Από τη γέννηση του ΚΚΕ ως τη διάσπαση του 1968

 

Ο δρόμος του ελληνικού ΚΚ είχε την ξεχωριστή του ιστορία

 

Από το ιδρυτικό συνέδριο του ΣΕΚΕ

 

Το χρονικό της διάσπασης του ΚΚΕ το 1968 έχει γραφεί συχνά σαν χρονικό της αλληλουχίας γεγονότων και αντιθέσεων στο εσωτερικό του κόμματος, κυρίως κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Φαίνεται, όμως, πως έχει εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον για τη μετέπειτα εξέλιξη να ανιχνεύσουμε, από αυτή τη σκοπιά, και τις συνθήκες μέσα στις οποίες έκανε τα πρώτα του βήματα, από τις αρχές του περασμένου αιώνα. Ίσως αυτή η αναδρομή μάς φανεί χρήσιμη για την ολοκλήρωση της μεγάλης εικόνας του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος από την ιστορική καμπή του 1968

 

«Ε»

 

του Τάσου Τρίκκα

 

Κόμμα αγωνιστικής προσφοράς και μαρτυρικών θυσιών είναι το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας. Δεν είναι το μόνο. Σ’ όλες τις γωνιές της γης είναι εγκατεσπαρμένοι τάφοι ωραίων, έντιμων ακέραιων ανθρώπων που έδωσαν τη ζωή τους για να γίνει ο κόσμος καλύτερος, για να ζήσει και να κυβερνηθεί σύμφωνα με τις πανανθρώπινες αξίες της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης, της ισότητας, της δημοκρατίας και της ελευθερίας. Αξίες συνυφασμένες με την πάλη για τα ιδανικά του σοσιαλισμού.

Δεν διεκδικεί κανενός είδους περγαμηνές το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα για τη θέση του στο παγκόσμιο μνημείο των αγώνων —στο μαρτυρολόγιο των θυσιών που το χαρακτηρίζει. Είναι ένα από τα περισσότερο δοκιμασμένα κινήματα. Μέσα σε εκατό χρόνια ζωής υπήρξε ιδιαίτερος στόχος τριών φασιστικών και ακροδεξιών διδακτοριών. Πέρασε, μέσα σε καθεστώς αστικής κοινοβουλευτικής νομιμότητας, μισόν αιώνα κήρυξής του σε κατάσταση εκτός νόμου. Πέντε χιλιάδες αγωνιστών του έπεσαν από σφαίρες των εκτελεστικών αποσπασμάτων σ’ έναν εμφύλιο πόλεμο στον οποίο παγιδεύθηκε —και πολύ περισσότεροι σκοτώθηκαν σ’ αυτόν σε μάχες στα βουνά. Τρεις αιματηρές εξεγέρσεις σημαδεύουν την εκατοντάχρονη ιστορία του. Στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο βρέθηκε επικεφαλής ενός απαράμιλλου μαζικού παλλαϊκού κινήματος αντίστασης, με τις διαστάσεις μιας μεγάλης επαναστατικής εξόρμησης για την αναδημιουργία μιας Ελλάδας ανεξάρτητης, με γνήσιους δημοκρατικούς θεσμούς που θα εκφράζουν πιστά τη λαϊκή βούληση, με κοινωνική οργάνωση που θα βασίζεται σε μια πλατιά ταξική συμμαχία των δυνάμεων της εργασίας και του πολιτισμού.

Σ’ αυτούς που συνέβαλαν σ’ αυτήν την εξόρμηση είναι αφιερωμένο το σημείωμα τούτο. Ζητεί το βλέμμα των σημερινών, των ζωντανών, αποτίμηση ελάχιστου, οφειλόμενου φόρου τιμής σ’ αυτούς που έφυγαν.

 

Εξωτερικές και εσωτερικές δοκιμασίες

 

 

Δεν ήταν μόνο στις συγκρούσεις με τους ταξικούς και πολιτικούς αντιπάλους του που το ΚΚΕ δοκιμάσθηκε σκληρά. Σε άλλα, διαφορετικά πεδία, από άλλη κατεύθυνση δέχθηκε ισχυρά πλήγματα στο εξωτερικό του που άφησαν ανεξάλειπτα ίχνη. Το ΚΚΕ δοκιμάσθηκε από σειρά επεμβάσεων προερχόμενων από χώρο όπου κηρύσσονταν επίσης η επαγγελία του σοσιαλισμού. Επεμβάσεων από το κέντρο του διεθνούς κινήματος —είτε την Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς είτε Διεθνών Σχέσεων του ΚΚΣΕ. Δύο απ’ αυτές τις επεμβάσεις έφθασαν στο σημείο να διορίσουν νέα ηγεσία του κόμματος, αδιαφορώντας για τις καταστατικές του διατάξεις και την αυτονομία του, ως αυτοτελούς, ανεξάρτητου ελληνικού κομμουνιστικού κόμματος που ανήκει στη Διεθνή. Με άλλη επέμβαση υποχρεώθηκε το ΚΚΕ από την ΚΔ να υιοθετήσει το 1924 το εσφαλμένο (σύμφωνα με τα ιστορικά και τα πληθυσμιακά δεδομένα) σύνθημα για την «Ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη». Το Μακεδονικό αποτέλεσε για πολλά χρόνια αιμάσσουσα πληγή για το ΚΚΕ, καθώς εξέθετε τα μέλη και τα στελέχη του σε βαρύτατες κατηγορίες για «εσχάτη προδοσία». Το σύνθημα «Ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη», που το ΚΚΕ εξαναγκάσθηκε να αποδεχθεί, το αποξένωσε, ως κόμμα «αντιπατριωτικό», από ένα μέρος του ελληνικού πληθυσμού. Η ηθική και πολιτική ζημιά του ΚΚΕ ήταν πελώρια.

Το εντύπωμα από τις επεμβάσεις που υπέστη το ΣΕΚΕ/ΚΚΕ είναι βαθύ. Το 1931 στην ηγεσία του είχε εκδηλωθεί σκληρή διαμάχη ανάμεσα σε δύο ομάδες που ερμήνευαν διαφορετικά την πολιτική της «Τρίτης Περιόδου» —την πολιτική του «τέλους της μερικής σταθεροποίησης του καπιταλισμού» ή «με άλλη διατύπωση, την πολιτική της ”Τρίτης Περιόδου”, της ”τάξης ενάντια σε τάξη” και του ”σοσιαλφασισμού”». Κρίνοντας ότι η παράταση της εσωκομματικής διαμάχης στο ΚΚΕ υπονομεύει το κύρος της γραμμής αυτής, η ΚΔ έσπευσε να παρέμβει, να σταματήσει τη σύγκρουση, θέτοντας τέρμα στον εσωκομματικό διάλογο και να διορίσει νέα ηγεσία στο ΚΚΕ με επικεφαλής το Ν. Ζαχαριάδη.

Κορυφαίο θέμα στο ΚΚΕ υπήρξε ο καθορισμός του χαρακτήρα της μελλοντικής επανάστασης στην Ελλάδα. Σοσιαλιστική ή αστικοδημοκρατική επανάσταση; Την απάντηση στο ερώτημα, ύστερα από μακρόχρονη περίοδο, έδωσε η «6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ» (Ιανουάριος 1934), που αποφάνθηκε ότι η επανάσταση θα είναι «αστικοδημοκρατική με τάσεις γρήγορης μετατροπής σε σοσιαλιστική». Ψευδεπίγραφη η Απόφαση της 6ης Ολομέλειας. Τον χαρακτήρα της επανάστασης στην Ελλάδα καθόρισε, σύμφωνα με αδιευκρίνιστα δικά του κριτήρια κλιμάκιο της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομιντέρν και συγκεκριμένα της Βαλκανικής Γραμματείας της, το οποίο συνέταξε και το κείμενο της Απόφασης. Αντιπροσωπεία του ΚΚΕ παρούσα στις εργασίες του κλιμακίου περιορίσθηκε σε απλή έκφραση γνώμης ενώ δεν εισακούσθηκε αίτημα μελών της να αναλάβει το ΚΚΕ την εκπόνηση της σχετικής απόφασης.

Είχε προηγηθεί η προαναφερόμενη επέμβαση για το Μακεδονικό, που άνοιξε βαθιά πληγή στο ΚΚΕ και στο ελληνικό αριστερό κίνημα. Τον Ιούνιο του 1924 συνήλθε η 7η Συνδιάσκεψη της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας (ΒΚΟ) με αποκλειστικό θέμα την «κατάσταση στο ΚΚΕ». Η Συνδιάσκεψη ασχολήθηκε με όλα τα ζητήματα που συμπεριέλαβε στην ημερήσια διάταξή του μετά από τρείς μήνες το Τρίτο Έκτακτο Συνέδριο του ΚΚΕ, προκαταλαμβάνοντας τις αποφάσεις του για πολλά θέματα του ελληνικού δημόσιου βίου και της εσωτερικής ζωής του κόμματος. Αλλά το σημαντικότερο ήταν η «προειδοποίηση» προς το ΚΚΕ που απεύθυνε η απόφαση της 7ης Συνδιάσκεψης της ΒΚΟ —αποκαλύπτοντας το νόημα της σύγκλισής της: «Το ΚΚΕ θα έκανε μεγάλο λάθος αν εξακολουθούσε να φέρεται περιφρονητικά απέναντι στο εθνικό επαναστατικό κίνημα (δηλ. τη Μακεδονική οργάνωση ΕΜΕΟ). Απροκάλυπτα η απόφαση της 7ης Συνδιάσκεψης επικεντρώνεται στο σύνθημα «Ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη». Το «Μακεδονικό» αποτέλεσε αιμορροούσα πληγή για πολλά χρόνια για το ελληνικό κομμουνιστικό και αριστερό κίνημα.

 

Οι ιδιομορφίες της γέννησης

 

Μέσα στην οικογένεια των κομμάτων της Τρίτης Διεθνούς, το ΚΚΕ είναι «στερνοπαίδι». Είναι το τελευταίο ΚΚ που εμφανίσθηκε στη Βαλκανική —το προτελευταίο, αν λάβουμε υπ’ όψι ότι το ΚΚΕ Αλβανίας τυπικά συγκροτήθηκε το 1941. Το ΚΚΕ ιδρύθηκε το Νοέμβριο του 1918, κάτω από τον αστερισμό της Οκτωβριανής Επανάστασης, ως Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας (ΣΕΚΕ). Το 1924 μετονομάσθηκε σε Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας.

Υπάρχει κάτι σαν ιστορικό παράδοξο στη γέννησή του. Ενώ άλλα ΚΚ προήλθαν από διάσπαση, από διαχωρισμό της επαναστατικής από την εξελικτική, ρεφορμιστική πτέρυγα στους κόλπους τους (Γαλλικό, Ιταλικό ΚΚ κ.α.), το ΣΕΚΕ είναι προϊόν συμβιβασμού ανάμεσα στους έλληνες «μπολσεβίκους» και «μενσεβίκους», που παραμέρισαν τις διαφορές τους προκειμένου να δημιουργηθεί ένα ενιαίο κόμμα, ο πρώτος φορέας του σοσιαλιστικού κινήματος στη χώρα. Αντί για διαζύγιο, γάμος. Είναι η ακραιφνής πραγμάτωση της ρήσης του Έρικ Χόμπσμπαουμ: «Το κάθε Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν το παιδί από γάμο δύο αταίριαστων συντρόφων, μιας εθνικής Αριστεράς και της Οκτωβριανής Επανάστασης. Γάμος από έρωτα και από σκοπιμότητα, υπολογισμό». Γάμος καθυστερημένος, αν σκεφτεί κανείς ότι σ΄ αυτή την απομακρυσμένη Βαλκανική Χερσόνησο το Βουλγαρικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, πρόδρομος του ΚΚ Βουλγαρίας, είχε ιδρυθεί τριάντα περίπου χρόνια πριν από το ΣΕΚΕ/ΚΚΕ (στα 1891). Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ιδρύθηκαν στην Κροατία στα 1894, στη Σλοβενία στα 1896, στη Σερβία στα 1903, στη Ρουμανία στα 1909.

Την εθνική Αριστερά στη χώρα μας το 1918, χρόνο που ιδρύθηκε το ΣΕΚΕ, το οποίο το 1924 μετονομάστηκε σε ΚΚΕ, αποτελούσαν μερικές μικρές ομάδες εργατών και διανοουμένων με διαφορετική «πλατφόρμα» η καθεμία, που εμπνεύσθηκαν από τις σοσιαλιστικές ιδέες. Ήταν ένα ετερόκλητο σύνολο, χωρίς συμπαγή βάση. Το ιδεολογικό του στίγμα προσδίδουν στο Ιδρυτικό του Συνέδριο η αναφορά στην πάλη των τάξεων και ο χαιρετισμός στη Ρωσική Επανάσταση: «αποτελούσαν παγκόσμιον ιστορικόν γεγονός». Ήταν, όπως το απέδειξε επανειλημμένα, ένα κόμμα ελληνικό, πατριωτικό και διεθνιστικό συνάμα —το ελληνικό τμήμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Η διαφορετικότητα των στοιχείων που συγκροτούσαν το νεότευκτο κόμμα, η έλλειψη προετοιμαστικής φάσης —απουσία σοσιαλδημοκρατικής παράδοσης καθώς και επικοινωνίας με άλλα ομόλογα κόμματα— θα δυσκολέψουν την πορεία του. Αντίξοες ιστορικές συνθήκες σφράγισαν την ίδρυση του νέου φορέα και τον συνόδευσαν στην ιστορική διαδρομή του. Προϊόν μιας δύσκολης γέννας, τελευταίας στη σειρά της δημιουργίας παρόμοιων κομμάτων στα Βαλκάνια, το ΣΕΚΕ/ΚΚΕ φέρει τα σημάδια της, που το παρακολουθούν στην πορεία του προς μια «βίαιη ωρίμανση». Το πρώτο από αυτά ήταν η ανεπαρκής σχέση του με την κοινωνική αναφορά του, την ισχνή, κατακερματισμένη, ανομοιογενή εργατική τάξη μιας μικρής χώρας με πρόσφατα διαμορφωμένο καπιταλιστικό σχηματισμό, η δύσκολη γείωσή του στην ελληνική πραγματικότητα.

Με την εμφάνιση του ΣΕΚΕ, καταλύεται το πολιτικό μονοπώλιο της αστικής τάξης στο δημόσιο βίο της Ελλάδας και ανοίγει ο δρόμος για τη δημιουργία του κόμματος της εργατικής τάξης και των «εν δυνάμει» συμμάχων της —της «μικρομεσαίας αγροτικής φτωχολογιάς και των μικροεπαγγελματιών και μικροϋπαλλήλων», όπως ορίζουν τα κείμενα του Ιδρυτικού Συνεδρίου του ΣΕΚΕ, μετέπειτα ΚΚΕ.

Στην Ελλάδα, από το σοσιαλιστικό κίνημα απουσιάζει η σοσιαλδημοκρατική φάση. Το ελληνικό κίνημα δεν «πρόλαβε» τη Δεύτερη Διεθνή. Στερήθηκε έτσι τα οφέλη της επικοινωνίας με ομόλογα κόμματα πιο προχωρημένων χωρών. Οι σέρβοι σοσιαλδημοκράτες είχαν στενές σχέσεις με τους Γερμανούς, οι Βούλγαροι με τους Ρώσους. Μοναχικό, το ΣΕΚΕ αντιμετώπισε δύσκολα ζητήματα χωρίς την προετοιμασία ενός κοινού προβληματισμού, χωρίς τις εμπειρίες ενός ευρύτερου, διεθνούς πολιτικού και ιδεολογικού περιβάλλοντος.

 

Προσεγγίσεις εκ των ενόντων

Από το πρώτο εργατικό συνέδριο, τον Οκτώβρη του 1918

 

Ζητήματα που είχαν συζητηθεί και ερευνηθεί σε βάθος για δεκαετίες ολόκληρες στο χώρο που αρδευόταν από τις σοσιαλιστικές ιδέες —από το διάζευγμα «επανάσταση ή μεταρρύθμιση» ως τις άμεσες διεκδικήσεις— αντιμετωπίστηκαν στην Ελλάδα για πρώτη φορά στο πλαίσιο του νεοσύστατου ΣΕΚΕ, που τα «έσερνε», ανεπίλυτα προβλήματα, ως «φερτά αδρανή υλικά» στην ιστορική διαδρομή του. Θεωρητικές επεξεργασίες, πρακτικές λύσεις που απαιτούνταν άμεσα, χωρίς καμία καθυστέρηση, ένα αρθρωμένο, συνεκτικό σύστημα προτάσεων, που σε άλλα ευρωπαϊκά κόμματα ωρίμασαν μέσα από διαδοχικές προσεγγίσεις, το ΣΕΚΕ έπρεπε να το διαμορφώσει «εκ των ενόντων», «εν κενώ». Η απουσία ενός εργατικού, συνδικαλιστικού κινήματος, που σε άλλες χώρες αποτελούσε το «σχολείο» των πολιτικών αγώνων του σοσιαλιστικού κινήματος, θησαυροφυλάκιο συσσωρευμένης κοινωνικής, ταξικής πείρας, ερχόταν να προστεθεί στις δυσμενείς συνθήκες των πρώτων βημάτων του ΣΕΚΕ/ΚΚΕ.

Ο πολιτικός και ιδεολογικός πόλεμος στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα γύρω από τη στάση τους απέναντι στον επερχόμενο παγκόσμιο πόλεμο υπήρξε μεγάλη εκπαίδευση, στην οποία οι Έλληνες σοσιαλιστές/κομμουνιστές δεν έλαβαν μέρος. Η έλλειψη συνακόλουθων εμπειριών, η ανεπαρκής μαρξιστική παιδεία και το χαμηλό μορφωτικό τους επίπεδο χαρακτηρίζουν την αρχική φάση του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος και της οργανωμένης δομής του, του ΚΚΕ.

Σε αυτά τα «ελλείμματα» ήρθαν να προστεθούν οι επεμβάσεις από το εκάστοτε διεθνές κέντρο του κομμουνιστικού κινήματος, της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που μόνο μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1920 ήταν «και Κομμουνιστική και Διεθνής» (Αγγ. Ελεφάντης). Πριν φυσήξει ο παγερός άνεμος του σταλινισμού, η Διεθνής βοήθησε το ΚΚΕ να προσανατολιστεί «προς τις μάζες» και να αποκρούσει τη σαγήνη του ρεφορμισμού με τα βενιζελικά χρώματα. Οι 21 όροι της ΚΔ δεν εμπόδισαν το ΚΚΕ να είναι δημοκρατικό κόμμα στην πρώτη φάση της ζωής του. Ακολούθησαν οι επεμβάσεις του ΚΚΣΕ.

Μια άλλη 6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, που συνήλθε και αυτή έξω από τις κομματικές διαδικασίες και έξω από την Ελλάδα, τον Μάρτιο του 1956 στην πρωτεύουσα μιας ανατολικής χώρας, καθαίρεσε την ηγεσία Ζαχαριάδη και με τη δριμεία και εξειδικευμένη κριτική της για τη δράση της άλλαξε ριζικά την πολιτική του ΚΚΕ. Την Ολομέλεια αυτή συγκάλεσε «Διεθνής Επιτροπή» από κορυφαία στελέχη έξη ΚΚ (Ρουμανίας, Τσεχοσλοβακίας, Ουγγαρίας, Βουλγαρίας, Πολωνίας, Σοβιετικής Ένωσης) στο περιθώριο των εργασιών του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ, το οποίο ήταν ο εμπνευστής της σύστασής της και ο καθοδηγητής των ενεργειών της. Στον Ζαχαριάδη καταλογίστηκε η δημιουργία «ανώμαλου εσωκομματικού καθεστώτος», «αριστερίστικη εκτίμηση» του χαρακτήρα του επιδιωκόμενου κοινωνικού μετασχηματισμού στην Ελλάδα, καλλιέργεια «αντιδιεθνιστικών- σωβινιστικών» (δηλαδή αντισοβιετικών) τάσεων και σωρεία άλλων λαθών. Άλλη μια κορυφαία επέμβαση, που στέρησε το ΚΚΕ από τη δυνατότητα να επιχειρήσει με τις δικές του δυνάμεις και με αυτόνομες διαδικασίες να βγει από τη βαθιά κρίση του μετά την έκβαση του Εμφυλίου και να προχωρήσει στην ανατομία των λαθών του.

Το ΣΕΚΕ δημιουργήθηκε από τη συνένωση διάσπαρτων ομάδων μικτής σύνθεσης, από διανοούμενους ενήμερους για τις νέες ιδέες που είχαν παρουσιασθεί στη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη, φοιτητές και ελάχιστους τεχνίτες και εργάτες. Οι σοσιαλιστικές ιδέες εμφανίζονται στην Ελλάδα στις δεκαετίες του 1870 και 1880. Δημιουργούνται οι πρώτες ομάδες και μορφώματα, ορισμένες με διασυνδέσεις σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Θα χρειασθούν χρόνια για να εγγραφεί στην ημερησία διάταξη η ιδέα της συνένωσης τους σ’ έναν ενιαίο σχηματισμό. Στη δεκαετία του 1910 θα αρχίσουν σχετικές ζυμώσεις και θα εκδηλωθούν κινήσεις που θα προωθούν αυτή την ιδέα, που θα υλοποιηθεί το 1918 υπό την επίδραση της ισχυρής ακτινοβολίας της Οκτωβριανής Επανάστασης. Η ιδεολογική σκευή των διάσπαρτων, ανομοιογενών αυτών ομάδων θυμίζει τη «σούπα του φτωχού», την εικόνα που χρησιμοποιούσε ο Λένιν για τα συνονθυλεύματα ιδεών, θεωριών και προτάσεων.

Από τα τέλη του 19ου αιώνα, συγκροτούνται τα πρώτα συνδικάτα στη Σύρο, τον Πειραιά, την Αθήνα. Εργατικό και σοσιαλιστικό κίνημα βαδίζουν σε χωριστές, παράλληλες πορείες. Σταθμό θα αποτελέσει το τέλος του χωρισμού, τον οποίο ο Λένιν, θεωρούσε τόσο επιζήμιο. Το 1914 η «Φεντερασιόν», πρωτοποριακή σοσιαλιστική οργάνωση της Θεσσαλονίκης, είναι η ψυχή μεγάλης απεργίας καπνεργατών στη Μακεδονία. Οι αρχές αντιδρούν με τη σύλληψη και εκτόπιση στη Νάξο δύο σοσιαλιστών στελεχών της οργάνωσης. Είναι οι πρώτες εκτοπίσεις συνδικαλιστών της Αριστεράς.

 

Το ΚΚΕ αντιμέτωπο με την ιστορία

 

Το ΣΕΚΕ/ΚΚΕ προχωρεί αποσαφηνίζοντας και ολοκληρώνοντας τη φυσιογνωμία του, που δεν είναι δεδομένη. Γεννήθηκε τη στιγμή της διασταύρωσης δύο «παραδειγμάτων» του εργατικού κινήματος, του σοσιαλδημοκρατικού και του κομμουνιστικού. Το Ιδρυτικό Συνέδριο δεν προοικονομεί την κατεύθυνση της εξέλιξης. Και τα δύο ενδεχόμενα είναι ανοικτά. Το ποτάμι που τρέχει μπορεί να έχει εκβολή σε σοσιαλδημοκρατική κοίτη —η οποία υπάρχει εν δυνάμει. Ή στα αχαρτογράφητα νερά του κόμματος νέου τύπου. Το καταστατικό δεν εδέσμευε.

Η πρώτη σύγκρουση στο εσωτερικό του νεότευκτου κόμματος αφορούσε την ένταξή του στην Τρίτη Διεθνή. Όλοι την ήθελαν —εκτός από μερικούς δεδηλωμένους «δεξιούς»—, αλλά για διαφορετικούς λόγους και με διαφορετικούς τρόπους η κάθε πλευρά. Πλήρη, οργανική ένταξη ζητούσε η αριστερά του κόμματος —πρωτοστατούσε η νεολαία— αδιαφόριστη ένταξη οι «κεντριστές» (Μπεναρόγια), ιδεολογική μόνο ένταξη οι «μεταρρυθμιστές». Η απόφαση του Πρώτου Εθνικού Συμβουλίου να ανατεθεί στην ΚΕ η «προετοιμασία του εδάφους» για την προσχώρηση στην Τρίτη Διεθνή έχει ακριβώς αυτό το νόημα: Να μετατεθεί η πραγματοποίηση της ένταξης στο μέλλον, να μεσολαβήσει μια «ανάσα» γύρω από το θέμα και να διαμορφωθεί βαθμιαία μια συναίνεση.

Το ΣΕΚΕ ιδρύθηκε στην περίοδο που μεσουρανούσε ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Ο ηγέτης του αστισμού δεν ήταν αντίθετος στην ενοποίηση των σοσιαλιστικών ομάδων. Προσέβλεπε στη χρησιμοποίηση στην εξωτερική πολιτική της χώρας ενός σοσιαλιστικού κόμματος αρωγού των κυβερνητικών προσπαθειών στις σχέσεις της Ελλάδας με κράτη, όπου η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία είχε πρόσβαση σε υψηλά κλιμάκια. Πρόβαλε εξάλλου και τη στάση του υπέρ της εργατικής τάξης: Η Ελλάδα είχε προχωρημένη για την εποχή της εργατική νομοθεσία. Αλλά ο Βενιζέλος δεν απέκρυπτε το ταξικό πρόσημο της πολιτικής του. Συχνά δήλωνε ότι στόχος του ήταν η αποτροπή συμμαχίας μεταξύ εργατών και αγροτών, η οποία θα αποτελούσε «απειλήν δια το κεφάλαιον και το καθεστώς».

Παρά την ταξική αντιπαλότητα, το Κόμμα των Φιλελευθέρων δεν μπορούσε να μη θεωρηθεί ως εν δυνάμει σύμμαχος του ΚΚΕ απέναντι στην παράταξη του μοναρχισμού και της ακραίας συντήρησης. Ταυτόχρονα, ενσάρκωνε τον κίνδυνο της συσσωμάτωσης των υποτελών τάξεων στο σύστημα. Στην «Τρίτη Περίοδο» της ΚΔ, όταν κυριαρχούσε η συνθηματολογία για το «σοσιαλφασισμό» και για την ανάγκη του «κύριου χτυπήματος» εναντίον των εγγύτερων δυνάμεων, την αντινομία εξουδετέρωνε —τεχνητά— η έξαρση του σεχταρισμού. Αλλά διαχρονικά η σχέση του ΚΚΕ με το Φιλελεύθερο «Κέντρο» υπήρξε το «σταυρικό πρόβλημα» για την Αριστερά (Ηλίας Ηλιού). Ο δογματισμός της ηγεσίας καθιστούσε δυσκολότερη την αντιμετώπισή του, με τη συνεχή αναγωγή του ζητήματος στην ιδεολογική, ταξική αντιπαράθεση, η οποία παρεμπόδιζε το χειρισμό του προβλήματος στη βάση της αναζήτησης, στο μέτρο του εφικτού, ενός πραγματολογικού «κοινού προγράμματος» εναντίον της αντίδρασης, εφ’ όσον διαπιστώνονταν σύμπτωση ορισμένων άμεσων στόχων.

Το «σταυρικό πρόβλημα» συγκαταλεγόταν στα «αδρανή υλικά» που το ΚΚΕ «έσερνε μαζί του» στην ιστορική του διαδρομή. Σ’ αυτά συμπεριλαμβάνονταν και οι «εκκρεμοδικίες της Ιστορίας»: Η απουσία (ή η καθυστέρηση) «επίσημης» κομματικής θέσης για ιδιαιτέρως σημαντικά θέματα (συμφωνία του Λιβάνου, Δεκεμβριανά, Εμφύλιος πόλεμος κλπ) που είχαν εντοπισθεί, είχε θεωρηθεί ως ενδεχόμενη αυτοκριτική. Θέματα που παρέμεναν «εν υπνώσει», λάθη χωρίς ουσιαστική διακρίβωση των αιτίων. Στο φορτίο προστίθεται η συχνή πρακτική των ηγετικών ομάδων: Κάθε νέα ηγεσία «διαγράφει» το έργο της προηγούμενης, ακόμη και αν δεν έχει προηγηθεί πολιτική καταδίκη. Τα κενά αυτά ανακυκλώνουν ή συντηρούν προβλήματα. Το Κόμμα εμφανίζεται να ακυρώνει την ιστορία του.

Πριν περάσουν δύο χρόνια από την ίδρυσή του, το νεαρό, άπειρο ΣΕΚΕ βρίσκεται μπροστά στο μείζον γεγονός της ιστορίας του νεοελληνικού κράτους στην εποχή του Μεσοπολέμου: Τη Μικρασιατική Καταστροφή. Το ΣΕΚΕ ήταν το μόνο ελληνικό κόμμα που αντιτάχθηκε στην τυχοδιωκτική εκστρατεία στην οποία ώθησαν την Ελλάδα οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές χώρες. Ανέπτυξε οργανωμένη αντιπολεμική δραστηριότητα στο μέτωπο. Η Μικρασιατική εκστρατεία κατέληξε σε τρομακτική κατάρρευση μέσα σε ασύλληπτο χάος. Στρατηγοί με τα επιτελεία τους συλλαμβάνονται αιχμάλωτοι από τους Τούρκους που πυρπολούν τη Σμύρνη, στρατιώτες πετούν τα όπλα τους. Ο πανικός και η αναταραχή μεταδίδονται στην Ελλάδα. Το κράτος αποσυντίθεται, το καθεστώς ρηγματώνεται, σύγχυση και παράλυση εκδηλώνεται στους κόλπους του. Η χώρα βρίσκεται στα πρόθυρα επαναστατικής κρίσης. Το ΣΕΚΕ, η ηγεσία του, τα μέλη και τα στελέχη του, όσα δεν βρίσκονται στις φυλακές για την αντιπολεμική τους δράση, παρακολουθούν παθητικά, χωρίς να παρεμβαίνουν την κατάσταση. Κανείς δεν αναλαμβάνει την ευθύνη για την αντιμετώπιση των συνθηκών για την κοινωνική ανατροπή, που δείχνουν να ωριμάζουν με ταχείς ρυθμούς.

Αλλά μέσα σ’ αυτό το χάος, το ΣΕΚΕ αποτελεί υπολογίσιμη δύναμη, όπως φαίνεται από την κρούση του βασιλιά, με απεσταλμένο του στις φυλακές, στον κρατούμενο γραμματέα του κόμματος, Κορδάτο, να μετάσχει το κόμμα σε νέα κυβέρνηση, γιατί «μόνο στους κομμουνιστές θα υπακούσουν οι στρατιώτες». Όμως το θέμα δεν είναι η άρνηση στην πρόταση του Στέμματος, είναι η γενικότερη παθητικότητα και αδράνεια που έδειξε το ΣΕΚΕ στις τόσο κρίσιμες αυτές ώρες. Δεν κατέβαλε καμία προσπάθεια ν’ ανταποκριθεί στη μεγάλη πρόκληση που αντιπροσώπευε για την επαναστατική Αριστερά η καθεστωτική κρίση που προέκυψε από την κατάρρευση του Μικρασιατικού Μετώπου.

 

Δάφνες και ελλείμματα

Το 1914 η «Φεντερασιόν», σοσιαλιστική οργάνωση της Θεσσαλονίκης, είναι η ψυχή μεγάλης απεργίας καπνεργατών στη Μακεδονία.

 

Παρόλες, ωστόσο, τις μεγάλες δυσκολίες της ιστορικής του διαδρομής, το ΚΚΕ αναπτύχθηκε, βρήκε τον βηματισμό του, πρωτοστάτησε σε δημοκρατικούς και κοινωνικούς αγώνες. Γεύτηκε την ευφορία της νίκης και την πικρία της ήττας σε κρίσιμες καμπές της εθνικής μας ζωής. Μεγαλούργησε στο κίνημα της Εθνικής Αντίστασης. Παγιδεύτηκε στην Κατοχή από τους άγγλους ιμπεριαλιστές και, κάτω από το ψυχρό βλέμμα των Σοβιετικών, που πρότασσαν τα κρατιστικά, οικονομιστικά τους συμφέροντα, αφέθηκε να διολισθήσει στον καταστρεπτικό εμφύλιο πόλεμο. Το ΚΚΕ έδωσε, ταυτόχρονα, σκληρές μάχες εναντίον της ιδεολογίας του ταξικού συμβιβασμού, της ηττοπάθειας απέναντι στις δυνάμεις του ιμπεριαλισμού, του πνεύματος της υποτέλειας και της μιζέριας. Αλλά απόκτησε τη ροπή προς την συχνή υποτίμηση του συσχετισμού των δυνάμεων, προς τις άκαιρες συγκρούσεις και προς την παραμέληση του στρατηγικού σχεδιασμού.

Το ΚΚΕ βάδιζε έτσι σε ένα έδαφος ναρκοθετημένο από τα «ελλείμματά» του παρελθόντος, που προσφερόταν για τη στρέβλωση ενός «ανώμαλου εσωκομματικού καθεστώτος» και για την παράλυσή του από την εξάρτησή του από το ΚΚΣΕ, από το οποίο παρέλαβε, και αφομοίωσε συν τοις άλλοις, και τον αβαθή, σχηματικό και δογματικό σοβιετικό μαρξισμό. Η συσσώρευση όλων αυτών των βαρών είχε φτάσει στα όριά της όταν το κόμμα αιφνιδιάστηκε και αποδείχτηκε ανήμπορο να αντιμετωπίσει το στρατιωτικό πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Είχε έρθει η ώρα της αλήθειας. Αποκαλύπτονταν το αληθινό περιεχόμενο της διαπάλης στο ελληνικό πολιτικό σύστημα που κρατούσε ανάστατη τη χώρα σ΄ όλη τη δεκαετία του 1960. Το κράτος των νικητών του εμφυλίου, το Παλάτι, η ηγεσία του στρατού, η ακροδεξιά, οι παρακρατικές οργανώσεις ήταν αποφασισμένοι να μην παραδώσουν την εξουσία σε οποιοδήποτε άλλο πολιτικό σχήμα, γέννημα, έστω, του ελληνικού αστισμού. Δεν το εμπιστεύονταν. Και γι’ αυτό ουσιαστικά δεν παρέδωσαν την κυβέρνηση στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία της Ένωσης Κέντρου (ΕΚ), την οποία συνεχώς υπονόμευαν, μέχρις ότου αποφάσισαν να την ανατρέψουν με πολιτικό τρόπο, τον Ιούλιο του 1965. Το κεντρικό επίδικο της περιόδου ήταν πόσο θα μπορούσε να διαρκέσει η αμφίρροπη αυτή διάταξη των δυνάμεων —η ισχυρή, σκληρή δεξιά που νέμονταν χρόνια τώρα την εξουσία, η ανερχόμενη συσπείρωση του «ήπιου αστισμού», η «Ένωση Κέντρου» και η ακατάβλητη μαχητική Αριστερά με τα μαζικά κοινωνικά κινήματα που επηρέαζε. Πόσο θα συνέχιζαν να βρίσκονται σε μια ασταθή ισορροπία περιορισμένης αντοχής. Η καταστροφή της ισορροπίας θα συνεπάγονταν είτε την εδραίωση και την απόλυτη κυριαρχία του ακροδεξιού συγκροτήματος είτε το άνοιγμα του δρόμου για την ομαλοποίηση της πολιτικής ζωής με την επιβολή μιάς δυτικού τύπου κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Συμμετρικά, τον άλλο πόλο του δυαδικού αυτού συστήματος κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια να θέσει υπό τον έλεγχό της η δοτή ηγεσία του ΚΚΕ. Το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα ήταν οργανωτικά διχασμένο. Η δοτή ηγεσία του ΚΚΕ ήταν εγκατεστημένη στο εξωτερικό. Στην Ελλάδα οι κομμουνιστές ήταν ενταγμένοι και δρούσαν στο πλαίσιο του πολιτικού σχηματισμού της ΕΔΑ, καθοδηγούμενου από την ηγεσία του ΚΚΕ, ο οποίος είχε όμως κατακτήσει σημαντικό βαθμό αυτονομίας. Αποκομμένη από τη σύνθετη, περίπλοκη ελληνική πραγματικότητα η δοτή ηγεσία του ΚΚΕ αδυνατούσε να συλλάβει το επίδικο της σύγκρουσης στη χώρα. Πίστευε ότι είναι δυνατό να επικρατήσει στον άλλο πόλο του συστήματος, απορροφώντας την ΕΔΑ και υποσκελίζοντας την ΕΚ, αφού θα επέβαλε τη de facto νομιμοποίηση του ΚΚΕ. Υποτιμούσε εξ άλλου μέχρις εθελοτυφλίας τον κίνδυνο του στρατιωτικού πραξικοπήματος.

 

Η κρίσιμη στιγμή της δικτατορίας

 

Το στρατιωτικό πραξικόπημα πραγματοποιήθηκε. Μπροστά σ’ αυτό το «τετελεσμένο γεγονός», η ηγεσία του ΚΚΕ αισθανόταν απαλλαγμένη από κάθε αναστολή, απερίσπαστη και ανεμπόδιστη να προχωρήσει στη μεγάλη εκκαθάριση των γραμμών του από κάθε «ρεβιζιονιστικό στοιχείο». Αυτή άλλωστε ήταν η πολιτική του Μπρέζνιεφ που διαδέχθηκε στην ηγεσία της ΕΣΣΔ τον Χρουστώφ της περιορισμένης αποσταλινοποίησης. Ήταν η ώρα του δόγματος της «περιορισμένης κυριαρχίας» και της εξουδετέρωσης κάθε αμφισβήτησης στην Τσεχοσλοβακία, την Ελλάδα, την Κεντρική Ευρώπη, της επικράτησης του μονολιθικού «Διεθνούς Κέντρου» του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος. Ήταν η ώρα των αποφάσεων της 12ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ, που στόχευαν στην εκκαθάριση του κόμματος. Αλλά ένα μεγάλο μέρος των μελών του κόμματος, οι ανυπότακτοι κομμουνιστές, αρνήθηκαν να τις αποδεχθούν. Αποτόλμησαν ένα έσχατο εγχείρημα ανάταξης και απεξάρτησης του κόμματος, απαλλαγής του από το αρνητικό μέρος της ιστορίας του, από τα «φερτά, αδρανή υλικά» του παρελθόντος που «έσερνε» μαζί του. Έκοψαν το Γόρδιο δεσμό.

Εντύπωση προκαλεί το ισχνό πολιτικό πλαίσιο της σύγκρουσης. Το βάρος των «εκκρεμοτήτων της Ιστορίας», παλαιότερων αλλά και νεότερων (Εμφύλιος αλλά και προδικτατορική περίοδος), δεν προβάλλεται στο πεδίο της εσωκομματικής σύγκρουσης. Μείζονος σημασία γεγονότα παραμένουν βυθισμένα στο ημίφως του κομματικού παρελθόντος, που πολλοί αγνοούν —ή θέλουν να το αγνοούν. Στο πεδίο της καθημερινής αντιπαράθεσης κυριαρχούν διαδικαστικά ζητήματα (πλειοψηφία-μειοψηφία, κομματική νομιμότητα κλπ.), οι δηλώσεις διακηρυκτικού (και απολίτικου) τύπου για την ανάγκη της «ενότητας».

Το πρόβλημα ήταν πολύ βαθύτερο. Ο ψυχρός πόλεμος το είχε «παγώσει», όπως και πολλά ανάλογα προβλήματα του διεθνούς κινήματος —ή του «παγκόσμιου σοσιαλιστικού στρατοπέδου» κατά την «επίσημη» ορολογία. Το ελληνικό αριστερό κίνημα είχε διεισδύσει πολύ βαθιά στις γραμμές του αντιπάλου, αλλά με πολλές αδυναμίες στις δικές του γραμμές. Έκλεινε μέσα του μια μεγάλη αντίφαση, που το έκανε να μοιάζει με τον Ιανό της αρχαιότητας: Ένα σώμα, δύο πρόσωπα —το ένα στραμμένο στα εμπρός, το άλλο στα πίσω. Ήταν απαραίτητο να σταθεροποιηθούν οι κατακτήσεις στα εχθρικά μετόπισθεν και να «χωνευτούν» οι «ιστορικές εκκρεμότητες» στο εσωτερικό του, να εκκαθαριστεί το παρελθόν, να αφομοιωθεί, αφού μελετηθεί, η κοινή πείρα και να επιλυθούν οι σημερινές αντιθέσεις, με μια ειλικρινή αναγνώριση των διαφορών και με ανοικτό διάλογο. Το κόμμα έπρεπε ν’ αφήσει να φυσήξει στο εσωτερικό του ο καθαρός αέρας της απαλλαγής του από τις πνιγηρές καταστάσεις. Να αποκαταστήσει το ενιαίο πρόσωπο του Ιανού. Προτιμήθηκε από ένα μέρος του, με την παρακίνηση ενός νεοσταλινικού διεθνούς κέντρου, ο δρόμος της διάσπασης.

Οι αιτίες είναι προφανείς. Η συγκυρία, πρώτα, το βάρος της δικτατορίας και των συνεπειών της, οι διώξεις, οι μη ευοίωνες προοπτικές της Αντίστασης. Έπειτα, ο τρόπος λειτουργίας των οργανώσεων του ΚΚΕ. Το κυρίαρχο πνεύμα του πρακτικισμού που έθετε στο περιθώριο παρόμοιες «ιστορικές εκκρεμότητες» που παρέπεμπαν στο παρελθόν. Σ΄ αυτόν τον τρόπο λειτουργίας, τη θέση ενός βαθύτερου πολιτικού προβληματισμού έπαιρνε η επιφανειακή πολιτική «ανάλυση» της επικαιρότητας και των «καθηκόντων» που απορρέουν απ’ αυτήν.

Δύο λόγοι ακόμη: Τα διαφορετικά επίπεδα ανέλιξης των ατομικών συνειδήσεων των μελών και στελεχών του κόμματος. Η ανέλιξη δεν γίνεται με τους ίδιους ρυθμούς. Ο συγχρονισμός επέρχεται μέσα στις τρέχουσες κομματικές λειτουργίες και διαδικασίες, πράγμα που δεν μπορούσε να γίνει στην προκείμενη περίπτωση. Υπήρχε επίσης ο διαχωρισμός των «μέσα» και των «έξω». Έξω ήταν η έδρα του καθοδηγητικού κέντρου, γίνονταν συζητήσεις και αντιπαραθέσεις απόψεων και γραμμών, παίρνονταν οι αποφάσεις. Ήταν επόμενο εκεί πρώτα να εκδηλωθούν οι διαφωνίες, να διαμορφωθούν οι απόψεις, να συγκροτηθούν συσπειρώσεις. Ενώ «μέσα» υπήρχαν διάσπαρτα κομματικά μέλη με ανανεωτικές απόψεις και με επικοινωνία με τα ρεύματα του δυτικού μαρξισμού, αλλά που και όταν αντάλλασσαν γνώμες, δεν απομακρύνονταν από το πνεύμα της διαφύλαξης της «ενότητας» του κόμματος.

Οι δύσκολες αυτές συνθήκες τιμούν ακόμη περισσότερο εκείνους τους ανυπότακτους κομμουνιστές που, αψηφώντας το κλίμα, αντιστάθηκαν στις επιδιώξεις της δοτής ηγεσίας και αντιμετώπισαν με τόλμη το «ρίσκο» της διάσπασης. Καρπός των βασανιστικών, δύσκολων προσπαθειών τους υπήρξε το βραχύβιο σχήμα του ελληνικού ευρωκομμουνισμού, το ΚΚΕ εσωτερικού, θαρραλέα αναγνώριση των αδιεξόδων του «υπαρκτού» και λάβαρο αναζήτησης του «σοσιαλισμού με δημοκρατία και ελευθερία». Μέσα από μια μακρόχρονη διαδικασία μετάβασης και μεταβολής πολιτικών σχημάτων και εξέλιξης ιδεών, η πρώτη αυτή προσπάθεια ανανέωσης της κομμουνιστικής και ευρύτερης ελληνικής Αριστεράς έδωσε ποικίλους και πλούσιους καρπούς, ανάμεσα στους οποίους και τη σημερινή κυβέρνηση με το αριστερό πρόσημο. Η αναγγελία της ρήξης με το αρνητικό μέρος της ιστορικής κληρονομιάς του ΚΚΕ έγινε από τον κομματικό ραδιοσταθμό, κεντρικό κρίκο ενός συστήματος εξουσίας που είχε οικοδομήσει έξω από την Ελλάδα η ηγετική ομάδα, με την υποστήριξη των μηχανισμών του «υπαρκτού». Το ραδιοσταθμό αυτό «κατέλαβαν» με μια συμβολική ενέργεια οι ανυπότακτοι κομμουνιστές. Το νόημα αυτής της ενέργειας συμπυκνώνεται στο συμβολισμό της ρήξης, που κλείνουν τώρα πενήντα χρόνια από την πραγματοποίησή της.

Σε μια ιστορική διαδρομή μισού αιώνα, άνισες, σκληρές μάχες με περήφανες νίκες και βαριές ήττες, με μακρόχρονη ζωή σε συνθήκες παρανομίας χαρακτηρίζουν το ΚΚΕ. Αλλά και οδυνηρά χτυπήματα από επεμβάσεις στο εσωτερικό του προερχόμενες από κέντρα που δεν ανήκαν στο αντίπαλο ταξικό και πολιτικό στρατόπεδο. Μακρόχρονη διαδρομή, πεισματικές μάχες. Δομικά προβλήματα συνδεόμενα με τις συνθήκες της γέννησής του. Λάθη πολιτικά, και μεγάλα, θεμιτά και αθέμιτα. Εσωτερική ζωή που τείνει να είναι δημοκρατική, με ελεύθερο διάλογο, που συναντά μεγάλες δυσκολίες και εμπόδια στο δρόμο του. Πιστό στα ιδανικά του, συνεπές στις κορυφαίες επιλογές του, το ΚΚΕ είχε φτάσει ωστόσο στο σημείο όπου το συντριπτικό βάρος των αρνητικών καταστάσεων του παρελθόντος, οι «εκκρεμότητες της ιστορίας», η αέναη συσσώρευση προβλημάτων δεν ήταν πλέον συμβατά με το προχώρημά του. Όλα είχαν γίνει ένας αξεδιάλυτος κόμπος. Ένας Γόρδιος δεσμός. Τον Φεβρουάριο του 1968 οι κομμουνιστές της ανανέωσης τόλμησαν να τον κόψουν.