Απωθημένες μνήμες

Δήμητρα Κολλιάκου
«Ήμισυ του παντός»
Εκδ. Πατάκη
Νοέ. 2015

Η Δήμητρα Κολλιάκου, μετά δεκαεπτάχρονη συγγραφική πορεία, με το καινούριο της βιβλίο φαίνεται να αλλάζει γραμμή πλεύσης. Με βάση τα βιογραφικά, επαυξημένα με πληροφορίες που δίνει κατά καιρούς σε συνεντεύξεις, τα  προηγούμενα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν, παρότι ποικίλλουν οι υποθέσεις τους, σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικά. Βασικότερο στοιχείο, σε αυτήν τη λανθάνουσα έκθεση προσωπικών εμπειριών, είναι ο τόπος, στον οποίο εκτυλίσσονται οι ιστορίες. Ήδη, από το πρώτο μυθιστόρημα, «Το μαγείο» (1999), η ηρωίδα της, Αθηναία, από εύπορη οικογένεια, ταυτιζόμενη με τα συγγραφικά ίχνη, βρίσκεται στο Εδιμβούργο, όπου εκπονεί διδακτορική διατριβή στη γλωσσολογία. Εκεί ερωτεύεται έναν συμφοιτητή της. Το δεύτερο μυθιστόρημα, «Θερμοκρασία δωματίου» (2006), τοποθετείται στα Ιεροσόλυμα, τον τόπο του αγαπημένου της, στον οποίο εκείνος κατάφερε να διοριστεί. Εκείνη τον ακολουθεί, παρά τη θέση που έχει εξασφαλίσει στο Πανεπιστήμιο του Χρόνινγκεν. Στο εν λόγω Πανεπιστήμιο, η Κολλιάκου είχε πάρει υποτροφία για μεταδιδακτορικό, το οποίο και ολοκλήρωσε.
Παρόλο που έμεινε στην Ολλανδία ενάμισι χρόνο, μυθιστόρημα που να διαδραματίζεται σε αυτό το ιστορικό ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο δεν προέκυψε, ούτε καν νουβέλα. Εκεί, όμως, γράφτηκε το πρώτο της μυθιστόρημα. Στο Νιούκαστλ, όπου διορίστηκε στο Πανεπιστήμιο και παρέμεινε κοντά μία δεκαπενταετία, θα πρέπει να γράφτηκε το δεύτερο. Πάντως, πριν εγκαταλείψει τη θέση της και την Αγγλία, το 2009, εξέδωσε το τρίτο της βιβλίο. Μία συλλογή τεσσάρων ιστοριών, «Η αρρώστια των βουνών», που τοποθετούνται στην Αγγλία, με εξαίρεση μία μυθοπλαστική παρέκβαση στο είδος του ταξιδιωτικού, που διαδραματίζεται στην Ινδία. Οι ιστορίες, σε έκταση νουβέλας, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ομόκεντρες, αν λάβουμε ως κέντρο την ηρωίδα, αφού, ακόμη και στη μία, όπου το κύριο πρόσωπο είναι ο εραστής, το βιογραφικό του πλάθεται από εκείνο της συγγραφέως και του μυθοπλαστικού της alter ego.
Αυτές οι θεματικά  μεταχρονισμένες μυθοπλασίες δείχνουν πως η Κολλιάκου δεν γράφει εν θερμώ, αλλά, εκ των υστέρων, και μόνο για τους τόπους με τους οποίους δέθηκε συναισθηματικά. Χώρα τής μέχρι σήμερα αυτοβιογραφικής έμπνευσης στάθηκε κυρίως η Αγγλία. Πρώτα το Εδιμβούργο και μετά, στο τρίτο μυθιστόρημά της, «Το πρόσωπο του ουρανού», το Νιούκαστλ. Αυτό εκδόθηκε το 2013, γραμμένο στο Παρίσι, όπως και το πρόσφατο. Κατά τα φαινόμενα, το παρισινό θα πρέπει να περιμένει την επόμενη μετακίνηση της συγγραφέως σε άλλη πόλη ή και χώρα. Προσώρας, κρίνοντας από το πρόσφατο, η συγγραφική έμπνευση ξεκίνησε την οίκαδε επιστροφή, ανεξάρτητα αν οι σημερινοί καιροί δεν ευνοούν τον νόστο διανοουμένων πανεπιστημιακού επιπέδου, αντιθέτως, ωθούν σε σχέδια μετανάστευσης.
Το πέμπτο βιβλίο της Κολλιάκου είναι το πρώτο, που εκτυλίσσεται εξ ολοκλήρου στην Αθήνα. Στον άξονα Άγιος Στέφανος, Πλατεία Αμερικής, Σεπόλια, Φιλοπάππου, Πετράλωνα, σύμφωνα με το πώς επιλέγονται οι κατοικίες των βασικών προσώπων. Με τη μεταφορά του μυθιστορηματικού μικρόκοσμου στον γενέθλιο τόπο της, η ηρωίδα προσγειώνεται επί γης, εγκαταλείποντας την παρατήρηση των νεφών και τις παραλλαγές των σχημάτων τους, που χάρισαν πρωτότυπες εικόνες στο προηγούμενο. Αντί της ποδηλασίας στην αγγλική ύπαιθρο, οι διαδρομές με τον Ηλεκτρικό αποφέρουν περιγραφές δυσμορφίας και κακοσμίας, που αγγίζουν τα όρια της βδελυγμίας. Ενώ, ο συγχρωτισμός αλλοδαπών και γηγενών από την τάξη των ταλαίπωρων, παρασύρουν σε φυλετικές συγκρίσεις, με έρποντα, έναν, μάλλον νοσηρό, ερωτισμό.
Η αλλαγή στη γραμμή πλεύσης της συγγραφέως δεν περιορίζεται στην τοπική μετάθεση. Σημαίνει, κυρίως, μία διαφορετική ηρωίδα, μακράν των αυτοβιογραφικών προδιαγραφών. Αθηναία και αυτή, αλλά από τη λαϊκή τάξη, όπως δηλώνουν εξαρχής, η κατοίκησή της σε δυτική συνοικία της πρωτεύουσας, τα Σεπόλια, και η εργασία της μητέρας της, ως οικιακή βοηθός. Δεν ονομάζεται Νεφέλη, όπως στο προηγούμενο, αλλά Μαίρη, είναι 24 ετών, ορφανή πατρός από τα έξι, φοιτήτρια αγγλικής φιλολογίας. Αυτό το τελευταίο δεν αλλάζει, όπως ελάχιστα παραλλάσσει και ο χαρακτήρας. Μόνο τόσο, όσο χρειάζεται, ώστε να εναρμονιστεί με τις καινούριες βιογραφικές συντεταγμένες.
Η ιδιοσυγκρασία της κοπέλας διαγράφεται και σε αυτό το βιβλίο, μέσα από τον δικό της ενδιάθετο λόγο. Η συγγραφέας δεν αποπειράται να δοκιμάσει διαφορετική αφηγηματική μορφή. Στο τρίτο πρόσωπο, με σταθερή οπτική και έσω εστίαση, δίνει την υπόσταση μίας συναισθηματικά ανασφαλούς και εσωστρεφούς νεαρής γυναίκας, που λέει “ναι, γιατί την δυσκολεύει το όχι”, ενώ συνειδητοποιεί πως “ανήκει στους ανθρώπους, που αδυνατούν να ενσωματωθούν σε μία ομάδα, νιώθοντας πάντοτε εκτός”. Οι άλλοι συνιστούν γι’ αυτήν απειλή, καθώς κατ’ επανάληψη διαπιστώνει πως βρίσκεται στο έλεός τους. “Σαν να μην έχει η ίδια καθόλου σύνορα, περνάει μέσα της τη διάθεση που αποπνέει αυτός ο εκάστοτε άλλος”, κατά τη δική της διατύπωση. Η δεξιοτεχνία στο πλάσιμο του χαρακτήρα έγκειται στο ότι η ηρωίδα δεν καταλήγει στον “μαζικό άνθρωπο”, το χωρίς προσωπικότητα, σύνηθες, μιμητικό ον. Αυτή, στα δύσκολα ανταποκρίνεται, και μάλιστα αποτελεσματικότερα, από τον άντρα, προστάτη ή εραστή, που έχει δίπλα της.
Είναι ο ιδεώδης τύπος, για να αποτελέσει τον άξονα και κινητήριο μοχλό του καινούριου μυθιστορήματος, το οποίο, εκτός από τον γενικό χαρακτηρισμό, κοινωνικό-φεμινιστικής απόκλισης, όπως και τα προηγούμενα, διαθέτει προς το τέλος στοιχεία ψυχολογικού θρίλερ, ενώ διατηρεί εξαρχής το σασπένς, παρά τις θεματικά πολυσυλλεκτικές παρεκβάσεις, οι οποίες, και σε αυτό το μυθιστόρημα, πληθαίνουν. Χωρίς σύνθετη πλοκή, παρακολουθώντας την καθημερινότητα της ηρωίδας, καλλιεργείται η υποψία, ότι στο παρελθόν συντελέστηκαν στο κοντινό περιβάλλον της αξιόποινες πράξεις, και ταυτόχρονα, υφέρπει ο φόβος πως άλλες παραπλήσιες θα συμβούν στο μέλλον. Ωστόσο, και αυτό το μυθιστόρημα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί “θερμοκρασίας δωματίου”, αφού όλη η δράση περιορίζεται στους κλειστούς χώρους οικιών και σε περιβάλλον οικογενειακό. Δεν πρόκειται, όμως, για την πυρηνική οικογένεια, της οποίας τις σκοτεινές πλευρές η συγγραφέας πολιορκούσε στα προηγούμενα βιβλία της. Ανεξάρτητα αν οι ένοχες πράξεις περιχαρακώνονται στην ίδια στενή, οικογενειακή εστία.
Οι ακριβείς περιγραφές του χώρου, της ένδυσης, των χαρακτηριστικών, έτσι όπως απλώνονται λεπτομερειακά με σχεδόν καταχρηστική καταφυγή σε παρομοιώσεις, έχουν ως αποτέλεσμα μεγαλύτερη παραστατικότητα των σκηνών, που εκτυλίσσονται, καλλιεργώντας το απαραίτητο κλίμα για τις άνομες πράξεις, που υπαινίσσονται. Όπως οι νύξεις για βίαια συμπεριφορά μέχρι σεξουαλικά επιθετική από τον πατέρα στην μικρή κόρη, απιστία της συζύγου με οικογενειακό φίλο, ακόμη, αμέλεια στη φροντίδα ή και ώθηση σε αυτοχειρία του ηλικιωμένου γονέα. Η διαφορά της Κολλιάκου από ομήλικες ομότεχνές της έγκειται στην αποφυγή της ωμότητας, που ορισμένες νεότερες συχνά επιδιώκουν, με πιθανό στόχο την πρόκληση σκανδαλιστικού ενδιαφέροντος. Αυτή δίνει βάρος στα βαθιά νερά του φροϋδικού ασυνείδητου, καθώς η ηρωίδα της αδιάκοπα αυτοαναλύεται και ταυτόχρονα, διυλίζει τα λόγια και τις αντιδράσεις εκείνων που βρίσκονται απέναντί της.
Υποφέρει από ό,τι θα αποκαλούσαμε μερική παιδική αμνησία. Πιο συγκεκριμένα, την βασανίζει μία ανάμνηση από τον πατέρα της, φαινομενικά ασήμαντη, που επανέρχεται με εξαιρετική καθαρότητα και εμμονή. Είναι προφανές, πως πρόκειται για την αποκαλούμενη ανάμνηση-προκάλυμμα, που δημιουργείται από τους αμυντικούς μηχανισμούς του Εγώ, προς επικάλυψη απωθημένων σεξουαλικών εμπειριών. Ωστόσο, τον Φρόυντ, που μελέτησε παρόμοιες περιπτώσεις, τον προβλημάτισε το δίλημμα, κατά πόσο πρόκειται για γνήσιες παιδικές αναμνήσεις. Ή μήπως εκφράζουν φαντασιώσεις, που προβάλλονται αναδρομικά, προερχόμενες από μεταγενέστερα ερεθίσματα. Τη δυνατότητα ενός παρόμοιου ψυχαναλυτικού ανοίγματος, η συγγραφέας ελάχιστα την εκμεταλλεύεται.
Σε αυτό το βιβλίο, ο ενδεκαμελής μυθιστορηματικός θίασος συμπεριλαμβάνει και ένα πρόσωπο με ταραγμένη προσωπικότητα. Πρόκειται για έναν ηλικιωμένο, που παθαίνει παρακρούσεις μέχρι και κρίσεις παράνοιας, οπότε γίνεται επιθετικός. Δείχνει έρμαιο παλαιών τραυματικών βιωμάτων, που επανέρχονται σαν καταδιωκτικά φάσματα. Αυτός ο χαρακτήρας, που είναι ο δυσκολότερος να στηθεί, έχει πειστικά αποδοθεί. Παραστατική είναι και η περιγραφή της χήρας μητέρας, που αγωνίζεται να διασώσει την ευπρέπεια παλαιότερων καιρών. Συμπονάει “τα γερόντια”, που έχει αναλάβει τη φροντίδα τους, ενώ παραμένει πιστή στα αλλοτινά καθήκοντα της νοικοκυράς. “Φτιάχνει πρόσφορα” για την εκκλησία και “τρεις φορές την εβδομάδα απαραιτήτως πάει με όλα τα χρειαζούμενα και καθαρίζει τον τάφο” του συζύγου. Κι όμως, στα χρόνια της χηρείας, ίσως και νωρίτερα, ένας εργένης από την καλή κοινωνία, την νοιάζεται. Την είχε προσλάβει να φροντίζει τη μητέρα του, αλλά ο δεσμός τους συνεχίστηκε και μετά το θάνατο εκείνης.
Η Κολλιάκου σκιαγραφεί συχνά απαντώμενους τύπους, στους οποίους, όμως, δίνει υπόσταση, επιμένοντας στις αναμεταξύ τους σχέσεις, με τις αντιτιθέμενες όψεις τους να υφέρπουν διαβρωτικά. Όπως ο δεσμός που αναπτύσσεται ανάμεσα στον Αθηναίο ηλικιωμένο και την Γεωργιανή παραδουλεύτρα. Παραδόξως, αυτή η δεύτερη, με όλα τα σουσούμια της, αποδίδει την εικόνα, που έχει αποτυπωθεί από την εκτεταμένη παρουσία αυτών των γυναικών σε αθηναϊκές οικίες, ενώ η σκιαγραφία της Αθηναίας επιστημόνισσας, μονίμου κατοίκου Παρισίων, που αποκτά έγχρωμη κόρη με “μαύρο”, μάλλον υστερεί. Τέλος, η κεντρική ερωτική σχέση του μυθιστορήματος, της ηρωίδας με τον άβουλο, ή ίσως ακριβέστερα, χαλαρό στις αντιδράσεις του, γιο της οικογένειας βορείων προαστίων, ίσως να χρειαζόταν ένα πιο προσεκτικό φινίρισμα. Προσμετράται, πάντως, στα μυθοπλαστικά ευρήματα, η συνύπαρξη της ερωτικής σχέσης με την προστατευτική μιας στενής φιλίας. Η “κολλητή” της αντανακλά τη σημερινή εκδοχή της αλλοτινής αντρογυναίκας, που ενδιαμέσως μεταμορφώθηκε σε φεμινίστρια, για να καταλήξει σε μία γυναίκα, “θαρραλέα στο σώμα”, ό,τι μπορεί αυτό να σημαίνει, που “τα έχει όλα δοκιμάσει”, σεξουαλικώς αμφίφυλη, με ερωτικές βλέψεις για τη φίλη της.
Να σημειώσουμε κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των βιβλίων της Κολλιάκου, τα οποία φαίνεται πως μόνο εμάς εντυπωσιάζουν. Κατ’ αρχήν, η ίδια χαρακτηρίζει τη γλώσσα, στην οποία γράφει, “λιτή”. Στην αφήγηση, ωστόσο, παρεισφρέουν δοκιμιακοί όροι, νοηματικά μεν ακριβείς, αλλά ανοίκειοι στο τρέχον λεκτικό περιβάλλον. Λ.χ., η λέξη “επιτονισμός”, αντλημένη από το γλωσσολογικό απόθεμα της συγγραφέως, σε εκφράσεις του τύπου, “φώναξε τ’ όνομά μου με επιτονισμό επίπληξης”. Επίσης, μάλλον πλεονάζουν οι παρά προσδοκία παρομοιώσεις, όπως “το στόμα του θυμίζει παρένθεση που έπεσε μπρούμυτα”. Κατά κάποιο τρόπο, αμφότερα παραπέμπουν σε μία εξωλογοτεχνική διακειμενικότητα, που, στην περίπτωση της Κολλιάκου, υποκαθιστά την χωλαίνουσα επαφή της με την ελληνική πραγματικότητα. Ενώ, η τυπική διακειμενικότητα, στο μυθιστόρημα, περιορίζεται σε κλασικούς συγγραφείς, από εκείνους που διαβάζονται στην εφηβεία, με μία μοναδική αθηναϊκή πινελιά, την αναφορά στους διανοούμενους των καφέ της οδού Καλλιδρομίου, όπως ο Χρήστος Βακαλόπουλος και ο Κωστής Παπαγιώργης, που δεν κατονομάζεται.
Στις αρετές του μυθιστορήματος υπολογίζουμε, την μη ένταξή του στην ανθούσα “πεζογραφία της κρίσης”. Μόλις που υπαινίσσονται οι δύσκολοι καιροί, όπως, λ.χ., με την, από μία άποψη, διασκεδαστική σύγκριση της οικονομικής κατάστασης σε Γεωργία και Ελλάδα. Συνοψίζοντας τις αναγνωστικές εντυπώσεις, μάλλον πρόκειται για το πιο ενδιαφέρον βιβλίο της Κολλιάκου, αλλά με τον πλέον ατυχή τίτλο, αδιάφορο αν προσπαθεί το κειμενάκι του οπισθόφυλλου να του δώσει κάποιο νόημα σε αντιστοιχία με το θέμα του βιβλίου. Αντιθέτως, στο εξώφυλλο, το εξπρεσιονιστικό πορτρέτο της μητέρας του Νορβηγού ζωγράφου Μουνκ, με την πείσμονα έκφραση και το επίμονο βλέμμα, αποδίδει την αντίστοιχη προσπάθεια της ηρωίδας να διαπεράσει το ημιδιαφανές των φαντασιώσεών της, μήπως και φανερωθούν τα βιωματικά κατάβαθα.

Μ. Θεοδοσοπούλου