Αριστείδης Μπαλτάς: Ο ΣΥΡΙΖΑ ήρθε να χαλάσει τους όρους αναπαραγωγής του δικομματισμού

baltas

Φαίνεται πως κάτι αρχίζει να αλλάζει στη στάση ορισμένων πολιτικών δυνάμεων απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ και την κυβέρνηση. Αυτές έχουν αλλάξει την οπτική τους ή κυβέρνηση και ΣΥΡΙΖΑ τις προσεγγίζουν; Τι είναι εκείνο που αλλάζει στην πραγματικότητα και ποια είναι τα στοιχεία που οφείλει να διατηρήσει και να τονώσει σε αυτές τις συνθήκες ένα κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς;

Τη συνέντευξη πήραν
οι Μπάμπης Γεωργούλας
και Παύλος Κλαυδιανός

Το τελευταίο διάστημα δυνάμεις από τον ευρύτερο χώρο του Κέντρου, κυρίως διανοούμενοι, θέτουν το ζήτημα της επανεξέτασης της στάσης τους έναντι της κυβέρνησης με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ. Η συζήτηση, μάλιστα, προχωρεί και στο άλλο σκέλος: τι κόμμα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ; ΄Εχει επέλθει ή όχι η σοσιαλδημοκρατικοποίησή του; Ας τα δούμε, λοιπόν, όλα αυτά.
Το θέμα έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον, γιατί βρισκόμαστε, νομίζω, σε μεταίχμιο. Θα μου επιτρέψετε να αρχίσω κάπως ιστορικά. Εμείς, ως ριζοσπαστική Αριστερά, ξεκινήσαμε με μια βασική διαίρεση: επανάσταση ή μεταρρύθμιση; Στο δίλημμα αυτό, τουλάχιστον η ανανεωτική αριστερά, πρόσθεσε ότι η επανάσταση δεν είναι «στιγμιαία» κοινωνική πράξη. Ο δρόμος που οδηγεί στο σοσιαλισμό είναι δημοκρατικός, μακροχρόνιος, με ρήξεις και τομές. Αυτά μας κράτησαν και μας έφτιαξαν ως ριζοσπαστική αριστερά, με όλες τις διαφωνίες ή εντάσεις μεταξύ μας. Εκεί όπου βρεθήκαμε πίσω από τις ανάγκες των καιρών, είναι ότι μετά το 1989, με την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού και την «ένταξη» της επίσημης σοσιαλδημοκρατίας στο νεοφιλελευθερισμό, η ριζοσπαστική αριστερά κρατάει μεν την καταγωγή της, αλλά ταυτόχρονα αναλαμβάνει στην πράξη τα καθήκοντα της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας. Αν δεις τα δικά μας προγράμματα, από το 1990 και μετά, αυτά δεν είναι προγράμματα ριζοσπαστικών ρήξεων αλλά άμυνας απέναντι στην επίθεση του νεοφιλελευθερισμού στο κοινωνικό κράτος και τα συναφή. Άρα παίζαμε κατ’ ουσίαν αμυντικό ρόλο υποστηρίζοντας περίπου όσα διακήρυσσε η σοσιαλδημοκρατία πιο πριν. Έτσι φτάνουμε στο σημείο όπου προτείνουμε και διεκδικούμε μέτρα προστασίας του κοινωνικού κράτους, που κάποτε για μας φαίνονταν ίσως ρεφορμιστικά, αλλά για τους πολιτικούς αντιπάλους μας αντιμετωπίζονται σήμερα ως επαναστατικές προτάσεις και μάλιστα ακραίες. Γι’ αυτό η νεοφιλελεύθερη δεξιά, αλλά και η σοσιαλδημοκρατία μαζί της, μας καταδικάζει σαν σοβιετικούς, τελευταίους υποστηρικτές του κρατισμού κτλ. Τα ζητήματα αυτά ίσως δεν τα έχουμε καταλάβει στο βάθος που απαιτούν.
Η δεύτερη παρατήρηση είναι ότι μετά το 2015, μετά από τη διαπραγμάτευση, μετά το δημοψήφισμα και την επανεκλογή μας, πολύ αχνά στην αρχή, κάπως πιο έντονα αργότερα, η σοσιαλδημοκρατία αρχίζει και παίρνει κάποιες αποστάσεις από τον νεοφιλελευθερισμό. Και εκεί είναι σαν να ακολουθεί εμάς. Δηλαδή, η στήριξη στον Τσίπρα από διάφορες σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις μοιάζει σαν να τις κάνει να βρίσκουν άλλοθι για να πουν στους εαυτούς τους ότι πρέπει και εμείς κάπως να εναντιωθούμε στη λιτότητα. Αυτή η αργή στροφή, δειλή έστω, της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας αποτελεί επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτές οι εξελίξεις δεν έχουν φτάσει ακόμα εδώ. Εκείνοι που διεκδικούν το όνομα της σοσιαλδημοκρατίας, έχουν ενταχθεί πλήρως στα μνημόνια, στη νεοφιλελεύθερη γραμμή. Ο ΣΥΡΙΖΑ για αυτούς είναι ο παρείσακτος, που ήλθε να χαλάσει τους παγιωμένους για δεκαετίες όρους αναπαραγωγής του δικομματισμού.

Ο οποίος έκανε μια ιστορική υπεξαίρεση, κατά την ηγεσία της ΔΗΣΥ.
Η υπεξαίρεση αφορά την κυβερνητική εξουσία και μάλιστα με την πολύ στενή έννοια. Δηλαδή, αν κρατήσει ο ΣΥΡΙΖΑ μια τετραετία και μια άλλη ακόμη, τότε όλα τα βάθρα αναπαραγωγής του πολιτικού συστήματος καταρρέουν. Και μπροστά στον κίνδυνο αυτό, που αφορά εν πολλοίς τη μεσαία διαπλοκή όχι μόνο την υψηλή, τότε, λένε, ζήτω που καήκαμε. Αντίστροφα, τίθεται στον ΣΥΡΙΖΑ το ερώτημα: θα δημιουργήσει «νέα τζάκια», θα πασοκοποιηθεί ή θα σπάσει τη διαπλοκή και τους μηχανισμούς αναπαραγωγής της; Πιστεύω ότι αυτό είναι βασικό ζήτημα για μας.
Σε αυτή τη γενική λογική εντάσσονται, πιστεύω, διάφορα πολύ πρόσφατα γεγονότα: η τοποθέτηση Μαραντζίδη, οι πρωτοβουλίες Ραγκούση, οι διαφοροποιήσεις στο Κίνημα Αλλαγής συνιστούν απαρχή της παραδοχής ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ήλθε για να μείνει. Άρα, δεν έχει πλέον νόημα η κάθετη αντιπαράθεση σε όλα. Αρχίζει, δηλαδή, μια νέα σελίδα, όπου παύει ο ΣΥΡΙΖΑ να είναι απολύτως απομονωμένος, όπως ήταν μέχρι σήμερα. Πιστεύω ότι άρχισε μια αργή στροφή, που ενισχύεται από την Ευρώπη. Όπως ενισχύεται η θέση του ΣΥΡΙΖΑ και από τα γεωστρατηγικά δεδομένα γύρω και από τη σχετική σταθερότητα που δείχνει η Ελλάδα, διατηρώντας καλές σχέσεις λίγο – πολύ με όλους: από τους Άραβες, το Ισραήλ και το Ιράν, μέχρι την Κίνα, τη Ρωσία, την Αμερική και την Ευρώπη. Όλοι οι παγκόσμιοι παίκτες θέλουν αυτή τη σταθερότητα. Και κάποιοι εδώ έχουν αρχίσει να βλέπουν αυτές τις εξελίξεις. Με άλλα λόγια, ότι είναι αυτοκαταστροφικό και γι’ αυτούς ως πολιτικές δυνάμεις να έχουν μονίμως ανένδοτο μέτωπο εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ σε όλα ανεξαιρέτως τα επίπεδα και σε όλα τα θέματα. Μέχρι γελοιότητας κάποιες φορές.

Τι ακριβώς έχει αλλάξει;

Γι’ αυτό και η αντίφαση αυτή αναδείχθηκε και τέθηκε για συζήτηση από τους διανοούμενους, κυρίως, του χώρου του Κέντρου.
Αρχίζει από τους διανοούμενους, αλλά επειδή ο Ν. Μαραντζίδης ήταν, ας το πούμε έτσι, εμβληματικός διανοούμενος της δεξιάς, σιγά – σιγά περνά και σε διαφοροποιήσεις στους πολιτικούς. Ο Θεοδωράκης, πχ, έχει κάνει μια εμφανή στροφή ως προς την αντιμετώπιση του ΣΥΡΙΖΑ, που τον λοιδορούσε μέχρι σήμερα από το πρωί έως το βράδυ. Λιγότερο ίσως ευθέως ο Θεοχαρόπουλος της ΔΗΜΑΡ ή το ΚΙΔΗΣΟ. Αλλά και εντός του σκληρού κομματιού του ΠΑΣΟΚ αρχίζουν και υπάρχουν επανατοποθετήσεις. Είναι εμφανής, αντίθετα, η αντιστροφή τής Γεννηματά, που ενώ τη μια στιγμή προτείνει μίνιμουμ συνταγματική αναθεώρηση, έρχεται λίγο μετά να ζητήσει εκλογές εδώ και τώρα.

Αυτό το φαινόμενο που περιγράφεις μετά την υπογραφή της συμφωνίας εξόδου από το πρόγραμμα, αν είναι έστω και μέτρια, θα ενταθεί, μάλλον.
Βεβαίως θα ενταθεί. Είναι χαρακτηριστική η ψηφοφορία της Τετάρτης. Το ρήγμα έφθασε και στη ΝΔ. Δηλαδή, αρχίζουν να αλλάζουν οι πολιτικοί μας αντίπαλοι αναπροσαρμόζοντας την τακτική τους, επειδή κατανοούν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ήλθε για να μείνει. Τώρα συνειδητοποιούν ότι τέλειωσε η ιστορία της παρένθεσης. Ήδη στη ΝΔ ο Κ. Μητσοτάκης αποσταθεροποιείται και από τα αριστερά του και απ΄ τα δεξιά του.

Δεν είναι, εύκολο, πάντως γι’ αυτές τις δυνάμεις να βρουν μια αντίπαλη γραμμή σ’ αυτή του ΣΥΡΙΖΑ.
Υπό μία έννοια η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ είναι σήμερα οιονεί μονόδρομος στο πλαίσιο της Ευρώπης. Μιλώντας πρόχειρα δεν φαίνεται να υπάρχει αντίπαλο αφήγημα, πλην βεβαίως του ακραίου νεοφιλελευθερισμού που πρεσβεύει ο Μητσοτάκης.

Αυτό περνά και στην κοινωνία κατά τη γνώμη σου;
Η κοινωνία πιστεύω ότι καταλαβαίνει, σε γενικές γραμμές, όλα τα παραπάνω. Ίσως παραμένει καχύποπτη απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ταυτοχρόνως δεν πιστεύω ότι θέλει να απαλλαγεί από τον ΣΥΡΙΖΑ και να μπει σε νέες περιπέτειες. Και αυτό παθητικά, όχι ενεργητικά ως κίνημα, φαίνεται να το δείχνει με τα λευκά των δημοσκοπήσεων.

 Γιατί ο Μαραντζίδης καταφεύγει στο επιχείρημα, για να στηρίξει την πολιτική θέση του, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ γίνεται σοσιαλδημοκρατία; Είναι σαν να λέει: ο ΣΥΡΙΖΑ ήλθε για να μείνει και καταλαμβάνει τον χώρο μιας από τις παραδοσιακές ευρωπαϊκές πολιτικές οικογένειες. Ο Βενιζέλος ύστερα γιατί το βλέπει σαν κατάληψη ενός χώρου; Συμβαίνει αυτό ή κάτι που είπες εσύ προηγουμένως, ότι έρχεται μια δύναμη και ασκεί καθήκοντα που δεν είναι τα συνήθη γι’ αυτή;
Ο Μαραντζίδης, καταρχάς, το χρειάζεται διότι γι’ αυτόν, ιδεολογικά, είναι νίκη. Δηλαδή, ηττήθηκε η ριζοσπαστική αριστερά, γίνεται σοσιαλδημοκρατία, αυτή είναι νόμιμη πολιτική οικογένεια, άρα μπορώ να συνεννοηθώ εγώ μαζί της. Ο Βενιζέλος, όμως, το προσεγγίζει αλλιώς. Σου λέει, πώς μου στερείς εμένα το παραδοσιακό μου όνομα –ή ένα απ’ αυτά– και άρα, λέει, εγώ νέμομαι τον χώρο αυτό και δεν με νοιάζει να νικήσω την «παραδοσιακή» αριστερά ιδεολογικά. Μου αρκεί να την περιθωριοποιήσω πολιτικά. Το ερώτημα για εμάς είναι πού διαφέρουμε από τη σοσιαλδημοκρατία σήμερα;

Δύο απειλές για τον ΣΥΡΙΖΑ

baltas-2

Όλη αυτή η κατάσταση, όμως, που διαμορφώνεται δεν εμπεριέχει έναν κίνδυνο και για την κυβέρνηση και για τον ΣΥΡΙΖΑ, να εθισθεί σε μια πολιτική, στην πράξη, που δεν τον αντιπροσωπεύει, αποκλίνει από την ταυτότητά του;
Η στρατηγική ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ, από την αρχή, είχε δύο διαστάσεις. Η μια ήταν η αντιπαράθεση και όλα αυτά που είπαμε έως εδώ. Η άλλη διάσταση ήταν αυτή της αφομοίωσης. Δηλαδή, αν ο ΣΥΡΙΖΑ φτάσει να αντικαταστήσει τον έναν πόλο του παλιού δικομματισμού με τρόπο ανώδυνο για το όλο «σύστημα», έχει καλώς. Η στρατηγική τής αφομοίωσης ξεδιπλώνεται όχι στο εμφανές πολιτικό επίπεδο, αλλά στο μη εμφανές. Στο πώς λειτουργούν οι οργανισμοί, αν συνεχίζει ή όχι η διαπλοκή μεσαίας τάξης, αν βολεύονται περίπου όπως πριν οι «ημέτεροι», ακόμη και αν ο ΣΥΡΙΖΑ φτιάξει και καναδυό νέα τζάκια, τότε ούτε γάτα ούτε ζημιά. Αυτός ο κίνδυνος είναι υπαρκτός. Το να εθισθεί, όπως λέτε, ο ΣΥΡΙΖΑ σε μια τέτοια προοπτική. Και υπάρχει κίνδυνος ακριβώς γιατί αυτή η στρατηγική δούλευε υπογείως.

Το πρόβλημα της αλλοίωσης δεν μπορεί να προκύψει και από το γεγονός ότι επί μακρύ, σχετικά, χρονικό διάστημα είσαι υποχρεωμένος να λειτουργείς μ’ αυτή την πολιτική που δεν είναι δική σου; Ότι σε προσλαμβάνει η κοινωνία, ο κομματικός σου κορμός, σαν κόμμα που τείνει να γίνει ο νέος φορέας του παλιού δικομματισμού;
Πρέπει να μιλήσουμε αναλυτικά στο κόμμα για την εμπειρία της διακυβέρνησης. Τι προβλήματα συναντήσαμε, πώς προσπαθήσαμε να τα αντιμετωπίσουμε, τι ζητήματα προέκυψαν για τη σχέση κόμματος και κυβέρνησης. Όλοι συναινούν ότι αυτό είναι σημαντικό, αλλά δεν το κάνουμε. Έχουμε τριάμισι χρόνια, ζωή να ’χουμε, κυβερνητικής εμπειρίας ριζοσπαστικής Αριστεράς στο κέντρο της Ευρώπης. Την εμπειρία αυτή πώς θα τη μάθει ο Γάλλος, ο Ισπανός, ο Πορτογάλος; Για να μην μιλήσουμε για τα ίδια τα μέλη του κόμματος.

Τα απαραίτητα αντισώματα

 Αυτό, ουσιαστικά, είναι μια πλευρά του πώς (δεν) λειτουργεί το κόμμα όταν είναι υποχρεωμένο να έχει την κυβέρνηση υπό αντίξοες συνθήκες, δηλαδή εν μέσω ποικίλων κινδύνων. Πώς φτιάχνει αντισώματα; Πώς οργανώνουμε ιδίως την ιδεολογική μας δουλειά;
Αυτό που κάνουμε εμείς τώρα, ανάγεται σε εμπειροτεχνία. Αλλά όλοι αισθανόμαστε την ανάγκη να συζητήσουμε ιδεολογικά και στρατηγικά. Το ερώτημα των «αντισωμάτων» με έχει απασχολήσει πολύ και για καιρό. Προσπαθώ να απαντήσω ξεκινώντας από το ότι εξακολουθώ να θεωρώ τον εαυτό μου κομμουνιστή. Να προσβλέπω, δηλαδή, στην αταξική κοινωνία και σε έναν δημοκρατικό σοσιαλισμό στην κλίμακα της Ευρώπης. Πώς το αναλύω; Να δούμε τον κομμουνισμό ως το καθεστώς όπου επικρατεί η καθολική δικαιοσύνη, όπου συνδέεται η ελευθερία και η ισότητα. Και το λέω αυτό γιατί ελευθερία και ισότητα βρίσκονται κάποιες φορές σε ένταση. Όλοι οφείλουμε μεν να είμαστε ίσοι έναντι του νόμου, αλλά αυτό δεν καλύπτει πάντοτε την ιδιαιτερότητα του καθενός ή της καθεμίας, την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Και έτσι κάποιες φορές η ισότητα οδηγεί στην αδικία. Είδαμε πρόσφατα πως το αίτημα της ελευθερίας πιέζει το νόμο και τον οδηγεί στο να διευρυνθεί και να ανοίξει νέα πεδία νόμιμης ελευθερίας. Όπως π.χ. στο σύμφωνο συμβίωσης. Η καθολική δικαιοσύνη είναι ο ορίζοντας που αίρει τέτοιες εντάσεις. Άρα, αν θεωρήσουμε πως ο κομμουνισμός ταυτίζεται με την καθολική δικαιοσύνη, τότε αυτή είναι όντως το καθεστώς που συνδυάζει ισότητα και ελευθερία. Άλλωστε όλοι διαθέτουμε το «κοινό περί δικαίου αίσθημα», πράγμα που μας οδηγεί να πούμε ότι ο κομμουνισμός συνιστά μια εγγενή τάση των κοινωνιών. Και αυτό μπορεί να φτιάξει μπούσουλα της δράσης μας: να πολιτεύεσαι συνολικά με γνώμονα την καθολική δικαιοσύνη. Και εδώ συνδέονται πολλά. Και όσα κάνουμε για τους οικονομικά ασθενέστερους και όσα προωθούμε για τα «δικαιώματα» και το πώς αντιμετωπίζουμε παγιωμένες κοινωνικά λειτουργίες ή αντιλήψεις και τι ήθος (αλλά και ύφος) εξουσίας ασκούμε. Και αυτά μπορούν να συσπειρώσουν πραγματικά τον κόσμο και να διευρύνουν εντυπωσιακά την επιρροή μας.
Ξεκίνησες λέγοντας «εξακολουθώ να θεωρώ τον εαυτό μου κομμουνιστή». Σήμερα όμως ασκείς μια άλλη πολιτική. Πώς μπορείς να στηρίξεις αυτή την υπόθεση απέναντι σε κάποιους που θα σου πουν ότι τα λες αυτά για να περνά η ώρα.
Ζούμε στο καπιταλιστικό σύστημα, νεοφιλελεύθερης κεντρικής κατεύθυνσης με κυρίαρχο το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και χίλιους γεωπολιτικούς κινδύνους στον ορίζοντα. Οι συσχετισμοί δυνάμεων στο κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο δεν επιτρέπουν να θίξεις τα βάθρα της εξουσίας. Μπορείς, ωστόσο, να αρχίσεις με τον κόσμο που συσπειρώνεται με τους τρόπους που έλεγα, ώστε όποτε δημιουργηθούν οι όροι, για τους οποίους εργάζεσαι ήδη, όποτε οι σχετικοί συσχετισμοί το επιτρέψουν να μπορείς να προχωρήσεις σε αλλαγές, που αρχίζουν να κλονίζουν τέτοια βάθρα.
Έτσι φτάνουμε, πάλι, στον πόλεμο θέσεων στην ακραία του μάλιστα μορφή.
Ναι, πόλεμος θέσεων. Άρα, μ’ αυτή τη λογική δεν υπάρχει η έννοια «απογοητεύομαι και τα παρατάω». Μπορείς να χάνεις μάχες, αλλά οι δυνάμεις σου είναι ακόμη εδώ και συνεχίζουν. Αυτό, άλλωστε, σημαίνει ότι η κομμουνιστική προοπτική είναι εγγενής, δηλαδή μόνιμη τάση των κοινωνιών.

Ένα κόμμα που να αντέχει

baltas-4

Αυτό, όμως, που περιγράφεις χρειάζεται έναν οργανισμό, που πρέπει να αντέχει. Πάμε δηλαδή στο κόμμα.
Ναι, στο κόμμα. Θέλουμε έναν οργανισμό δομημένο σ’ αυτή τη λογική, με εσωτερικές σχέσεις που να αντέχουν σ’ αυτή τη λογική. Θα ’λεγα ότι οι γενικές αρχές, όπως αδελφοσύνη, αλληλεγγύη, ελευθερία, ισότητα, δικαιοσύνη, είναι αυτές που οφείλουν να διέπουν κάθε πλευρά της λειτουργίας του κόμματος. Ουσιαστικά και όχι τυπικά. Αισθάνεσαι ότι λειτουργεί η έννοια της δικαιοσύνης στο κόμμα, ότι έχουμε γνήσια αλληλεγγύη μεταξύ μας, όπως είχαμε π.χ. στη δικτατορία, όπου κανείς δεν ρωτούσε σε ποια «συνιστώσα» της Αριστεράς ανήκε ο διπλανός του; Αν αυτές τις αρχές τις ενσωματώσουμε σε μια καθημερινή κουλτούρα, τότε μπορούμε να προχωρήσουμε. Ελπίζω ότι δεν χρειάζεται να ξαναπάμε σε δικτατορία για να τις ανακτήσουμε.

Σε ανησυχεί κάτι, σημαντικά αρνητικό, που βλέπεις να υπάρχει στο κόμμα και την κυβέρνηση;
Θα σας απαντήσω έμμεσα. Το ένα είναι ότι προφανώς υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα που μπορούμε να διορθώσουμε και να αλλάξουμε. Το ερώτημά μου όμως εδώ είναι το εξής: αναπολώ κάποιες φορές που ήμασταν στην αντιπολίτευση, την εποχή του Πολίτη, για παράδειγμα, όπου μπορούσες να γράφεις ό,τι θέλεις χωρίς να μετράς το ΄΄πολιτικό κόστος΄΄. Το κόμμα μας είναι καταστατικά γενναιόδωρο απέναντι στη δημόσια έκφραση της διαφωνίας. Αλλά τώρα η δημόσια διαφωνία ενέχει πάντα τον κίνδυνο να την εκμεταλλευτεί η αντιπολίτευση και να αρχίσει τα δικά της. Άρα βρίσκομαι μονίμως σε κάποια δυσκολία ως προς το πώς θα προσδιορίσω το στίγμα μου σε μια πολιτική συγκυρία, ώστε από τη μια μεριά να μην φανώ ανοήτως αντιπολιτευόμενος και δώσω λαβή για διάφορα, και από την άλλη να μην υπονοήσω, έστω διά της σιωπής μου, πως ό,τι κάνει η κυβέρνηση είναι έτσι ή αλλιώς καλώς καμωμένο. Δεν είναι εύκολο.
Τις δυσκολίες που έχουμε και εμείς εδώ στην «Εποχή» μάς περιγράφεις …
Ναι, δεν είναι εύκολο. Αλλά αυτή τη δυσκολία μπορούμε να την αντιμετωπίζουμε αν το κόμμα λειτουργεί ως κόμμα κανονικά. Σε ένα όργανο μπορείς να μιλήσεις ανοιχτά, να ασκήσεις την κριτική σου, με σεβασμό στους συντρόφους, χωρίς τον φόβο να πάνε αύριο όσα πεις στα μπλογκ και στον Τύπο. Αν, λοιπόν, λειτουργήσει ένα κόμμα συλλογικά μ’ αυτή την έννοια, σιγά – σιγά αρχίζει να αίρεται αυτού του είδους το πρόβλημα και θα μπορεί και η κυβέρνηση να ακούσει. Ένα κόμμα που λειτουργεί έτσι, μπορεί όντως να πείσει, με αμοιβαία γόνιμους τρόπους, την κυβέρνηση να αλλάξει όσα πρέπει να αλλάξουν.