Από το όραμα στην πράξη

Ο Τάσος Τρίκκας, δημοσιογράφος, ιστορικός ερευνητής και συγγραφέας, μέλος της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς ιστορικών στελεχών του αριστερού κινήματος στη χώρα μας, δίνει σε λίγες μέρες στην κυκλοφορία το νέο του βιβλίο, «Από το όραμα στην πράξη» (εκδόσεις Θεμέλιο). Το βιβλίο πραγματεύεται τις δυναμικές των σχέσεων ΚΚΕ και Κομμουνιστικής Διεθνούς. Παρουσιάζουμε σήμερα στην «Εποχή» μια προδημοσίευση του έργου, ευχαριστώντας τον συγγραφέα.

trikkas1

Το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Έλλάδας, το οποίο αργότερα θα μετονομαστεί σε «Κομμουνιστικό Κόμμα – Ελληνικό Τμήμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς», είναι το τελευταίο στη σειρά σοσιαλιστικό/κομμουνιστικό κόμμα που ιδρύθηκε στη βαλκανική χερσόνησο. Το ιδρυτικό του Συνέδριο πραγματοποιήθηκε στις 4-10 Νοεμβρίου του 1918, αλλά η Ιστορία του ελληνικού σοσιαλιστικού κινήματος ανατρέχει αρκετά χρόνια πιο πίσω. Οι πρώτες κινήσεις, οι οποίες αποτελούσαν μικρές συσπειρώσεις γύρω από ορισμένα πρόσωπα –ιδεολογικούς «πολέμαρχους» της εποχής–, εμφανίστηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα. Οι κυριότερες ήταν ο «Σύνδεσμος των Εργατικών Τάξεων», ομάδα διανοουμένων γύρω από τον φαβιανό Πλάτωνα Δρακούλη, το «Σοσιαλιστικό Κέντρο Αθήνας» του Ν. Γιαννιού, φορέα των επιρροών του γαλλικού σοσιαλισμού, και ο «Σοσιαλιστικός Όμιλος Νεολαίας» των Δ. Λιγδόπουλου και Φρ. Τζουλάτη, που ελκύονταν από το παράδειγμα των ρώσων Μπολσεβίκων.
[…] Η άποψη αυτή ότι η εμφάνιση των σοσιαλιστικών ιδεών στη χώρα είναι το αποτέλεσμα της βιομηχανικής επανάστασης, γύρω από το 1870, όταν πυκνώνουν οι γραμμές της εργατικής τάξης, δεν ευσταθεί. Είναι γνωστό ότι σοσιαλισμός και εργατικό κίνημα στην αρχή βάδιζαν χωριστά, για να συναντηθούν αργότερα.
[…] Η υστέρηση στην εμφάνιση του οργανωμένου σοσιαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα οφείλεται σε άθροισμα πολλών παραγόντων –κοινωνικών, ιστορικών, πολιτικών. Η πολλαπλότητα των παραγόντων συνήθως παραβλέπεται, και η υστέρηση ανάγεται κυρίως στο χαμηλό επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης της χώρας και τη συνακόλουθη ισχνή παρουσία της εργατικής τάξης. Η εκτίμηση αυτή, που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, είχε σοβαρές αρνητικές συνέπειες, καθώς έθεσε εξαρχής σε ατελή, ανεπαρκή βάση τις προσπάθειες για τη χάραξη μιας κατάλληλης, γειωμένης στην ελληνική κοινωνία στρατηγικής και τακτικής του σοσιαλιστικού κινήματος.
[…] Ιστορικές συνθήκες και καταστάσεις της συγκυρίας σφράγισαν την ίδρυση του νέου φορέα και τον συνόδευσαν σε μεγάλο μέρος της διαδρομής του. Στις πρώτες συγκαταλέγεται η απουσία σοσιαλδημοκρατικής παράδοσης –παράγοντας που δεν υπήρξε στις άλλες χώρες της Βαλκανικής. Το ΣΕΚΕ/ΚΚΕ δεν προήλθε από τη διάσπαση ενός ενιαίου σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, όπως συνέβη σε άλλες χώρες (Γαλλία, Ιταλία), όπου στη διαδικασία του διαχωρισμού μορφοποιήθηκαν τα επίδικα και κρίθηκαν οι καθοριστικές επιλογές, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.

Αλλαγή παραδείγματος

Τις εγγενείς δυσχέρειες συγκρότησης του ΣΕΚΕ επαυξάνουν οι δυσκολίες προσαρμογής προς το προβαλλόμενο πρότυπο των κομμάτων της Τρίτης Διεθνούς. Στην «καθαρή» του μορφή πρόκειται για το πρότυπο του κόμματος των Μπολσεβίκων. Αλλά στη νεοσύστατη Διεθνή συμμετέχουν και άλλα Κ.Κ. με ορισμένες ιδιαιτερότητες. Ουσιαστικά, η πρόταξη της ρωσικής επαναστατικής πρωτοπορίας στο διεθνές κίνημα, συμπίπτει με τη φάση της «αλλαγής παραδείγματος» του διεθνούς σοσιαλιστικού κινήματος. Η ίδρυση του ΣΕΚΕ «κλειδώνει» χρονικά με την εγκατάλειψη του σοσιαλδημοκρατικού «παραδείγματος» της Δεύτερης Διεθνούς και τη βαθμιαία ολοκλήρωση του νέου τριτοδιεθνιστικού «παραδείγματος», με πρότυπο το κόμμα νέου τύπου του Λένιν.
Η σύμπτωση αυτή προσθέτει και άλλες σοβαρές δυσχέρειες στο εγχείρημα του ΣΕΚΕ. Είναι τα προβλήματα δομικού χαρακτήρα που καλείται να επιλύσει σε μια μεταβατική φάση. Το νεότευκτο κόμμα βρίσκεται μπροστά σε κρίσιμες αποφάσεις, που τα αποτελέσματά τους είναι συχνά αμφίσημα.
Η επιλογή του μοντέλου του «κόμματος νέου τύπου», με απόφαση του ΣΕΚΕ/ΚΚΕ, που επιβλήθηκε στο πλαίσιο της Κ.Δ., καθώς και της αντίστοιχης οργανωτικής διάρθρωσης, συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην αποτροπή του κινδύνου να προκύψει ένας πολιτικός σχηματισμός με χαρακτηριστικά χαλαρότητας, αμορφίας και αδυναμίας για αποτελεσματική παρέμβαση και δράση στην κοινωνία και το πολιτικό εποικοδόμημα. Η διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας, με την κινητικότητα και τη σχετική ασάφεια των ταξικών δομών, την απομόνωση και τον «επαρχιωτισμό» των ιδρυτικών ομάδων του ΣΕΚΕ, καθώς και η πόλωση βενιζελισμού-αντιβενιζελισμού αποτελούσαν συνθήκες που ευνοούσαν τη διαμόρφωση ενός σοσιαλδημοκρατικού τύπου χαλαρού πολιτικού σχηματισμού. Η άλλη όψη του νομίσματος είναι η επιλογή του σοβιετικού κομματικού μοντέλου, που θα περιλαμβάνει, όμως, έναν ασφυκτικό νάρθηκα, ο οποίος θα περιβάλλει το κόμμα του ελληνικού σοσιαλισμού, δυσκολεύοντας και στρεβλώνοντας την αυτοφυή ανάπτυξή του, ενώ θα περιορίζει τη διαφαινόμενη δυναμική της έκφρασης από αυτό της αυτόχθονος, λαογενούς Αριστεράς.

Κοινωνική σύνθεση

Η κοινωνική σύνθεση του ΚΚΕ εξετάζεται συχνά με μονομερή τρόπο, που χρησιμοποιεί αφηρημένα ιδεολογικά, «επιστημολογικά» κριτήρια. Το κόμμα συγκρίνεται με έναν ιδεότυπο, προς τον οποίο πρέπει να ανταποκρίνεται για να αξιολογηθεί ανάλογα. Αλλά τα στατιστικά στοιχεία και τα πορίσματα των κοινωνικών αναλύσεων για να «αποφανθεί» κανείς αν το ΚΚΕ ήταν ή όχι «το κόμμα της εργατικής τάξης», δεν είναι επαρκή, ούτε είναι άλλωστε απαραίτητα. Ή, μάλλον, δεν έχουν καθοριστική σημασία τα χρήσιμα, οπωσδήποτε, σε κάθε σχετική διερεύνηση, αυτά στοιχεία.
Παρά τον εμπειρικό, στην περίπτωση αυτή, τρόπο προσέγγισης, η αναγνωρισιμότητα του ΚΚΕ ως κόμματος της εργατικής τάξης και του εργαζόμενου λαού είναι πιο ουσιαστικό κριτήριο. Καιροφυλακτούν εδώ, έτοιμοι να εκτοξεύσουν κατηγορίες για «ιστορικισμό», όσοι αντιτίθενται στην εξέταση των σχετικών ζητημάτων από τη σκοπιά της πολιτικής ανάλυσης «γεγονοτικών» καταστάσεων στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο. Θεμιτές οι αντιρρήσεις, και δεν θα μπορούσαν να αποκρουσθούν με ισοδύναμους ψόγους για «κοινωνιολογισμό» ή για «εργαλειακή χρήση» της ιδεολογίας. Η συζήτηση, που είναι αναγκαία, πρέπει να εστιασθεί σε συγκεκριμένα προβλήματα που εντοπίζονται σε γεγονότα, όπως, για παράδειγμα, ο ρόλος της μαζικής εισροής των προσφύγων από τη Μικρά Ασία στην πρώτη φάση της εμφάνισης του ΣΕΚΕ/ΚΚΕ στην ελληνική πολιτική σκηνή.
Η διαπίστωση της ανεπάρκειας, της αδυναμίας της τότε ηγεσίας του ΣΕΚΕ/ΚΚΕ να αντιμετωπίσει με σωστό τρόπο τη λαϊκή αγανάκτηση στην περίοδο της Μικρασιατικής Καταστροφής, όταν τα «αναχώματα» που αναφέρθηκαν πιο πάνω είχαν υποστεί βαθιές ρηγματώσεις, δεν προσφέρεται για γενικεύσεις. Η απώλεια της «ευκαιρίας» για μια συνάντηση, τις ώρες εκείνες, του ΣΕΚΕ/ΚΚΕ με ευρύτατες λαϊκές μάζες, συνάντηση που ενδεχομένως θα μπορούσε να το αναδείξει από τότε σε μεγάλο μαζικό κόμμα με ρόλο εθνικής εμβέλειας –όπως έγινε με το ΚΚΕ των χρόνων της χιτλερικής κατοχής–, δεν τεκμηριώνει το στίγμα της επαγγελίας μιας αδύνατης επανάστασης. Εκείνο που μπορεί να υποστηριχθεί με βεβαιότητα, είναι ότι το «ανήλικο» (τέσσερα χρόνια μετρούσε η ζωή του), ανώριμο και κάτισχνο κόμμα, η ηγετική ομάδα και οι οργανώσεις του, μέσα στη συγκεκριμένη συγκυρία με τις τόσες ιδιαιτερότητες, έδειξε πλήρη αδυναμία στρατηγικού προσανατολισμού και διαμόρφωσης κατάλληλης τακτικής. Αδυναμίας που οι ρίζες της βρίσκονταν στην πολιτική και ιδεολογική σκευή του, στην οποία εντασσόταν και «το είδος της επαγγελίας» που, όπως επισημαίνει ο Άγγ. Ελεφάντης, «το ηγετικό κόμμα κατασκεύαζε για το παρόν και το μέλλον του κινήματος». Σκευής, όπου ο «σοσιαλφασισμός» και τα συμπαρομαρτούντα στους τομείς της ιδεολογίας, της πολιτικής πρακτικής και της οργάνωσης είχαν κεντρική θέση, σύμφωνα με τη γενικότερη γραμμή της Κ.Δ. στην Τρίτη Περίοδο του τέλους της καπιταλιστικής σταθεροποίησης, κατά το χαρακτηρισμό του Έκτου Συνεδρίου της.

Πρόβλημα ηγεσίας

trikkas2

Το θέμα της ηγεσίας του ΣΕΚΕ και της επάρκειάς της παραπέμπει στον τρόπο της συγκρότησης του κόμματος (ενοποίηση, χωρίς προετοιμασία, ασύνδετων ομαδώσεων), την απουσία πολιτικής διαπαιδαγώγησης (έλλειψη σοσιαλδημοκρατικής παράδοσης, εμβρυακό συνδικαλιστικό κίνημα, χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, ένδεια της θεωρητικής σκευής των ελάχιστων διανοουμένων του χώρου). Αρνητικό ρόλο διαδραμάτισαν επίσης οι περισσότερες –αν όχι όλες– οι παρεμβάσεις της Κ.Δ. στην ανάδειξη ή το διορισμό των στελεχών του ΣΕΚΕ.
Καθοριστικής σημασίας είναι και οι αδυναμίες της αναδεικνυόμενης ηγεσίας, αδυναμίες που θα συνοδεύσουν το κόμμα στη διαδρομή του. Από την ηγεσία λείπει η ιστορική συνέχεια. Πολιτικές «γενεές» διαδέχονται η μια την άλλη, συνήθως με όχι τόσο «ομαλό» τρόπο (η γενιά των ιδρυτών διανοουμένων και συνδικαλιστών, η γενιά των νέων κομμουνιστών του Μικρασιατικού μετώπου, η γενιά των αποφοίτων των σοβιετικών κομματικών σχολών, η γενιά των Ακροναυπλιωτών). Παίρνοντας τα ηνία, κάθε γενιά αγνοεί ή σβήνει το έργο της προηγούμενης –είναι σαν να διαγράφει κάθε φορά το κόμμα μέρος της ιστορίας του.
Σημαντικότερη, διαχρονική αδυναμία των ηγετικών ομάδων είναι η ανικανότητα «να σηκώσουν τον πήχη» πάνω από τον καθημερινό πολιτικό ακτιβισμό (και το φραξιονισμό, συχνά) και να αναπτύξουν την κυκλοφορία των ιδεών μέσα στο κόμμα, εμπλουτίζοντας τη θεωρητική σκευή του. Την ιδεολογική ένδεια του κόμματος έχουν κατά καιρούς ομολογήσει επιφανή στελέχη του. Σε αυτή τη συνάφεια εντάσσεται και η έλλειψη οργανικών διανοουμένων που χαρακτηρίζει το ελληνικό εργατικό κίνημα (η περίπτωση του Δημήτρη Γληνού ξεχωρίζει), γιατί ο αστισμός είχε τους δικούς του οργανικούς διανοούμενους (χαρακτηριστικό φαινόμενο, η «γενιά του ’30»).
Τον πολιτικό ακτιβισμό ευνοεί εξάλλου μια ελληνική ιδιαιτερότητα: η χρονίζουσα απόσταση ανάμεσα στο πολιτικό και το κοινωνικό επίπεδο. Το πολιτικό βραχυκυκλώνει και επικαλύπτει το κοινωνικό. Χαρακτηριστικά παραδείγματα, ο «εθνικός διχασμός», όπου η αντίθεση βενιζελισμού-αντιβενιζελισμού κυριάρχησε απόλυτα στη δεκαετία του ’20, παραμερίζοντας τις κοινωνικές αντιθέσεις της περιόδου. Και τη δεκαετία του ’60 –άλλο παράδειγμα– ο «ανένδοτος αγώνας» κατά των «αποστατών» και της Αυλής, που επικάλυψε τις έντονες κοινωνικές αντιθέσεις και συγκρούσεις της εποχής. Η πρωτοκαθεδρία της πολιτικής απομυζά καθημερινά τη διανοητική ικμάδα των στελεχών και παρεμποδίζει την τροφοδοσία της πάλης των ιδεών από τα ερεθίσματα της κοινωνικής πάλης. Επιπλέον, στα πρώτα σκληρά χρόνια και στα κατοπινά πέτρινα, οι συνθήκες ζωής –οι υλικές στερήσεις, η δύσκολη εξασφάλιση του επιούσιου, οι κακουχίες της παρανομίας– περιορίζουν τα περιθώρια για μελέτη, επιμόρφωση και πνευματική εργασία γενικά.
Οι εμφανείς ανεπάρκειες της ηγεσίας, την αποστερούν από το αναγκαίο κύρος που απαιτείται για την εξασφάλιση της εμπιστοσύνης των στελεχών, των μελών και των ομόκεντρων κύκλων του κομματικού περιβάλλοντος ως τις παρυφές των απλών ψηφοφόρων. Υπάρχει έλλειμμα εμπιστοσύνης προς την ηγεσία, τουλάχιστον επαρκούς και αναγκαίας εμπιστοσύνης, το οποίο μεγεθύνεται από την εκ των υστέρων αποκάλυψη –στο πλαίσιο «αυτοκριτικής»– συχνά μεγάλων λαθών. Την έλλειψη εμπιστοσύνης εκμεταλλεύονται συστηματικά οι Υπηρεσίες Ασφαλείας για να υποσκάπτουν το ηθικό των αγωνιστών και να αποσπούν δηλώσεις μετανοίας. Υπάρχουν, τέλος, και οι ελάχιστες περιπτώσεις αναρρίχησης στην ηγεσία όχι πρακτόρων (ο σχετικός ισχυρισμός αποτελεί συνήθως μεθοδευμένη διάδοση μύθων είτε από την πλευρά του αντιπάλου –υπηρεσίες Ασφαλείας– είτε «έσωθεν», για την απαλλαγή από ευθύνες ή για την ηθική εξόντωση αγωνιστών σε εσωτερικές συγκρούσεις σ’ ένα «ανώμαλο εσωκομματικό καθεστώς»), αλλά στοιχείων «λούμπεν», ανάξιων και διεφθαρμένων ατόμων που έχουν παρεισφρήσει στο κόμμα (γραμματείς του κόμματος που έχουν διαπράξει χρηματικές καταχρήσεις σε βάρος του, όπως ο Σαργολόγος, ή που αποστάτησαν για να καταλήξουν σε σχηματισμούς της άκρας Δεξιάς, όπως ο Ελ. Σταυρίδης). Ο Παντελής Πουλιόπουλος, εκλεκτός αρχικά της ηγεσίας της Κ.Δ., που πρωτοστάτησε, σε μια ορισμένη φάση, στην εσωκομματική αντιπολίτευση, είχε διατυπώσει την ακόλουθη άποψη: «Ήταν κακή απαρχής η ποιοτική σύνθεση του Κόμματος, καθώς ένα μεγάλο ποσοστό από τα μέλη του εξαρχής βγήκε απ’ τα πιο σκάρτα στοιχεία του προλεταριάτου, από το λούμπεν προλεταριάτο και από μικροαστούς με αντιπρολεταριακές αρχές». Η άποψη δεν ευσταθεί. Απορρέει από την οξύτητα της εσωκομματικής διαμάχης και το σχετικό ελιτισμό του Πουλιόπουλου, ο οποίος μετακινήθηκε αργότερα στον τροτσκιστικό χώρο.
Οι αδυναμίες και οι μελανές κηλίδες δεν σφραγίζουν τη φυσιογνωμία του ΣΕΚΕ/ΚΚΕ, δεν ακυρώνουν το ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς. Η επισήμανση και η καταγραφή τους επιβάλλεται για να κατανοηθεί πόσο ακανθώδης και δύσβατος ήταν ο δρόμος που χρειάστηκε να διανύσει το ΚΚΕ, ώσπου να καταξιωθεί στη συνείδηση των λαϊκών στρωμάτων ως το δικό τους κόμμα, το κόμμα που τα εκφράζει και που υπερασπίζεται τα συμφέροντά τους.
Λάθη αμαύρωσαν την ιστορία αυτή, με κορυφαίο απ’ αυτά τη διολίσθηση στον Εμφύλιο. Οι πελώριες πολιτικές ευθύνες της ηγεσίας του κόμματος ούτε βαρύνουν τους μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού ούτε μειώνουν την αξία των ηρωικών αγώνων τους. Ο ρόλος του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στον Εμφύλιο είναι γνωστός και δεν χρειάζεται να επισημαίνεται διαρκώς. Όμως η εικόνα των ερειπίων και της καθημαγμένης μετά τον πόλεμο Ελλάδας, που «χρεώθηκαν» στο ΚΚΕ, απομάκρυνε σημαντικό μέρος του λαού απ’ αυτό. Η απομάκρυνση δεν σήμαινε οριστική αποξένωση. Σε απόσταση ανάσας από τη στρατιωτική ήττα στα βουνά, η εκλογική επιτυχία της «Δημοκρατικής Παρατάξεως» στις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1950 έδειχνε ότι το ΚΚΕ και η Αριστερά διατηρούσαν το πολιτικό και ηθικό τους κύρος.
Το επόμενο μεγάλο τραύμα που δέχτηκε το ΚΚΕ ήταν η διάσπασή του, το 1968, την οποία προκάλεσε η δογματική μερίδα της ηγεσίας του. Ήταν όμως και ένα νέο ξεκίνημα. Η δημιουργία του ΚΚΕ εσωτερικού υπήρξε η αφετηρία της μακράς πορείας της ανανέωσης του κομμουνιστικού και αριστερού κινήματος. Αλλά το θέμα αυτό εκφεύγει από τα όρια της ανά χείρας εργασίας.

Ιστορικό κενό

Το ΣΕΚΕ πραγματοποιεί τα πρώτα του βήματα μέσα σ’ ένα ιστορικό διάκενο που δεν αντιμετώπισαν τα άλλα ευρωπαϊκά –αλλά και βαλκανικά, σε κάποιο βαθμό– εργατικά κόμματα. Σημαντική ιδιαιτερότητα της ελληνικής κοινωνίας υπήρξε η έλλειψη σοσιαλδημοκρατικής παράδοσης και η απουσία σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, αιτία και αποτέλεσμα συνάμα της χρονικής υστέρησης της εμφάνισης του οργανωμένου φορέα του εντόπιου σοσιαλισμού στη χώρα μας. Έτσι τα ζητήματα που επέφεραν το διαχωρισμό σοσιαλδημοκρατίας και κομμουνιστικού κινήματος θα αναδειχθούν «κατ’ ευθείαν» μέσα στο ΣΕΚΕ.
Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα στερήθηκε από τα οφέλη της επικοινωνίας με τα πιο αναπτυγμένα ομόλογα κόμματα της Γερμανίας και της Ρωσίας, ενώ τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα των γειτονικών χωρών (Σερβία, Βουλγαρία) «πρόλαβαν» τη Δεύτερη Διεθνή και οι εξελίξεις στο εσωτερικό τους αντιστοιχήθηκαν με τις διάφορες τάσεις του ευρωπαϊκού και του ρωσικού σοσιαλισμού. Ο Λένιν είχε επισημάνει ότι, για μισό περίπου αιώνα, στη γερμανική εργατική τάξη βρισκόταν «το πρότυπο σοσιαλιστικής οργάνωσης για όλον τον κόσμο». Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας δέσποζε στον αστερισμό της Δεύτερης Διεθνούς και ενίσχυε με την ακτινοβολία και τη μετάδοση της πείρας του τις προσπάθειες των σοσιαλιστών στις διάφορες χώρες.
Το κενό της απουσίας του ελληνικού σοσιαλιστικού κινήματος από τις διεργασίες του ευρωπαϊκού σοσιαλισμού υποχρέωσε το ΣΕΚΕ/ΚΚΕ να αντιμετωπίσει υπό πίεση, και χωρίς ανάλογη προετοιμασία, ζητήματα στρατηγικής και τακτικής που άλλα κόμματα είχαν προσεγγίσει σε ευνοϊκότερες συνθήκες. Από τη Ρωσική Επανάσταση του 1905 είχαν εγγραφεί στην ατζέντα του διεθνούς κινήματος θέματα που προκαλούσαν έντονες ιδεολογικές διαμάχες: επανάσταση ή μεταρρύθμιση (η διαχωριστική γραμμή δεν είναι παντού και πάντα σαφής), ο ρόλος της εργατικής τάξης, το προλεταριακό κόμμα, η μετάβαση από την αστικοδημοκρατική στη σοσιαλιστική επανάσταση. Στο διεθνές κίνημα κυριαρχούν εμβληματικές μορφές λίγο ή και καθόλου γνωστές στην Ελλάδα: ο «κεντριστής» Κάουτσκι, ο «αναθεωρητής» Μπερνστάιν, ο Λένιν, η Λούξεμπουργκ, ο Πάνεκουκ, κ.ά.
Από την άλλη πλευρά, εξαιτίας αυτής της έλλειψης ενός σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, αλλά και της παρουσίας ισχυρής εργατικής τάξης, το ΣΕΚΕ/ΚΚΕ έγινε χοάνη υποδοχής ομάδων και προσώπων με κοινό ριζοσπαστικό προσανατολισμό, που είχαν όμως διαφορετικές ιδεολογικές και πολιτικές αφετηρίες. Αντιμετωπίζοντας τον ανταγωνισμό της βενιζελικής παράταξης, η οποία με το φιλεργατικό προσωπείο της και τις επαγγελίες της για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις αποτελούσε ανάχωμα στην ανάπτυξή του, το ΣΕΚΕ/ΚΚΕ ήταν αναγκασμένο να «ανοιχτεί» στα κοινωνικά στρώματα (μικροεπαγγελματίες, μικροϊδιοκτήτες, φτωχοί αγρότες και γενικά μικροαστοί) που συγκροτούσαν τα «εν δυνάμει» ερείσματα μιας ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας. Απόκτησε έτσι έναν «υβριδικό» χαρακτήρα. Πολλές από τις διαφορές απόψεων στους κόλπους του αντανακλούσαν αντιθέσεις στην κοινωνία, όπου τα συμφέροντα της εργατικής και της μικροαστικής τάξης συχνά συγκλίνουν, αλλά δεν συμπίπτουν. Η ιδιαιτερότητα αυτή συνέβαλε στη διαμόρφωση με τον καιρό μιας «αριστερής» κατά γενικό τρόπο ιδεολογίας, που δεν ταυτιζόταν με τη σοσιαλιστική ή την κομμουνιστική, αλλά και δεν χαρακτηριζόταν από αντιπαλότητα και αντιπαράθεση σ’ αυτές.
Η ΕΑΜική και η ΕΔΑΐτικη ιδεολογία, που θα εμφανιστούν αργότερα (σε συνύπαρξη με την κομμουνιστική), έχουν τις καταβολές τους σε αυτά τα γενετικά χαρακτηριστικά του πολιτικού φορέα του ελληνικού σοσιαλιστικού/κομμουνιστικού κινήματος. Ενώ η όσμωση και οι δεσμοί που αναπτύχθηκαν σε αυτή τη φάση ανάμεσα σε κόμμα και σε ευρύτερα λαϊκά στρώματα έθεσαν τα θεμέλια για τη συγκρότηση μετέπειτα, σε κρίσιμες περιόδους, πλατειών κοινωνικών συμμαχιών με πυρήνα το ΚΚΕ.