Αργυρώ Πολυχρονάκη – Κοκοβλή: Η αντάρτισσα της μαδάρας

Η Αργυρώ Πολυχρονάκη – Κοκοβλή έφυγε από τη ζωή. Το περασμένο Σάββατο 16 Μάρτη, σε ηλικία 94 χρόνων. Η χανιώτισσα αντάρτισσα γεννήθηκε στη Δρακώνα Κεραμειών του νομού Χανίων και συμμετείχε από νωρίς στην Αντίσταση μέσα από τις γραμμές της ΕΠΟΝ. Το 1947 συνελήφθη και φυλακίστηκε, ενώ στις αρχές του 1948 βγήκε στο βουνό και εντάχθηκε στον Δημοκρατικό Στρατό, όπου και γνώρισε τον μετέπειτα σύζυγό της Νίκο Κοκοβλή. Έμειναν καταδιωκόμενοι και επικηρυγμένοι μέχρι το 1962, όταν και δραπέτευσαν κρυφά στο εξωτερικό μαζί με ακόμα τέσσερις συντρόφους τους ύστερα από εντολή της Κ.Ε. του ΚΚΕ. Μετά από έξι μηνών περιπέτειες έφτασαν στη Σοβιετική Ένωση, όπου έζησαν 14 χρόνια. Επαναπατρίστηκαν το 1976.
Ο Νίκος και η Αργυρώ έγραψαν μαζί τα βιβλία: «Βάσανα και καημοί», «Στα βουνά της Κρήτης και στην παρανομία», «ΕΣΣΔ – Προσδοκίες και πραγματικότητα», «Μνήμες που ποτέ δεν σβήνουν» και το «Άλλος δρόμος δεν υπήρχε» που έγινε και ντοκιμαντέρ από τον Σταύρο Ψυλλάκη. Ο σκηνοθέτης, που συνεργάστηκε μαζί τους για τη δημιουργία του ντοκιμαντέρ, σημείωσε για την Αργύρω και τον Νίκο: «Η Αργυρώ και ο Νίκος Κοκοβλής ήταν δύο εξαιρετικοί άνθρωποι των οποίων η πορεία ζωής ήταν εντυπωσιακή. Κυρίως εντυπωσιάζει ο τρόπος με τον οποίο αυτοί οι άνθρωποι πήραν τόσο καθοριστικές για τη ζωή τους αποφάσεις. Σχεδόν δεν μπορούμε να φανταστούμε σήμερα ότι πέρασαν τόσες δυσκολίες και κακουχίες και παρέμειναν όρθιοι όλα αυτά τα χρόνια. Η Αργυρώ δεν έπαψε να έχει ποτέ αγωνιστική διάθεση, ήδη από την εποχή της Τασκένδης που ήταν αφορμή να διαγραφεί από το κόμμα, αλλά και αφού επέστρεψε στην Ελλάδα. Είχε ως προσωπικότητα μια αγωνιστική έγνοια. Αν και είχαν όλες τις δικαιολογίες που θα μπορούσαν να τους απομακρύνουν από τα ιδανικά τους, παρόλα αυτά ποτέ δεν το έκαναν. Η φλόγα που είχαν μέσα τους και τους έκανε να πιστεύουν στον άνθρωπο, παρέμενε άσβεστη.»
Ο γραμματέας της ΝΕ Χανίων του ΣΥΡΙΖΑ, Ανδρέας Παπανδρέου αποχαιρέτισε την αγαπημένη αγωνίστρια λέγοντας: «Στη σορό που βρίσκεται μπροστά μας χώρεσε όλος το βάρος της παράδοσης της χανιώτικης υπαίθρου, ο κάματος των αγροτών και των κτηνοτρόφων, το ανάστημα του λαού της Κρήτης ενάντια στη ναζιστική κατοχή, η απελευθερωτική δύναμη της ΕΠΟΝ που σχεδίασε ένα άλλο μέλλον για τη χώρα». Ενώ, η ΝΕ Χανίων με ανακοίνωσή της επισήμανε: «Για την αγωνίστρια της Λευτεριάς κλαίνε τα βουνά της Κρήτης. Για την αγωνίστρια του σοσιαλισμού και της δικαιοσύνης μιλά κάθε δρόμος των Χανίων. Για την θαρραλέα υπερασπίστρια των ανανεωτικών ιδεών ξέρει η στέπα της Τασκένδης. Για την αφοσιωμένη μητέρα κυλά το δάκρυ του γιου της Γιώργου. Εμείς, οι συντρόφισσες και οι σύντροφοι της στον ΣΥΡΙΖΑ Χανίων, την αποχαιρετούμε σιωπηλοί. Με τους ώμους σκυφτούς από τη βαριά της πολιτική κληρονομιά, με την καρδιά γεμάτη από την αγάπη της, με το βήμα σταθερό στο μονοπάτι που εκείνη χάραξε. Γιατί, Αργυρώ μας, το ξέρουμε: άλλος δρόμος δεν υπάρχει!»
Είναι τόσοι οι άνθρωποι που θλίβονται από αυτόν το θάνατο. Αυτοί που την γνώρισαν από τους αγώνες της, αυτοί που την συμβολοποίησαν για τις επιλογές της, αυτοί που την κρατούν στην καρδιά και τη σκέψη τους, όπως η χανιώτισσα συγγραφέας Μάρω Δούκα τό ’πε, ως την αντάρτισσα για την οποία άλλος δρόμος δεν υπήρχε. Την αντάρτισσα που έζησε και αφηγήθηκε, μαζί με τον σύντροφό της στη ζωή και τον αγώνα, Νίκο, με τρόπο διακριτό, αγωνιστικό και ανθρώπινο μια ιστορία ζωής που ήταν και Ιστορία μιας εποχής, ενός τόπου, ενός πολιτικού χώρου.
Παρότι λογικά, βιολογικά το τέλος ήταν αναμενόμενο, συναισθηματικά και πολιτικά παραμένει οδυνηρό. Διότι –όπως αποφασίσαμε και με τον Τάσο Σακελλαρόπουλο, ας μην πούμε ότι τελειώνει μια εποχή με το θάνατο της Αργυρώς– κλείνει μια εποχή. Ανοίγει μια ρωγμή για να ελπίζουμε αγωνιζόμενοι με παρακαταθήκη τον τρόπο που αυτή η γυναίκα έζησε, τον σπάνιο και συμβολικό για μια πολιτική γενιά, για μια εποχή.
Ας μην την αφήσουμε να πεθάνει.

 

Άλλος δρόμος δεν υπήρχε,
από επιλογή, όχι από ανάγκη

Γνωρίζοντας την Αργυρώ, τη δεκαετία του ’70, και ιδιαίτερα την εποχή του προεκλογικού αγώνα στα Χανιά για τη Συμμαχία Αριστερών και Προοδευτικών Δυνάμεων, ήρθα σε επαφή με έναν άνθρωπο εξαιρετικά θετικό, οργανωτικό, πρόσχαρο, έναν άνθρωπο που φρόντιζε, με τρόπο και μητρικό και συντροφικό, τα νέα παιδιά που δουλεύαμε τότε σε αυτήν την προσπάθεια. Έχει ιδιαίτερη σημασία αυτή η διαπίστωση, γιατί επρόκειτο για το 1977, για την περίοδο που μόλις είχε έρθει από τη Σοβιετική Ένωση.
Ήταν όμως μια σημαίνουσα περίοδος και ένας σημαίνων αγώνας για τα Χανιά ευρύτερα, διότι ήταν η περίοδος που το ΠΑΣΟΚ ανεβαίνει, που η ανανεωτική Αριστερά έχει ένα λόγο, αλλά με περιορισμένη διείσδυση στο εκλογικό σώμα. Έχει ενδιαφέρον γιατί στην Αργυρώ βλέπαμε και προσωπικές επιλογές μαζί με τις πολιτικές στον ευρύτερο πολιτικό χώρο. Ήταν αυτή η διαφορετική αντίληψη μπροστά στο τεράστιο κύμα του ΠΑΣΟΚ που ερχόταν.
Διαβάζοντας το βιβλίο του Νίκου και της Αργυρώς, που εξέδωσε ο επίσης χανιώτης Χρήστος Παπουτσάκης, γίνεται κατανοητή, ιδιαίτερα αν έχεις μια μικρή γνώση της περιοχής, η καταγωγή της Αργυρώς, από ένα μικρό χωριό στα Κεραμειά, από τη μαδάρα, από έναν ξερό τόπο, φτωχό. Η περιοχή καταγωγής του Νίκου είναι ένας πιο πλούσιος τόπος, το Βαμβακόπουλο, η περιοχή όπου έζησαν τελικά. Κυρίως, όμως, αυτό που γίνεται αντιληπτό μέσα από αυτό το βιβλίο είναι ότι, ενώ για πάρα πολλά χρόνια ο κεντρώος χώρος υποστήριζε ότι δεν έγινε εμφύλιος στην Κρήτη, παρουσιάζονται γεγονότα για το τι ήταν ο εμφύλιος στην Κρήτη. Ο εμφύλιος υπήρχε, ήταν πιο περιορισμένος και σε βάθος και σε χρόνο, αλλά είχε πολύ μεγάλη ένταση, διότι στην ουσία προερχόταν από μια εντελώς ενδοοικογενειακή υπόθεση, μια και οι δυο πλευρές που συγκρούστηκαν –οι αριστεροί και οι κεντρώοι– ήταν Βενιζελικοί. Στα Χανιά δεν υπήρχαν βασιλικοί. Αυτό είναι ένα στοιχείο πολύ ενδιαφέρον στο οποίο συμβάλλει το βιβλίο. Το κέντρο στα Χανιά, ο βενιζελικός χώρος που συνέχισε την πολιτική του δράση μετά τον πόλεμο, λειτούργησε και σαν καταφύγιο για τις οικογένειες των αριστερών. Υπήρχε επικοινωνία και εκλογικά, εκτός των άλλων.
Είναι τα χρόνια που η Αργυρώ κρύβεται με τους συντρόφους της στο Ακρωτήρι, προσπαθώντας να στηρίξουν τις παράνομες ομάδες στην πόλη των Χανίων, και μετά φεύγουν. Ως απολογισμό αυτής της φάσης, αν μπορεί να ξεχωρίσει κάτι για αυτούς τους ανθρώπους, είναι ότι βιώσαν τον εμφύλιο με τον πιο τραγικό τρόπο. Σκεφτείτε για δεκαέξι χρόνια να είναι κάθε μέρα κλεισμένοι σε ένα ντουλάπι και να βγαίνουν το βράδυ για να κάνουν πολιτική δουλειά. Δεν είναι κάτι που μπορεί να το σκεφτεί κάποιος εύκολα. Αλλά, ίσως, το πιο σημαντικό είναι ότι δεν τους έμεινε μνησικακία, θυμός. Προκύπτει και από το βιβλίο αυτή η ανοχή –δεν τολμώ να πω τη λέξη συμπάθεια– που είχαν, και ο Νίκος και η Αργυρώ, με τους διώκτες τους, μεταπολιτευτικά πια. Μια αίσθηση ότι στο ανθρωπίνως δυνατό πεδίο καλλιεργείται μια επικοινωνία. Χωρίς αφέλεια, με επίγνωση του τι έκαναν. Ο τρόπος που παρουσιάζεται στο βιβλίο αυτό το στοιχείο είναι τουλάχιστον εντυπωσιακός.
Το βιβλίο συνολικά είναι μια προσπάθεια ώστε να μπορέσει να γίνει αντιληπτό τι ήταν το βενιζελικό ΕΑΜ, ιδιαίτερα στο χώρο των Χανίων. Σε ένα τόπο, δηλαδή, που ήταν πολύ συνδεδεμένος με τον αλυτρωτισμό, με τα όπλα, με τη μαχητικότητα των ανθρώπων υπέρ του Βενιζέλου. Πώς τελικά αυτό αλλάζει προσανατολισμό και στρέφεται αριστερότερα στη διάρκεια της Κατοχής, αλλά και πώς μετά αυτοί οι άνθρωποι συνδέονται με αυτόν τον πολιτικό χώρο και συνεχίζουν να τον υποστηρίζουν. Πάντοτε χωρίς εριστικότητα, με σοβαρότητα και σοφία στο λόγο τους.
Άλλος δρόμος δεν υπήρχε για λόγους επιλογής, όχι για λόγους ανάγκης. Με το θάνατο της Αργυρώς κλείνει μια πολιτική εποχή και ταυτόχρονα κλείνει μια πολιτική σκέψη.

Τάσος Σακελλαρόπουλος,
ιστορικός, υπεύθυνος των Ιστορικών Αρχείων του Μουσείου  Μπενάκη και μέλος των ΑΣΚΙ

 

Ήθελε να μιλά για το μέλλον

Την Αργυρώ την γνώρισα από έναν έλληνα παλιό μου φίλο, τον Χρήστο Παπουτσάκη, εκδότη του περιοδικού «Αντί». Με είχε καλέσει να περάσω μερικές μέρες στο σπίτι του στα Χανιά, την παλιά πρωτεύουσα της Κρήτης, όπου είχε γεννηθεί. Μια μέρα μου είπε: απόψε θα σε πάω για φαγητό σε κάποιους ξεχωριστούς συντρόφους.
Μόνο κατά τη διάρκεια της διαδρομής, τριάντα περίπου χιλιόμετρα μακριά από το αστικό κέντρο, μού αφηγήθηκε ποιοι ήταν αυτοί που θα συναντούσαμε: η Αργυρώ και ο Νίκος, από τους λίγους επιζώντες του Δημοκρατικού Στρατού που πολέμησε στον εμφύλιο πόλεμο στο νησί της Κρήτης. Είχαν μείνει κρυμμένοι για 16 χρόνια στο βουνό, στις ρεματιές, ή στη βραχώδη ακτή για να μην αναγκαστούν να υπογράψουν την πίστη τους στο βασιλιά, που ήταν ο μόνος τρόπος για να ξεφύγουν από τον απαγχονισμό.
Όμως, ένα εξαιρετικά σημαντικό για μένα κομμάτι της ιστορίας μού το αφηγήθηκε η ίδια η Αργυρώ, ενώ δειπνούσαμε κάτω από τα δέντρα του σπιτιού τους: ήταν ήδη μια γυναίκα ηλικιωμένη –θα πρέπει να ήταν στα τέλη της έβδομης δεκαετίας (ήταν το 2005 αν δεν απατώμαι) – ακόμη όμορφη, ζωηρότατη, χαρούμενη. Μου εξήγησε πως, όταν στα τέλη της δεκαετίας του ’50 ανακάλυψαν ότι η ΕΔΑ είχε συγκεντρώσει το 26 τοις εκατό των ψήφων, αντιλήφθηκαν ότι δεν είχε νόημα να παραμείνουν κρυμμένοι. Όμως, δεν ήταν εύκολο να βγουν από το νησί παράνομα. «Αναγκαστήκαμε να περιμένουμε άλλα δύο χρόνια και μετά, με τη βοήθεια συντρόφων που δεν ήταν στην παρανομία, κατορθώσαμε να φύγουμε». Και μου περιέγραψε το ταξίδι που έγινε χάρη σε κάποιον που σήμερα θα ονομάζαμε «διακινητή». Αυτός τους αποβίβασε, το 1962, σε μια σπηλιά που ανοιγόταν πάνω στα βραχώδη τοιχώματα που δεσπόζουν πάνω από τη θάλασσα στο Ότραντο. Ήταν μόνο έξι, γιατί από τις χιλιάδες του Δημοκρατικού Στρατού είχαν απομείνει μόνο οκτώ και δύο από αυτούς δεν θέλησαν να φύγουν.
Εδώ άρχισε η αφήγηση της μετάβασής τους στην Ιταλία, μου μίλησε για τις αρχικές τους κακοτυχίες, μετά για τη βοήθεια των συντρόφων του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, οι οποίοι, στην αρχή ήταν δύσπιστοι, για την παράνομη μεταφορά τους στη Ρώμη, έπειτα στο Μιλάνο, για τις προσπάθειες να περάσουν «το σιδηρούν παραπέτασμα» για να φθάσουν στην πολυπόθητη Σοβιετική Ένωση.
Δεν γνώριζα την υπόθεση, αλλά αμέσως μου ήρθε στο νου ότι εκείνο τον καιρό είχαμε στην Πούλια έναν κομμουνιστή περιφερειάρχη, τον Νίκι Βέντολα και, γεμάτη ενθουσιασμό, το είπα στην Αργυρώ, η οποία, έκπληκτη, μου απάντησε: «Μα κάνατε επανάσταση;» Γελάσαμε μαζί, αλλά πριν να αφήσω εκείνη και τον Νίκο τους είπα ότι θα διοργάνωνα μια επιστροφή τους στην Πούλια.
Δεν ήταν εύκολο, γιατί ο γραμματέας της Νομαρχιακής του ΙΚΚ στο Λέτσε, που ήταν παλιός μου φίλος, ο Φοσκαρίνι, είχε πεθάνει, όπως και ο σύντροφος που τους είχε συνοδέψει στις μετακινήσεις τους και έκανε και λίγο χρέη διερμηνέα: είχε μάθει λίγα ελληνικά γιατί κατά τη διάρκεια του φασιστικού πολέμου είχε επιστρατευθεί και τον είχαν στείλει στο μέτωπο της Αττικής. Αμέσως μετά το τέλος του πολέμου είχε γραφτεί στο ΙΚΚ.
Ήταν λοιπόν δύσκολο να εντοπίσουμε αυτούς που τους είχαν φιλοξενήσει και τους προμήθευαν φαγητό, γιατί κάποιοι απ’ αυτούς είχαν επίσης πεθάνει. Βρήκα όμως μια κόρη τους που θυμόταν ακόμη ότι, μικρούλα, συνόδευε τη μητέρα της για να φέρει φαγητό σε κάποιους κρυμμένους Έλληνες. Είχε φυλάξει την κάρτα που η Αργυρώ και ο Νίκος είχαν στείλει στην οικογένεια με τη φωτογραφία του γάμου τους στην Τασκένδη. Εκείνη μου βρήκε και τους άλλους. Έτσι, η Αργυρώ (όχι ο Νίκος που ήταν ήδη πολύ άρρωστος) και οι άλλοι έφθασαν στο Λέτσε: ήταν μια εξαιρετική συνάντηση, μετά από 50 χρόνια, των ιταλών και των ελλήνων. Στη συνέχεια έγινε μια εκδήλωση στο θέατρο της πόλης, με την υπέροχη Αργυρώ να ενοχλείται με αυτούς που την ρωτούσαν για το ηρωικό της παρελθόν, γιατί ήθελε να μιλήσει μόνο για το μέλλον.
Από τότε είχα στο νου μου να γράψω την ιστορία του Ναζίμ Χικμέτ, της δύσκολης ζωής που είχε ως τούρκος κομμουνιστής και, επομένως, και των δύσκολων ερώτων του. Αφού όμως γνώρισα την Αργυρώ και τον Νίκο ένιωσα ότι ήθελα να γράψω και για το δικό τους δύσκολο έρωτα. Τελικά, από όλα αυτά γεννήθηκε ένα βιβλίο που έχει τίτλο «Κομμουνιστικοί έρωτες», με μια τρίτη ιστορία από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Παρουσιάζοντας σε διάφορα μέρη της Ιταλίας αυτό το βιβλίο καταλήγω πάντα σε μια φράση της Αργυρώς για να εξηγήσω το νόημα του βιβλίου, αυτήν που πρόφερε όταν πριν από μερικά χρόνια πέθανε ο Νίκος: «Ο γάμος μας», είπε, «ήταν πολύ ευτυχισμένος».
Ευτυχισμένος, ακόμη και αν λάβουμε υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες έζησαν για δεκαετίες; Και όμως, ναι, γιατί όταν ο έρωτας συνοδεύεται από την αγάπη για την ανθρωπότητα, για τη χώρα σου, για έναν καλύτερο κόσμο, είναι πιο δυνατός και πιο ωραίος. Γι’ αυτό κάνει τη ζωή πιο ευτυχισμένη από των ανθρώπων που σκέφτονται μόνο τον εαυτό τους και μένουν κλεισμένοι μέσα στο σπίτι τους ομφαλοσκοπώντας.
Πρόσφατα, σε μια τηλεοπτική εκπομπή, στη συνηθισμένη ερώτηση γιατί λέω πως είμαι κομμουνίστρια απάντησα ότι δεν μπορεί να είσαι κομμουνιστής αν δεν έχεις ερωτευθεί. Πιστεύω ότι αυτό το έμαθα από την Αργυρώ.

Λουτσιάνα Καστελίνα
Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς

Το βιβλίο της Λουτσιάνας Καστελίνα μεταφράζεται στα ελληνικά και πρόκειται να δημοσιευθεί από τις εκδόσεις Angelus novus.