια είναι όλοι υγιής. Ακόμα και οι βάτραχοι μεταμορφώνονται σε πρίγκιπες .
Τίποτα δεν θα πάει στραβά στα βασίλεια των χαμένων ηρώων κι εγώ θα φτάσω εκεί, μία νύχτα με κρύο, για να τα γεμίσω ανθρώπους σαν εμένα, που δεν θα έχουν γίνει άρτιοι –που λένε-. Αλλά θα έχουν βρει τον τρόπο να μην έχει καμία, μα απολύτως καμία σημασία.

Όλγα Στέφου