Αποχαιρετισμός στον Βαγγέλη Καραγιώργο

Με τη γροθιά σηκωμένη και τη Διεθνή

Με τις κόκκινες σημαίες να ανεμίζουν και τη Διεθνή να ακούγεται την ώρα του κατευόδιου. Τελευταίο αντίο από εκατοντάδες ανθρώπους, φίλους και συντρόφους, φίλες και συντρόφισσες του Βαγγέλη Καραγιώργου που τα ξημερώματα της περασμένης Κυριακής μας ξάφνιασε δυσάρεστα…
Και ήταν εκεί, στην τελευταία συνάντηση, πλήθος κόσμου. Όσοι βρέθηκαν με την Βαγγέλη στα μονοπάτια του αγώνα, της αριστεράς, των κοινωνικών κινημάτων, της μαχόμενης δημοσιογραφίας. Η πολιτική κηδεία που έγινε στο κτήριο του μικρασιάτικου πολιτισμού στη Νέα Φιλαδέλφεια, είχε συγκίνηση, στοχασμό, βόλτες στα χρόνια της ανέμελης και ζωηρής εφηβείας, στα σοκάκια των πρώτων κινηματικών και πολιτικών αναζητήσεων… Η ΟΣΕ, το ΣΕΚ, η ΔΕΑ, το Κόκκινο, ο ΣΥΡΙΖΑ μέχρι το τέλος, για ένα διάστημα μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του. Και το κίνημα, η Γένοβα, η Φλωρεντία, το Κοινωνικό Φόρουμ –πάνω στο φέρετρο η σημαία του-, η δημοσιογραφία, η «Ελευθεροτυπία», οι «Συντάκτες», ο 105,5, η φωνή του, οι «δύο γάιδαροι…», το Κάπιτολ, το ιστορικό καφενείο που έγινε δικό του, πόσα να θυμηθείς, πόσα να πεις…
Και είπαν: ο Πάνος Λάμπρου από την Πολιτική Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ, η Μάγδα Κλαυδιανού από την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία και την εφημερίδα των Συντακτών, ο Νικόλας Βουλέλης από τους «Συντάκτες», ο Γιάννης Ανδρουλιδάκης από το ραδιόφωνο του Κόκκινου, ο συμμαθητής του Γιάννης Κοντάκος, ο Γιώργος Σαπουνάς φίλοι, σύντροφοι των πρώτων χρόνων, ο Σπύρος Νιάκας ο «παππούς» με τον «θείο». Πειράγματα, γέλια, συγκίνηση, με την αγαπημένη μας Σιμόνα, τη σύντροφο της ζωής του να σηκώνει τη γροθιά, τραγουδώντας τη Διεθνή και να την ακολουθούν όλοι και όλες.

Ήσουν πολλά

Πρέπει να πω κάτι… Να σε αποχαιρετήσω όπως σου αξίζει. Να σου πω λόγια. Μα δεν ήσουν ένας συνηθισμένος άνθρωπος Βαγγέλη. Δεν ήσουν μονοθεματικός. Σύνθετος ήσουν, περίπλοκος. Ήσουν πολλά. Δεν χωρούν στα δικά μου λόγια.
Κάποιοι είπαν ότι ήσουν ροκ. Και μάλλον ήσουν. Αντικομφορμιστής: σίγουρα ναι. Γλεντζές, ατίθασος, ανυπάκουος, ερωτευμένος. Είχες πάθος, αστείρευτο… Ονειροπόλος. Σε διαρκή κίνηση με ένα τσιγάρο στο χέρι. Στοχαστικός, βαθιά διεθνιστής. Πώς να ξεχάσουμε την Γένοβα; Το σακίδιο στην πλάτη; Τις σημαίες; Πώς να ξεχάσουμε το Φόρουμ; Πώς να αφήσουμε στην άκρη μια ολόκληρη διαδρομή, από τα μαθητικά σου χρόνια στην επαναστατική αριστερά; Πως γίνεται να μην σημειώσουμε τους βηματισμούς σου, που άλλαζαν, αλλά πάντα σε κόντρα με την αριστερή ορθοδοξία και τον σταλινισμό;
Σε ακούγαμε Βαγγέλη, σε διαβάζαμε. Μιλάγαμε, κάναμε πλάκα, προβληματιζόμασταν. Αγωνιούσαμε για το παρόν και το μέλλον της δικής μας αριστεράς. Αυτής με τις αντιφάσεις της. Και συζητάγαμε συχνά για τα ιστορικά ρεύματα της αριστεράς. Τον τροτσκισμό, τον ευρωκομμουνισμό. Και λέγαμε, θυμάμαι, που στο καλό ανήκουμε σήμερα; Σε ποιο ρεύμα; Πέρασαν τα χρόνια. Οι ιδέες συναντήθηκαν. Συνθέσαμε. Μάθαμε από τις ήττες, γευτήκαμε νίκες. Νιώσαμε απογοητεύσεις. Και μου είπες, σου είπα, είπαμε: κριτικός μαρξισμός, μάλλον. Και ψάχναμε, αναζητούσαμε συνεχώς. Μέσα από τα κινήματα, τις νέες θεωρητικές προσεγγίσεις. Όμως, πάντα σε ένα σταθερό έδαφος.
Σε αυτό της Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Αμετακίνητος, αμετανόητος, συνεχώς κινούμενος στον κόσμο, στις παρέες, στους ανθρώπους.
Μέχρι το τέλος στον ΣΥΡΙΖΑ. Να ακούς, να αμφισβητείς, να συνθέτεις. Να μένεις όρθιος ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές.
Και τώρα πρέπει να σου πούμε αντίο. Ένα τελευταίο. Είναι δυνατόν; Θα κάνουμε ένα τσιγάρο, θα πιούμε και θα κρατάμε το χέρι. Συντροφιά. Μέχρι το όνειρο να γίνει πραγματικότητα. Μέχρι την κοινωνική απελευθέρωση, με τις σημαίες να ανεμίζουν.

Πάνος Λάμπρου

 

Ο Βαγγέλης είναι η εφηβεία μας

Κάποια στιγμή πριν από καμιά δεκαριά χρόνια μια παρέα από συντρόφους 19-20 χρονών μου κόλλησαν το παρατσούκλι «παππούς». Πριν ακόμα προλάβει και πιάσει, ο Βαγγέλης το πήρε χαμπάρι και άρχισε πρώτος την καζούρα, παρά το ότι μου έριχνε 14 χρονάκια. Πρώτος στο πείραγμα και τον χαβαλέ. «Έτσι είσαι;» του λέω, «από εδώ και πέρα θα σε λέμε θείο!» και όντως έτσι έγινε. Και αυτό του άρεσε, το άκουγε με μισοαυτοσαρκασμό και μισοκαμάρι. Άλλωστε αν σε φωνάζουν όλοι Χλέμπουρα, όσο και να το κάνεις το θείος είναι μια βελτίωση.
Ο Βαγγέλης είχε απίστευτη δύναμη: παράσερνε στο διάβα του τα πάντα και τους πάντες. Λίγοι το κάνουν, ακόμα λιγότεροι όμως καταφέρνουν όλα όσα παρασέρνουν να τα κουβαλάνε πάντα μαζί τους. Το κατάφερνε δίνοντας γκάζια, πολλά γκάζια και πάντα γκάζια. Πάντα δούλευε πολύ, μιλούσε δυνατά, κάπνιζε ασταμάτητα. 53 χρόνια… ναι αλλά τι χρόνια! Δύναμη της φύσης! Τώρα τελευταία σαν να είχε κάπως ηρεμήσει, είχε ανοίξει το Capitol, χαιρόταν γιατί από την πρώτη στιγμή μεταμορφώθηκε σε πολύβουο και παρδαλό μελίσσι.
Με τον Βαγγέλη είχαμε κοινή πολιτική πορεία από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου στρατευμένο. Δώσαμε μαζί τις δικές μας μάχες. Συνήθως η υπόθεση αυτή εξελισσόταν ως εξής: Γεμάτοι φούρια πηγαίναμε και τον βρίσκαμε, και του ξεφουρνίζαμε την φανταστική μας νέα άποψη για την κατάσταση, το συμβάν που καθόρισε την εβδομάδα μας, τους νέους συντρόφους που γνωρίζαμε, και την νέα, σπουδαία στρατηγική που μόλις χαράξαμε. Κατόπιν σαν να ήξερε ήδη τι έχουμε στο κεφάλι μας με πέντε κουβέντες τα πράγματα ξεκαθάριζαν αμέσως. Όσο περνούσε ο καιρός, προετοιμαζόμασταν καλύτερα και φέρναμε και κάποιες αντιρρήσεις. Τότε η βραδιά κρατούσε λίγο παραπάνω, λάμβανε χώρα σε διάφορα μέρη της πόλης, πάντα διαφορετικά, στην κουβέντα έμπαιναν και άλλοι, απίθανοι τύποι που μόλις τους γνωρίζαμε, κάποιοι κακεντρεχείς τύποι θα το ονόμαζαν κραιπάλη. Ότι και να γινόταν, η σκέψη του δεν έχανε ποτέ την οξύτητά της. Ότι και να γινόταν, την επόμενη μέρα ήμασταν έτοιμοι να ριχτούμε στην μάχη. Και αν ο ίδιος που και που αργούσε και λίγο, αυτό σίγουρα το έκανε για να σταθούμε πιο γρήγορα στα πόδια μας.
Ο Βαγγέλης είναι η εφηβεία μας. Στην εφηβεία τα πάντα είναι επαναστατικά, πληθωρικά, γρήγορα και γοητευτικά. Η μουσική είναι δυνατή και οι σημαίες κόκκινες.
Λένε για την κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας. Στα τσακίδια να πάει και η μπουρζουαζία και η “γοητεία” της. Η δικιά μας γοητεία είναι αυτή ενός κόσμου ζωντανού, ζωηρού και πάντα επαναστατικού. Είναι η γοητεία του Χλέμπουρα, του Βαγγέλη, του Θείου.

Σπύρος Νιάκας

 

Ο Βαντζέλις μου

Τι μπορεί κανείς να πει για τον Βαγγέλη; Μάλλον για το «Karageorgos effect» μπορεί να μιλήσει κάποιος, το «φαινόμενο Καραγεώργος». Ξεκίνησε στο φωτογραφικό αρχείο της «Κυριακάτικης» και μετά εντάχθηκε στους συντάκτες ύλης για τις σελίδες με τα διεθνή και τη στήλη «Μέσα και Media» (τα «μύδια», όπως τα λέγαμε εν συντομία).
Η «Κυριακάτικη» ήταν πανηγύρι, τζέρτζελο, ενίοτε χάος, αλλά ωραίο χάος. Ο Βαγγέλης, όπως ήταν φυσικό, προσαρμόστηκε απόλυτα σε αυτό το κλίμα – και το εξέλιξε κιόλας.
Στα διεθνή θέματα, με τα οποία ήταν επιφορτισμένος, έβρισκε πολλές φωτογραφίες που ήταν πολύ ωραίες, αλλά ήταν αδύνατον να μπουν όλες σε μία σελίδα με 700 λέξεις κείμενο. Κι επειδή συχνά θεωρούσε κρίμα που δεν θα χρησιμοποιούνταν αυτές οι φωτογραφίες, αποφάσισε και εισηγήθηκε τη στήλη «Κοσμοθεωρείο», όπου διάφορα ενσταντανέ από την παγκόσμια τρέχουσα επικαιρότητα συνοδεύονταν από κειμενολεζάντες με πολύ εύστοχα χιουμοριστικά και ειρωνικά, όταν χρειαζόταν, σχόλια. Σχεδόν κάθε εβδομάδα, στις φωτογραφίες περιλαμβάνονταν και μία ή περισσότερες «γδυμνές», μισόγυμνες τέλος πάντων… Ήταν πολύ επιτυχημένη στήλη.
Ο Βαγγέλης ήταν πώς λέμε «κάποιος που περνάει απαρατήρητος»; Ε, καμία σχέση. Ήταν ένα αεικίνητο που περπατούσε στον διάδρομο του 3ου ορόφου της «Ελευθεροτυπίας», έχοντας στο ’να χέρι το τσιγάρο, στ’ άλλο χέρι το κινητό.
Είχε πάντα κόσμο γύρω του. Με κάποιο τρόπο, όταν ξεκίναγε μια κουβέντα, αμέσως άρχιζαν να μαζεύονται κι άλλοι κοντά του. Στις συνελεύσεις της εφημερίδας, οι τοποθετήσεις του είχαν μεγάλη βαρύτητα και, όπως ήταν φυσικό, πυροδοτούσαν αντιδράσεις.
Τις Παρασκευές, που καθόμασταν όλη τη νύχτα στην εφημερίδα για να βγάλουμε το κυριακάτικο φύλλο, ο Βαγγέλης έβρισκε πάντα ένα θέμα και αμέσως ξεκινούσε ένα γαϊτανάκι από κουβέντες: από τον τροτσκισμό και την Αριστερά, τις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, τις εκδρομές με το κλαμπ της Varadero, το πού πέθανε ο Άρης Βελουχιώτης μέχρι και τα ριάλιτι. Δεν είχε στεγανά ο Βαγγέλης.
Ήταν χαρισματικός και ίσως αυτοκαταστροφικός. Όλα τα έκανε στον υπερθετικό βαθμό. «Μια ωραία ανεμοδούρα», όπως τον χαρακτήρισε ο Σταμάτης ο Νικολόπουλος. Ο Βαντζέλις μου (επιτρέψτε μου να τον λέω έτσι όπως τον έλεγα πάντα) έζησε πάντα στα κόκκινα. Μέσα σε όλα. Έζησε κάθε ώρα από τα 53 χρόνια της ζωής του. Όσον με αφορά, νιώθω τον εαυτό μου τυχερό που τον συναναστράφηκα.

Μάγδα Κλαυδιανού