ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ: Μία νίκη ευρύτερης σημασίας

 

Για την Αριστερά και τα κινήματα της Λατινικής Αμερικής

Η εκλογική νίκη της αριστεράς στην Αργεντινή, μια χώρα από τις πιο ισχυρές που ασκεί ευρύτερη επιρροή στις χώρες της Λατινικής Αμερικής, αποτελεί ένα ελπιδοφόρο μήνυμα για την αριστερά και τα προοδευτικά κινήματα όλης της περιοχής. Σύμφωνα με αναλυτές μπορεί να σηματοδοτήσει και την έναρξη μιας νέας περιόδου αντίστασης στις δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού και στα σχέδια των ΗΠΑ που εκδηλώνονται όλο και πιο ανοιχτά με την προεδρία Τραμπ. Παρ΄ όλα αυτά, είναι πολύ δύσκολο όπως φαίνεται να τελειώνουν με το «ροζέ κύμα», όπως χαρακτηρίζουν τις αριστερές κυβερνήσεις σε αρκετές χώρες της Λ. Αμερικής.
Η Ενωμένη Αριστερά στην Αργεντινή με τη συνεργασία του Αλμπέρτο Φερνάντες και της πρώην προέδρου Κριστίνα Κίρχνερ που συγκέντρωσε το ποσοστό 48,1% έναντι του 40,7% του Μαουρίτσιο Μάκρι δεν είναι το μόνο ελπιδοφόρο μήνυμα στην περιοχή αυτή. Την ίδια χρονική περίοδο ένα τεράστιο κίνημα αμφισβήτησης εκδηλώθηκε στη Χιλή, το Εκουαδόρ, την Ονδούρα και την Βραζιλία, ενάντια στα αντιλαϊκά μέτρα που παίρνουν οι κυβερνήσεις. Ενώ από την άλλη ο πρόεδρος της Βολιβίας Νικολάς Μαδούρο επανεξελέγη στην προεδρία, οι συντηρητικές δυνάμεις με την παρότρυνση των ΗΠΑ επιχειρούν να αμφισβητήσουν τα αποτελέσματα χωρίς στοιχεία και επιχειρήματα. Εκλογική επιτυχία σημείωσαν και στην Ουρουγουάη οι δυνάμεις της αριστεράς κερδίζοντας την πρώτη θέση με 38% στο α΄ γύρο των εκλογών.

Στο κέντρο των αγώνων

Τα γεγονότα αυτά δείχνουν ότι η αριστερά –και τα κοινωνικά κινήματα– είτε είναι στην κυβέρνηση είτε στην αντιπολίτευση βρίσκονται στο κέντρο των μεγάλων πολιτικών και κοινωνικών αγώνων.
Οι μαζικοί αγώνες που συνεχίζονται στη Λατινική Αμερική έχουν δημιουργήσει μια νέα κατάσταση πολύ δύσκολη να τη διαχειριστούν οι ντόπιες κοινωνικο-οικονομικές πολιτικές ελίτ όπως αποδεικνύεται με τα αιματηρά γεγονότα στη Χιλή, το Εκουαδόρ και τις άλλες χώρες. Ωστόσο, όπως αναφέρουν αναλυτές κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την πολιτική πραγματικότητα της περιοχής ότι: τόσο η δεξιά όσο και η αριστερά στη Λατινική Αμερική έχουν βαθιές ρίζες και ισχυρή μαζική στήριξη.
Μετά την εκλογή του Μ. Μάκρι στην Αργεντινή το 2015 ακολούθησε η επικράτηση, σε μια σειρά χώρες, δεξιών κυβερνήσεων που κατάργησαν τα προοδευτικά μέτρα, που είχαν εφαρμόσει οι αριστερές κυβερνήσεις. Τότε μερικοί βιάστηκαν να διακηρύξουν ότι κλείνει ο κύκλος του «ροζέ κύματος» προσθέτοντας πως δεν απέμεινε παρά «να τελειώνουμε με τη Βενεζουέλα, τη Βολιβία, το Μεξικό και την Κούβα».

Ο Μάκρι πάντα στη μάχη κατά του «λαϊκισμού»

Η νίκη της αριστεράς το 2019 στην Αργεντινή ήρθε να ανατρέψει αυτή την πρόβλεψη. Τα προβλήματα, όμως, που έχει να αντιμετωπίσει η νέα αριστερή κυβέρνηση είναι πολλά και δύσκολα: Πώς θα τα διαχειριστεί και ποιες λύσεις θα δώσει για να ξεφύγει η χώρα από την οικονομική κρίση; Πώς θα επανεκκινήσει την οικονομία, μετά τις καταστροφές που έχει προκαλέσει η κυβέρνηση Μ. Μάκρι; Πώς θα βελτιώσει το επίπεδο ζωής των Αργεντινών σε μια οικονομική συγκυρία επιβράδυνσης που βρίσκεται σε εξέλιξη;
Ο Μ. Μάκρι με το τεχνοκρατικό επιτελείο του και τους οικονομικούς κύκλους που τον είχαν περιστοιχίσει εφάρμοσε μια πολιτική ρήξης με τον «λαϊκισμό της Κριστίνα Κίρχνερ» όπως είχε διακηρύξει τότε και συνέχισε μέχρι τελευταία. Δεν είχε τίποτα καινούργιο να προσθέσει. Με τα νεοφιλελεύθερα μέτρα που εφάρμοσε αποδιάρθρωσε την οικονομία, μείωσε τις δημόσιες κοινωνικές δαπάνες, περιόρισε τους μισθούς, κατάργησε θέσεις εργασίας στο δημόσιο, ιδιωτικοποίησε το συνταξιοδοτικό σύστημα και τις εταιρίες ενέργειας (ηλεκτρισμού) και ταυτόχρονα μείωσε τους φόρους των πλουσίων. Τέλος, απελευθέρωσε τα κεφάλαια, αποδυνάμωσε το κράτος, έχοντας πάντα στραμμένα τα μάτια του προς τις αγορές. Ταυτόχρονα φρόντισε να πλησιάσει – συμμετέχοντας στα γεωπολιτικά παιχνίδια– τις μεγάλες δυτικές δυνάμεις. Τις δυνάμεις, βέβαια, που «θα αποτελούσαν εγγύηση για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων που θα έπαιρναν τη μορφή χιονοστιβάδας. «Πέντε χρόνια μετά, οι επενδύσεις δεν έφθασαν ποτέ», όπως γράφει η «Λε Μοντ Ντιπλοματίκ». Και βέβαια «οι εξαγωγές περιορίστηκαν και ο πληθωρισμός ήταν ο μεγαλύτερος στις χώρες της Λ. Αμερικής, μετά την Βενεζουέλα, έφθασε στο 55%».
Μετά απ΄ όλες αυτές τις εξελίξεις ο Μ. Μάκρι, «ο άνθρωπος των επιχειρήσεων» προσέφυγε στις αγορές για να συγκεντρώσει τα αναγκαία ποσά, ώστε να ολοκληρώσει το πρόγραμμά του, όπως έλεγε. Αυτές όμως του έδειξαν το δρόμο προς το ΔΝΤ.

Η Αργεντινή και πάλι στο δρόμο του μαρτυρίου

Έτσι η χώρα για τρίτη φορά μετά το 1989 και το 2001 ακολουθεί αυτό το δρόμο του μαρτυρίου. Το ΔΝΤ μετέτρεψε με τους όρους που επέβαλε το οικονομικό αδιέξοδο σε κοινωνικό και τελικά σε πολιτικό αδιέξοδο. Μετά τις προκριματικές εκλογές στις 15 Αυγούστου ο Ρομπέρτο Λαβάνια που ήρθε τρίτος αποσύρθηκε από την εκλογική κούρσα και πρότεινε να ψηφίσει η Βουλή κατεπείγοντα μέτρα «για τη διατροφική ασφάλεια». Λίγες ημέρες αργότερα, με την πρόταση αυτή τάχθηκε και η Καθολική Εκκλησία. Εν τω μεταξύ, η Standard and Poors ταξινόμησε τη χώρα σε κατάσταση «επιλεκτικής χρεοκοπίας». Στα μέσα Σεπτεμβρίου, κάτω από την πίεση του κοινωνικού κινήματος, η Βουλή ψήφισε ομόφωνα το νομοσχέδιο που παρουσιάστηκε από την αντιπολίτευση. Ο νόμος προβλέπει την αύξηση κατά 50% των δημόσιων δαπανών. Ένα ποσό που θα διατεθεί για διατροφή των παιδιών στα σχολεία.
Σύμφωνα με τη FAO, 5 εκατ. Αργεντινοί υποφέρουν από τη «διατροφική ανασφάλεια», υποσιτίζονται. Πρόκειται για ένα αριθμό ανθρώπων μεγαλύτερο από αυτούς που υπέφεραν στη διάρκεια της κρίσης του 2001. Δηλαδή δημιουργήθηκε μια κατάσταση αφόρητη. Και «το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό, αλλά πολιτικό» υποστηρίζει ο Ζαν Φέιντερ, πρώην πρέσβης του Λουξεμβούργου στα Ηνωμένα Έθνη και συγγραφέας του βιβλίου «Η πείνα σκοτώνει». Η κατάσταση αυτή, γράφει ο συγγραφέας, «οφείλεται στην πολιτική Μ. Μάκρι, ο οποίος εφάρμοσε όπως οι προκάτοχοί του νεοφιλελεύθερη πολιτική απαράδεκτη, ενώ έβλεπε πως έφθανε η κρίση, παραχωρούσε μαζικά δάνεια με όρους του παρελθόντος», δηλαδή, χωρίς όρους.
Ένας άλλος λόγος για την εξέλιξη αυτή, πάντα σύμφωνα με τους ειδικούς των Ηνωμένων Εθνών, είναι η υπερπροσφορά βοήθειας στις μεγάλες αγροτοδιατροφικές μονάδες, προσανατολισμένες στις εξαγωγές. Οι συνέπειες αυτής της πολιτικής ήταν να σημειωθεί μείωση της παραγωγής προϊόντων για την εσωτερική αγορά. Έτσι, τα ράφια στα σούπερ μάρκετ γέμισαν, με τις τιμές όμως να εκτινάσσονται στα ύψη.
Αυτή η δραματική κατάσταση που επικρατεί στο διατροφικό τομέα παραδόξως δεν έχει να κάνει με την παραγωγικότητα στην αγροτική οικονομία της χώρας που είναι η 6η μετά την ΕΕ, τις ΗΠΑ, τη Βραζιλία, την Κίνα και τον Καναδά, αλλά με το μοντέλο ανάπτυξης. Ένα μοντέλο ανάπτυξης που έχει προκαλέσει πολλές παρενέργειες όπως τη συγκέντρωση του πληθυσμού κατά 90% στις υποβαθμισμένες περιοχές των μεγάλων αστικών πόλεων.
Ο Φερνάντες έχει πλήρη συνείδηση ότι θα παραλάβει στις αρχές Δεκεμβρίου «μια χώρα κατεστραμμένη κι ότι θα χρειαστεί χρόνος για την επανόρθωση της», γράφει η «Λε Μοντ». Και συνεχίζει με τα λόγια του Φερνάντες: «Για να το πετύχουμε αυτό θα πρέπει να αυξήσουμε τα πραγματικά μεροκάματα, να αυξήσουμε τις δημόσιες δαπάνες, με προσοχή όμως για να μην σημειωθούν πληθωριστικά φαινόμενα, σε ένα πλαίσιο συμφωνίας εργαζομένων και επιχειρήσεων», όπως είπε. Προς το παρόν, όπως αναφέρεται στα μίντια, τον απασχολεί το πρόβλημα του χρέους, το οποίο θα πρέπει να επαναδιαπραγματευτεί με το ΔΝΤ και τους ιδιώτες δανειστές, ώστε να έχει κάποια οικονομικά περιθώρια χειρισμών. Οι συμφωνίες που έχει υπογράψει ο Μάκρι είναι ασφυκτικές, προβλέπουν ότι η Αργεντινή θα πρέπει να πληρώσει για το χρέος 24 δισ. δολάρια (δηλαδή 22 δισ. ευρώ) το 2020. Το ίδιο και ίσως μεγαλύτερο ποσό θα ισχύσει και για τον επόμενο χρόνο. Ωστόσο, ο Φερνάντες σύμφωνα και με τις πρώτες ενδείξεις είναι αποφασισμένος να ταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα, επιδιώκοντας να ξαναθερμάνει τις σχέσεις με τα γειτονικά κράτη, παρά την άρνηση του Μπολσονάρο, και να ακολουθήσει μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, αναπτύσσοντας τις σχέσεις της χώρας του ιδιαίτερα με την Κίνα.

Μ. Κοβάνης