Αποτυχημένες πολιτικές πριν και μετά το λοκ-ντάουν

Του Στάθη Γιαννακίδη *

Η Ν.Δ. ανέλαβε τον Ιούλιο του 2019 υποσχόμενη, πέρα από την ακύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών και την άμεση επίλυση του προσφυγικού, εκρηκτικούς ρυθμούς ανάπτυξης, γενναίες φοροελαφρύνσεις και θέσεις απασχόλησης με υψηλούς μισθούς. Ο κ. Μητσοτάκης παρέλαβε μια χώρα δίχως μνημονιακές υποχρεώσεις και εκκρεμότητες, με ισχυρό ταμειακό απόθεμα 37 δισ. ευρώ, ανάπτυξη στο 2.8%, με σημαντικούς δείκτες της οικονομίας σε ισχυρή ανοδική τροχιά και δαπάνες κοινωνικής προστασίας στα επίπεδα του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Δυστυχώς, όμως, για τη μεγάλη πλειονότητα της κοινωνίας επιβεβαιώθηκε ότι προτεραιότητα για τον πρωθυπουργό αποτελεί η επικοινωνία και όχι η ουσία.
Μέσα σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα και πολύ πριν την εμφάνιση της υγειονομικής κρίσης, η Ν.Δ. κατάφερε να οδηγήσει την οικονομία σε αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης, σε τριμηνιαία (όχι ετήσια) βάση: -0.7% το δ’ τρίμηνο του 2019 και -1.6% το α΄ τρίμηνο του 2020. Η εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (Π.Δ.Ε.) για το 2019 κινήθηκε σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα και ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ παρέδωσε εκτέλεση δαπανών αυξημένη κατά 500 εκατ. ευρώ σε σχέση με το αντίστοιχο εξάμηνο του 2018. Εκατοντάδες δημόσια έργα «πάγωσαν», το ΠΔΕ μειώθηκε, 850 εκατ. λιγότεροι πόροι κατευθύνθηκαν στα Περιφερειακά Ταμεία και στο Πρόγραμμα Φιλόδημος ΙΙ σε σχέση με το 2018. Τέλος, τα κοινωνικά επιδόματα, τα εργασιακά δικαιώματα και η υγιής επιχειρηματικότητα στοχοποιήθηκαν και για ακόμη μια φορά αποδείχθηκε ότι η Ν.Δ και ανάπτυξη είναι έννοιες ετερόκλητες.

Μια σκληρή πραγματικότητα

Οι πολιτικές της κυβέρνησης αποδείχτηκε ότι είχαν θέσει τη χώρα σε τροχιά ύφεσης πριν το λοκντάουν. Αλλά και μέσα στην υγειονομική κρίση, η στρατηγική του «βλέποντας και κάνοντας», με το πιο αναιμικό πακέτο στήριξης ως ποσοστό του ΑΕΠ σε όλη την ΕΕ, σε ενισχύσεις-αναβολές φόρων-εγγυήσεις, όξυνε ακόμη περισσότερο τις αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομία. Ο πακτωλός χρημάτων που κατευθύνθηκε στα ΜΜΕ, με αδιαφανείς διαδικασίες, αδυνατεί να προστατεύσει την κυβέρνηση από τη σκληρή πραγματικότητα, που διαμορφώνουν οι επιλογές της και η αβεβαιότητα για το άμεσο μέλλον χιλιάδων εργαζομένων, ανέργων, αγροτών και επιχειρήσεων μεγαλώνει μέρα με τη μέρα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ παρουσίασε ένα πλήρως ρεαλιστικό και κοστολογημένο οικονομικό πρόγραμμα καλώντας την κυβέρνηση να προχωρήσει άμεσα σε εμπροσθοβαρή μέτρα ενίσχυσης της οικονομίας, αποτελεσματικής προστασίας της ελληνικής κοινωνίας και περιορισμού των επιπτώσεων της κρίσης. Η ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας, το εισόδημα έκτακτης ανάγκης για όσους παρέμειναν «αόρατοι» από τα ελλιπή μέτρα στήριξης της κυβέρνησης (άνεργοι, επισφαλώς εργαζόμενοι, ΑΜΕΑ, αγρότες, καλλιτέχνες και εργαζόμενοι στον πολιτισμό, ελεύθεροι επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενοι), η στήριξη της εργασίας, των επιχειρήσεων, κτηνοτρόφων, ελαιοκαλλιεργητών και κλάδων της οικονομίας, που έχουν πληγεί υπέρμετρα αποτελούν τα βασικά σημεία του Μένουμε Όρθιοι 2.
Η Ν.Δ με αλαζονεία απάντησε, ότι «λεφτόδεντρα δεν υπάρχουν» και την ίδια στιγμή προχωρά σε δώρα εκατομμυρίων ευρώ σε ημέτερους, κυρίως με σκανδαλώδεις διατάξεις και παρεκκλίσεις από τη νομοθεσία. Το «επιτελικό κράτος» του κ. Μητσοτάκη αποδείχθηκε, πως δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μέσο εξαργύρωσης κομματικών υποχρεώσεων και διορισμών, ενώ η περίφημη αριστεία αποτυπώθηκε εμφανώς στα πλαστά βιογραφικά και ανύπαρκτα πτυχία υπουργών και στελεχών της κυβέρνησης.
Η πρόταση της Κομισιόν για το Ταμείο Ανάκαμψης εκθέτει ως ένα βαθμό την Ν.Δ για τη στάση της, αποδυναμώνει τη στρατηγική του «βλέποντας και κάνοντας». Αντιθέτως, ενισχύει τη λογική της πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ για μεγάλα εμπροσθοβαρή μέτρα στήριξης και απαντά στις διαχρονικές του θέσεις για αμοιβαιοποίησης των βαρών και πολιτικές συνοχής. Η κυβέρνηση οφείλει όχι μόνο να αναθεωρήσει τις αποτυχημένες πολιτικές και στρατηγικές της αλλά και να διαπραγματευτεί δυναμικά, σε αντίθεση με το πρόσφατο παρελθόν, σε επίπεδο ΕΕ, να προστατεύσει τα θετικά και να ξεκαθαρίσει τα γκρίζα σημεία για τους όρους και τον χρόνο εκταμίευσης των κονδυλίων.

Δύσκολη η επιστροφή στην κανονικότητα

Η περίοδος μετά την άρση των περιοριστικών μέτρων και η επιστροφή στην δήθεν «κανονικότητα και ομαλότητα» αποδεικνύεται ακόμη πιο δύσκολη από το διάστημα του γενικού λοκντάουν. Το ισχυρότερο, ενδεχομένως, όπλο της ελληνικής οικονομίας, ο τουρισμός, έχει ήδη υποστεί τρομακτικές απώλειες, η έλλειψη ρευστότητας ταλανίζει ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η συντριπτική πλειονότητα των οποίων αποκλείστηκε από τα διαθέσιμα εγγυοδοτικά εργαλεία, ενώ οι φορολογικές υποχρεώσεις και οι τρέχουσες οφειλές είναι σχεδόν αδύνατο να καλυφθούν με τα σημερινά δεδομένα του κύκλου εργασιών, που παρουσιάζουν οι περισσότερες επιχειρήσεις. Το εισόδημα της συντριπτικής πλειοψηφίας της κοινωνίας έχει ήδη υποστεί τρομακτικές απώλειες, η ανεργία ακολουθεί ανοδική πορεία – παρά τις εξόφθαλμες στατιστικές αλχημείες – η αβεβαιότητα και η ανασφάλεια για το μέλλον ενισχύονται μέρα με τη μέρα.
Μέσα σε αυτό το δυσοίωνο περιβάλλον η κυβέρνηση, δυστυχώς, συνεχίζει να πορεύεται, όχι με συγκροτημένο σχέδιο, που να αφορά την πλειοψηφία της κοινωνίας και όσους βρίσκονται σε πραγματική ανάγκη, αλλά με γνώμονα την ικανοποίηση των αναγκών των λίγων και εκλεκτών. Στηριζόμενη στην σχεδόν καθολική ασυλία των ΜΜΕ, μετατρέπει την κρίση σε ευκαιρία για τα συμφέροντα που τη στηρίζουν, αδιαφορώντας για τις κοινωνικές προεκτάσεις και επιπτώσεις των πολιτικών της.
Ο ΣΥΡΙΖΑ απέναντι σε αυτή τη νέα κατάσταση οφείλει να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο, υπερβαίνοντας παθογένειες και αδυναμίες, συσπειρώνοντας προοδευτικές και δημοκρατικές δυνάμεις, δημιουργώντας νέες κοινωνικές πλειοψηφίες σε ένα ρεαλιστικό και με προοπτική πολιτικό σχέδιο για την πορεία της χώρας και της κοινωνίας. Παρά τον ανηλεή πόλεμο που δέχεται από τις δυνάμεις που οδήγησαν τα προηγούμενα χρόνια τη χώρα στην καταστροφή, ο ΣΥΡΙΖΑ ανέδειξε ισχυρές αντοχές και στις επικείμενες μάχες, όσο σκληρές και εάν είναι, η πρόοδος θα νικήσει τη συντήρηση.

* Ο Στ. Γιαννακίδης είναι πρώην βουλευτής Ξάνθης και υφυπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής.