Απόπειρα ουρανού

thomas

Του Θωμά Τσαλαπάτη

Όταν με κοιτάς
Τα χέρια μου είναι τόσο κοντά
Οι παλάμες ξεφυτρώνουν από τους ώμους
Δεν μπορώ να σε αγκαλιάσω
Ούτε και να κρύψω το πρόσωπό μου

Με κοιτάζεις σαν φωτογραφία που δεν θυμάσαι
Γιατί την τράβηξες

Στον Ουρανό δωματίου (εκδόσεις Σοκόλη, 2017) ο Θοδωρής Τσαπακίδης περιγράφει μια ιδιωτική γεωγραφία. Μια περιορισμένη έκταση όπου το υποκείμενο αναδιπλώνεται ατενίζοντας το ατελείωτο εσωτερικό του. Ο ουρανός, η θάλασσα, το πρωινό όπως τα μεταχειρίζεται ο ποιητής περιγράφουν την έκταση της μοναξιάς. Είναι οι «απέραντες εκτάσεις των στιγμών», που ο ποιητής επαναφέρει στην όρασή του. Περιστατικά και στιγμιότυπα, σημεία με ξεχωριστή σημασία, σε μια ιστορία που καταγράφεται σχεδόν ως συνειρμός των όσων δηλώνονται, αλλά ποτέ δεν ομολογείται ως έχει. Με την οικειότητα φωτογραφιών που βρίσκονται στην ιδιοκτησία σου, αλλά δεν είσαι σίγουρος γιατί τραβήχτηκαν:
«Γι’ αυτό κλείνομαι στο δωμάτιό μου
Και κεντάω μικρά κάδρα με τις λέξεις μου
Για να μάθω να κάνω ράμματα
Όλα μου τα γράμματα
Ένα κουκλάκι φτιαγμένο από παιδί»
Η μοναξιά του υποκειμένου που εκφέρει τα ποιήματα τον φέρνει σε μια συνθήκη που αγγίζει την παιδική αθωότητα. Το «κουκλάκι το φτιαγμένο από παιδί» είναι ο ίδιος ο αφηγητής. Γι αυτό συνορεύει τόσο συχνά και με τη μυθολογία της παιδικής αφήγησης με το μικρό πρίγκιπα, τον κοντορεβιθούλη, με αντικείμενα και διακόσμους που συναντά κανείς μόνο στην παιδική αφήγηση. «Σαν χαμένα παιδιά περιπλανιούνται/ στο δάσος ενήλικων συναισθημάτων».
Η απουσία του άλλου γίνεται οντολογία του ποιητή. Όχι ως κάτι που λείπει, αλλά ως κάτι που ήταν κάποτε εδώ και χάθηκε (φίλα με/να πλάσουμε ο ένας τον άλλον/ κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν). Ο ποιητής περιγράφει στιγμές, αντικείμενα και εικόνες που ανήκουν στο πρόσωπο που εκκρεμεί στη μνήμη. Τα χέρια, τα σεντόνια, τα παράθυρα. Όχι όμως τόσο αναπολώντας, όσο ως μια σιγαλόφωνη τελετουργία που θα επαναφέρει την υπόσταση όσων χάθηκαν.

Η γεωγραφία της μοναξιάς

Η γεωγραφία του δωματίου είναι η γεωγραφία της προοπτικής και της προσδοκίας, η έκταση που ζητά η επιθυμία ενώ την ίδια ώρα την κτίζει στο μη-τόπο του περιορισμού που της δίνεται. Οι στοίβες τα ρούχα, τα τασάκια, το κατακάθι του καφέ. Σημεία της γεωγραφίας του δωματίου, ενσαρκωμένες επαναλήψεις της κοινοτοπίας της κάθε μέρας, όπως την ορίζει η μόνωση και η μοναξιά. Οι γραμμές που αφήνουν πίσω τους τα αεροπλάνα, οι ξύλινοι στύλοι της ΔΕΗ, η πιάτσα των ταξί, ο γνώριμος ήχος του σκουπιδιάρικου. Το αστικό τοπίο και αυτό ειπωμένο στη δική του κοινότοπη επανάληψη. Στα τοπία αυτά που υπάρχουν σαν να μην υπάρχουν, τα ανέξοδα ντεκόρ που συνοδεύουν τις στιγμές ασυναίσθητα, μα όταν οι στιγμές αδειάζουν η παρουσία τους βγαίνει από το τίποτα και γίνεται εκκωφαντική. Αντηχώντας μοτίβα και τονισμούς της μεσοπολεμικής ποίησης του Καρυωτάκη, του Φιλύρα, του Λαπαθιώτη, ο ποιητής επικαιροποιεί τη χαμηλή μουσική της μελαγχολίας εντός των τειχών της πόλης.
Το κωμικό στοιχείο και η ειρωνεία εμφανίζονται σε σημεία απροσδόκητα. Κουβαλούν, όμως, μια πίκρα (τι άλλο ζητάς από την ανεπάρκεια των θηλών μου;/ Άντρας είμαι! Πόσες φορές θα σ’ το πω;), η μάνα που πλένει τις λύπες του με τη χλωρίνη της στοργής της, το σύναγμα της ευτυχίας.
Και ο ποιητής ανεβαίνει στο βάθρο του, μα όσο ψηλό και αν είναι, εκείνος γίνεται ορατός μονάχα όταν πέφτει. Σφίγγει τη γροθιά του και μέσα της τίποτα. Με το άλογό του χαμένο μέσα στο πλήθος, ο ποιητής αρχίζει να περπατά τις πεζές μέρες που απλώνονται μπροστά του. Ακόμα και η αισιοδοξία έχει την περιεκτικότητά της σε πίκρα: «Με περιμένει ένας υπέροχος κόσμος/ στον ουρανό του δωματίου μου».
Ο εξωτερικός κόσμος γίνεται μια ατελείωτη μεταφορά του εσωτερικού και του κυρίαρχου συναισθήματος, μια έκταση όπου η κυριολεξία των πραγμάτων δεν συναντιέται στην όψη τους, αλλά σε όσα η όψη τους υπονοεί, στο νοηματικό υπέδαφος της γεωγραφίας εκεί που το τίποτα συγκατοικεί με αυτό που τελικά το αναιρεί.
«Χελιδόνια
Ώσπου ένα πρωί
Κάποιος καθάρισε τους ουρανούς στο παρμπρίζ μου»

http://tsalapatis.blogspot.gr/