Αριστερά και κλιματική κρίση

Την περασμένη Τετάρτη, στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ στην Αθήνα, διοργανώθηκε εκδήλωση με θέμα «Αριστερά και κλιματική κρίση» και με ομιλητές τη Νατάσα Ρωμανού, τον Γιώργο Μπάλια και τον Πέτρο Λινάρδο-Ρυλμόν.
Στη συζήτηση μετείχαν με σύντομες παρεμβάσεις η Χαρά Καφαντάρη, αναπληρώτρια τομεάρχης Περιβάλλοντος του ΣΥΡΙΖΑ, ο Κωστής Γριμάνης εκ μέρους της Γκρινπίς, ο Ιωσήφ Σινιγάλιας, συνεργάτης της «Εποχής», ο Γιάννης Ευσταθόπουλος εκ μέρους του Ινστιτούτου Εναλλακτικής Πολιτικής ΕΝΑ και ο Γιώργος Χονδρός συντονιστής του Τμήματος Περιβάλλοντος του ΣΥΡΙΖΑ.
Πήραν, επίσης, το λόγο οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ Νίκος Φίλης και Θανάσης Παπαχριστόπουλος, όπως και άλλοι φίλοι της «Εποχής»: η Ιωάννα Κοντούλη, των «Οικολόγων Πράσινων», οι Κώστας Φωτεινάκης, Αλέκος Ρήγας, Νίκος Μανιός, Ν. Βασιλειάδης, Δημ. Γερονίκος, η Νίκη Καρδακάρη, ο Θέμης Δημητρακόπουλος. Η «Εποχή» σχεδιάζει να δημοσιεύσει τις παρεμβάσεις τους στο επόμενο φύλλο της. Οι ομιλίες είναι επίσης διαθέσιμες υπό τον τίτλο της συζήτησης στο youtube.com

Η Πράσινη Νέα Συμφωνία

 

Της Νατάσας Ρωμανού*

Η συντριπτική πλειοψηφία των επιστημόνων σε όλο τον κόσμο, καθώς και η Διακυβερνητική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή πέρυσι, ανέφεραν ότι εάν οι χώρες θέλουν να περιορίσουν την αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη σε 1,5 βαθμούς Κελσίου μέχρι το τέλος του 21ου αιώνα, θα πρέπει να μειώσουν στο μισό τις παγκόσμιες εκπομπές μέχρι το 2030, να τις μηδενίσουν έως το 2050 και στη συνέχεια να προχωρήσουν σε αρνητικές εκλύσεις, δηλαδή να εκλύουν λιγότερο από αυτό που απορροφούν οι φυσικοί ταμιευτήρες, όπως τα δάση και η θάλασσα. Αυτή τη στιγμή βιώνουμε την ταχύτερη και μεγαλύτερη αύξηση των αερίων του θερμοκηπίου από ποτέ άλλοτε κατά τη διάρκεια της ανθρώπινης παρουσίας στη Γη.
Ταυτόχρονα, βιώνουμε και τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, δηλαδή τα ακραία φαινόμενα που δεν μπορούν να εξηγηθούν με άλλο τρόπο, από το γεγονός ότι το κλίμα της Γης φτάνει σε σημείο ανατροπής της ισορροπίας του, με καταστροφικές πυρκαγιές, τεράστιες πλημμύρες, πρωτοφανείς μεταβολές στα συστήματα ατμοσφαιρικής κυκλοφορίας που οδηγούν σε παγετούς ή καύσωνες, ξηρασίες και ερημοποίηση, τήξη θαλάσσιου πάγου στην Αρκτική, κατάρρευση παγετώνων στην Ανταρκτική και ούτω καθεξής. Πρόκειται πλέον όχι απλά για κλιματική αλλαγή, αλλά για κλιματική κρίση.
Μετά από συνεχή αναφορά στο θέμα αυτό από τους επιστήμονες ήδη από τη δεκαετία του 1980, ο πολιτικός κόσμος συμφώνησε το 2015 στο Παρίσι να ακολουθήσει έναν οδικό χάρτη για τη μείωση των εκπομπών προκειμένου να περιοριστεί η υπερθέρμανση του πλανήτη. Όμως, όπως γνωρίζουμε, ο Trump και οι Ηνωμένες Πολιτείες και ορισμένες χώρες-δορυφόροι αποχώρησαν από τη συμφωνία αποδυναμώνοντας σε μεγάλο βαθμό την ισχύ της.
Ως όρος, η Πράσινη Συμφωνία αναφέρθηκε πρώτη φορά από τον αρθρογράφο και συγγραφέα Tom Friedman το 2007, αλλά το γνωστό ψήφισμα με το ίδιο όνομα επιτεύχθηκε στα τέλη του 2018 από την Alexandria Ocasio-Cortez (D-NY) και τον γερουσιαστή Edward Markey (D-Ma), λίγο μετά την εκλογή τους. Η αναλογία είναι σαφής, όπως το New Deal παρείχε φθηνή ηλεκτρική ενέργεια σε ολόκληρη την Αμερική με την οικονομική στήριξη από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, έτσι και το Green New Deal (GND) μπορεί να ηλεκτροδοτήσει ολόκληρη τη χώρα βάσει ενός νέου καύσιμου.

Διαφορετικές προσεγγίσεις

Αλλά το GND κατέληξε να σημαίνει κάτι διαφορετικό για τον καθένα. Όλοι συμφωνούν ότι βρισκόμαστε σε ένα σημείο καμπής για το οικονομικό σύστημα και τις κοινωνικο-οικονομικές σχέσεις που συνδέονται με αυτό. Ο καπιταλισμός βρίσκεται σε κίνδυνο, αυτό είναι γεγονός. Αλλά για ορισμένους που ασχολούνται με την αλλαγή του κλίματος, θα προσφέρει έναν τρόπο για να σωθεί ο καπιταλισμός, ενώ άλλοι το θεωρούν ως έναν τρόπο να έλθει ο σοσιαλισμός.
Από τη μία πλευρά, ορισμένοι πιστεύουν ότι αυτή είναι μια ευκαιρία για περισσότερες επιχειρήσεις ιδιωτικών συμφερόντων, αλλά με δημόσιους πόρους και χωρίς δημόσιο έλεγχο, που υπόκεινται στους νόμους της αγοράς. Το περιβάλλον δεν αποτελεί τον πυρήνα αυτής της προσέγγισης, ούτε η κοινωνική δικαιοσύνη, ούτε η παγκόσμια ειρήνη θα προστατευθούν, στο βαθμό που οι νέες εξαρτήσεις δεν έρχονται σε αντίθεση με την ανάπτυξη. Αυτή είναι η Πράσινη καπιταλιστική Νέα Συμφωνία. Η εξέλιξη του καπιταλισμού.
Από την άλλη πλευρά, η άλλη σχολή σκέψης θεωρεί ότι η αλλαγή του κλίματος είναι το αποτέλεσμα του ίδιου του οικονομικού συστήματος, του καπιταλισμού, της απληστίας για φυσικούς πόρους και της μεγιστοποίησης του κέρδους για τους λίγους, της εκμετάλλευσης της φύσης. Επομένως, για να σταματήσουμε την κλιματική αυτή κρίση πρέπει να αλλάξουμε τη θεμελιώδη προϋπόθεση του οικονομικού μας συστήματος και των κοινωνικοοικονομικών σχέσεών του, να αντικαταστήσουμε τον καπιταλισμό. Ταυτόχρονα, θεωρείται μια μεγάλη ευκαιρία για τον κεντρικό σχεδιασμό από το κράτος να βοηθήσει όλες τις κοινωνικές ομάδες να ενταχθούν, να οικοδομήσουν πολιτική και να αποκτήσουν πρόσβαση σε πόρους σε μια άνευ προηγουμένου κλίμακα, προστατεύοντας ταυτόχρονα το δημοκρατικό έλεγχο των κοινών. Και αυτή είναι η πράσινη επανάσταση.
Δεν είναι η πρώτη φορά που το καπιταλιστικό σύστημα καταφεύγει στον κρατικό παρεμβατισμό. Το είδαμε κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης του 2008 και της οικονομικής πολιτικής του Ομπάμα. Μόλις το σύστημα όμως ορθοπόδησε, τα ιδιωτικά συμφέροντα πήραν ξανά τον έλεγχο. Το είδαμε επίσης με το ομοσπονδιακό σύστημα περίθαλψης και ασφάλισης ενός πληρωτή (single-payer healthcare), το οποίο αρχικά σχεδιάστηκε για να καλύψει όλους και με χαμηλά ασφάλιστρα, αλλά γρήγορα μεγάλες φαρμακευτικές και ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες πήραν τον έλεγχο. Στην περίπτωση GND, οι ιδιωτικές επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας θα υποστηρίξουν με μεγάλη ευκολία σχέδια αλλαγής ηλεκτροκίνησης, αρκεί ο καταναλωτής να πληρώσει το λογαριασμό.
Το GND είναι σήμερα πρωταρχικής σημασίας θέμα μέσα στο πρόγραμμα όλων των δημοκρατικών υποψήφιων για το χρίσμα στις εκλογές του 2020. Μάλιστα, ο Bernie Sanders, που προηγείται, το έχει θέσει πολύ ψηλά στην ατζέντα του από την αρχή του προεκλογικού αγώνα, ενώ οι υπόλοιποι ακολούθησαν αργότερα. Ωστόσο, υπάρχουν σημαντικές διαφορές στο σχέδιο κάθε υποψήφιου, σε κάποιες περιπτώσεις μοιάζει περισσότερο με την πράσινη εξέλιξη του καπιταλισμού και σε άλλες με πράσινη επανάσταση και σοσιαλισμό.
Ταυτόχρονα, ο ενθουσιασμός για το GND παρασύρει και τους Ρεπουμπλικάνους, ιδιαίτερα τους νέους, αλλά και τον πρόεδρο Trump, να υιοθετήσουν μια νέα πιο φιλική προς το περιβάλλον ατζέντα. Βέβαια οι λύσεις που προτείνουν είναι ανεπαρκείς, όπως η δενδροφύτευση σε διάφορα σημεία του κόσμου, μάλιστα από ιδιώτες, αλλά και η υποστήριξη τεχνολογιών carbon capture and storage (πρόσληψη και αποθήκευση του άνθρακα).

Το πράσινο νέο συμβόλαιο του Bernie Sanders

Ο Bernie Sanders ήταν ο πρώτος υποψήφιος των ΗΠΑ που υποστήριξε την Πράσινη Νέα Συμφωνία. Επειδή η καύση ορυκτών καυσίμων εξακολουθεί να αυξάνεται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και στις μεταφορές (δηλαδή στα αυτοκίνητα, τα φορτηγά, τα αεροσκάφη και τη ναυτιλία), ο Sanders έχει δεσμευτεί να αποανθρακοποιήσει τους τομείς αυτούς μέχρι το 2030 και χωρίς να αυξήσει την εξάρτηση από το φυσικό αέριο και την πυρηνική ενέργεια. Αυτό θα μειώσει από μόνο του τις εκπομπές των ΗΠΑ κατά 71%. Το σχέδιο προβλέπει επίσης την οικονομική ενίσχυση των αναπτυσσόμενων χωρών, ώστε να περιορίσουν τις εκπομπές τους κατά 36% μέχρι το 2030. Το σχέδιο Sanders δεσμεύεται να επιτύχει μαζική αύξηση των συνδικαλιστικών θέσεων, περίπου 20 εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας, όταν σήμερα η ανεργία στη χώρα φτάνει τα 6 εκατομμύρια. Οι θέσεις εργασίας αυτές αφορούν τις κατασκευές ενεργειακά πράσινων κτιρίων και μέσων μεταφοράς, εγκαταστάσεις ανανεώσιμων πηγών ενέργειας για την επέκταση της αιολικής και ηλιακής ενέργειας, τη βιώσιμη γεωργία, την έρευνα και την ανάπτυξη.
Το GND θα υποστηρίξει προγράμματα καθαρής ενέργειας και προσαρμογής κλίματος για την κλιματική δικαιοσύνη, το Πράσινο Κλιματικό Ταμείο των Ηνωμένων Εθνών, για την ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και για την αποθήκευση ενέργειας, το υπόγειο δίκτυο μεταφοράς συνεχούς ρεύματος υψηλής τάσης, για τη στήριξη των εργαζόμενων στις βιομηχανίες ορυκτών καυσίμων και άνθρακα που θα κλείνουν.
Όμως, το σχέδιο Sanders έχει πολύ μεγάλο κόστος: 16 τρισεκατομμύρια δολάρια, που θα προέρχονται από την επένδυση δημόσιων κεφαλαίων. Το νούμερο αυτό είναι αρκετά υψηλό, αν αναλογιστεί κανείς ότι το ομοσπονδιακό χρέος είναι 23 τρισεκατομμύρια δολάρια. Παρόλα αυτά, θεωρείται δυνατόν η πρόταση αυτή να αποπληρωθεί μέσα σε 15-20 χρόνια, μέσω εσόδων που θα προέλθουν από την πώληση ενέργειας, μέσω αρχών εμπορίας ενέργειας, από φόρους εισοδήματος από τις νέες θέσεις εργασίας και από τη μείωση στρατιωτικών δαπανών που σχετίζονται με την προστασία πετρελαίων ανά τον κόσμο. Τέλος, μια άλλη πηγή χρηματοδότησης θα είναι και τα έσοδα από την ποινική και αστική δίωξη των εταιριών ορυκτών καυσίμων για φοροδιαφυγή και φοροαποφυγή, καταπάτηση των εδαφών των αυτόχθονων φυλών, την εκμετάλλευση εργαζομένων και τη μόλυνση του περιβάλλοντος, όπως έκανε η ομοσπονδιακή κυβέρνηση με τη βιομηχανία καπνού τη δεκαετία του 1980.
Πρόκειται για μια τεράστια αντίθεση μεταξύ της προεκλογικής εκστρατείας του 2020 σε σχέση με το 2016 που έφερε στην εξουσία τον Trump. Τότε, η υποψήφια των Δημοκρατικών Χίλαρι Κλίντον δεν θα ανέφερε καν την κλιματική αλλαγή ως μία από τις μεγαλύτερες απειλές για την κοινωνία, ενώ δίσταζε να υποδείξει τη βιομηχανία ορυκτών καυσίμων ως υπεύθυνη για την υπερθέρμανση. Παλαιότερα, στην αρχή της δεκαετίας 2010, ο πρόεδρος Ομπάμα καυχιόταν για τις χαμηλές τιμές του πετρελαίου και για τη μαζική ανάπτυξη της υδραυλικής θραύσης για το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο κατά τη διάρκεια της θητείας του στην προεδρία.

Ο ρόλος των ακτιβιστών του κλίματος

Μια άλλη μεγάλη αντίθεση με το παρελθόν είναι ότι το σχέδιο του Sanders έχει μεγάλη απήχηση στους νέους και τους ακτιβιστές και έρχεται τη στιγμή που εκείνοι πιέζουν τους νομοθέτες να ανάγουν την κλιματική κρίση σε εθνική έκτακτη ανάγκη, αλλά και τη στιγμή που μεγάλες επενδυτικές ομάδες (όπως η Blackrock) αποφασίζουν να προωθήσουν τις αποεπενδύσεις από τα ορυκτά καύσιμα.
Αυτές οι κινητοποιήσεις ακτιβιστών δεν είναι μόνο ενάντια στη ρύπανση ή τα ορυκτά καύσιμα, πρόκειται για κινήματα περιβαλλοντικής δικαιοσύνης ενάντια στο ρατσισμό που σχετίζεται με την υποβάθμιση του περιβάλλοντος -οι μειονότητες ζουν στις περιοχές που είναι περισσότερο υποβαθμισμένες και έχουν περισσότερες πιθανότητες να μείνουν άνεργοι. Οι αυτόχθονες Αμερικανοί χάνουν τις εκτάσεις τους, οι γυναίκες, οι μαύροι και οι ισπανόφωνοι είναι πιο συχνά άνεργοι ή χαμηλόμισθοι. Κάτω από τη μεγάλη ομπρέλα της κλιματικής αλλαγής, συναντώνται όλα τα ακτιβιστικά κινήματα: το περιβαλλοντικό κίνημα, το κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων, τα αντι-ιμπεριαλιστικά κινήματα, το κίνημα των εργατικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων, το φεμινιστικό κίνημα.
Αυτά τα κινήματα απαιτούν, όμως, τώρα μια θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και του σχεδιασμού. Πολλοί ακτιβιστές εξακολουθούν να λένε ότι το νομοσχέδιο για το κλίμα το 2009, που είχε συντάξει και ο Markey, απέτυχε εν μέρει επειδή οι νομοθέτες αγνόησαν κατά τη σύνταξή του τα κινήματα περιβαλλοντικής δικαιοσύνης και τα συνδικάτα. Είναι σαφές ότι δεν μπορούν οι νομοθέτες να ζητούν μόνο τη στήριξη των οργανώσεων, χωρίς να ζητούν τη συμμετοχή τους στη διαμόρφωση των νομοσχεδίων, κάτι που έκανε η Ocasio-Cortez εξ ονόματος του Sanders.
Είναι ενδιαφέρον ότι τα κινήματα αυτά οργανώνονται από κάτω προς τα πάνω, όπως το κίνημα της Sunrise, που γιγαντώθηκε μετά τη λαϊκή κατακραυγή των πολιτικών του Trump και την απόσυρση από τη Συμφωνία του Παρισιού το 2016. Το σύνθημά τους είναι η «αποανθρακοποίηση, δουλειά και δικαιοσύνη» και συμμετέχουν ενεργά στην εκλογή της Ocasio-Cortez και άλλων υποψήφιων στις εκλογές του 2018 και τώρα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της εκστρατείας Sanders. Ωστόσο, μεγάλες πράσινες οργανώσεις, όπως το Συμβούλιο Άμυνας των Φυσικών Πόρων, το Sierra Club και το Ταμείο Περιβαλλοντικής Προστασίας και το 365.org, δεν υποστήριζαν, ή υποστήριζαν ισχνά, το GND, αν και σιγά-σιγά θερμαίνονται στην ιδέα του.

Να δράσουμε τώρα

Η υποχώρηση στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής λόγω των πολιτικών του Trump σηματοδότησε το σημείο αφύπνισης και εκκίνησης της κοινωνικής αντίδρασης στην κρίση: πρέπει να δράσουμε τώρα, οργανωμένα, συλλογικά και αλληλέγγυα, να προστατεύσουμε την κοινωνία και να αντικαταστήσουμε τον καπιταλισμό με το σύστημα που προστατεύει τα δικαιώματα των εργαζομένων, προστατεύει το περιβάλλον και την παγκόσμια ειρήνη. Τότε μόνο η κλιματική αλλαγή θα αντιμετωπιστεί στη ρίζα της, ολοκληρωτικά και βιώσιμα, και τότε μόνο θα αποφύγουμε μια πρωτόγνωρη, ίσως και τελική, καταστροφή της ζωής στον πλανήτη όπως την ξέρουμε.

* Καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Columbia και ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Διαστημικών Μελετών Goddard της NASA.

 

 

 

Αριστερά και οικολογία: μια ζητούμενη σχέση

Μιλώντας για την επίκαιρη προσπάθεια να διαμορφώσουμε μια πιο βαθειά σχέση της αριστεράς με την οικολογία, που δεν θα εξαρτάται από τη συγκυρία ή την πολιτική και δημοσιογραφική επικαιρότητα, είναι χρήσιμο να εξηγήσουμε γιατί η “Ε” επέλεξε αυτό το πεδίο συζήτησης: το επιλέξαμε ασκώντας ένα δικαίωμα, το οποίο διεκδικούμε ως μια φωνή της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής αριστεράς, που μίλησε συχνά με τη γλώσσα της οικολογίας – και δεν το έκανε για να ακολουθήσει απλώς το συρμό.
Η σχέση της αριστεράς με την οικολογία δεν ήταν εξ αρχής η καλύτερη. Υπήρξαν στιγμές που ήταν και αντιθετική. Είναι, ωστόσο, αξιοσημείωτο ότι ένα τμήμα της κομμουνιστικής αριστεράς, που διέρρηξε τη σχέση του με τη δογματική παράδοση, έκανε από νωρίς φιλότιμες προσπάθειες να εντάξει στον προγραμματικό του λόγο και στο όραμά του για το σοσιαλισμό με δημοκρατία, ελευθερία και αυτοδιαχείριση, την οικολογική προβληματική δίπλα στα ιδεολογικά και πολιτικά προϊόντα της ταξικής ανάλυσής του.
Ίσως δεν είναι ευρύτερα γνωστό ότι ο Μπάμπης Δρακόπουλος, κρατούμενος ήδη της χούντας των συνταγματαρχών ηγέτης του ΚΚΕ Εσωτερικού, δημοσίευσε άρθρο με αφορμή την εξέγερση των αγροτών της Πάχης Μεγάρων, μεσούσης της δικτατορίας, στο οποίο τόνιζε την ανάγκη συνάντησης των κομμουνιστών και των “περιβαλλοντιστών”.
Αλλά και με την πτώση της χούντας είναι αξιοσημείωτο ότι μια από τις πρώτες συγκεντρώσεις του ΚΚΕ Εσωτερικού, ήταν μια κινητοποίηση για το “νέφος” με κεντρικό ομιλητή τον αξέχαστο Ξυθάλη, από τους πρωτοπόρους αυτής της προσπάθειας σύζευξης αριστεράς και οικολογίας. Αξίζει να προσθέσουμε ότι λίγο αργότερα υπήρξε καμπάνια και οργανώθηκε και ημερίδα του ΚΚΕ Εσωτερικού, με τίτλο “Αθήνα βιώσιμη πόλη”. Τέλος, σημειώνουμε ότι με αφορμή το πρώτο ματαδικτατορικό δημοκρατικό συνέδριο το ΕΚ Αθήνας, στις θέσεις της ανανεωτικής πτέρυγας περιλήφθηκε η επισήμανση της ανάγκης τα συνδικάτα να μην περιορίζονται στη διεκδίκηση μόνο συνδικαλιστικών αιτημάτων, αλλά να θέτουν στόχους σχετικούς με τους όρους ζωής στον τόπο κατοικίας των εργαζομένων.
Είναι χαρακτηριστικό για τη σχέση που έτεινε πια να στερεωθεί μεταξύ της αριστεράς, αυτής της αριστεράς τουλάχιστον, και της οικολογίας, το γεγονός ότι μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ Εσωτερικού, η μεν πλευρά που συγκρότησε τον Συνασπισμό τον ονόμασε Συνασπισμό της «αριστεράς, της οικολογίας και των κινημάτων», η δε πλευρά που κατέληξε στη συγκρότηση της ΑΚΟΑ, “τόλμησε” να τοποθετήσει δίπλα στα επίθετα “ανανεωτική” και “κομμουνιστική” ισότιμα και το επίθετο “οικολογική” στον τίτλο της.
Όσο για την ίδια την “Ε”, την επίμονη προσπάθειά της να καλλιεργήσει αυτή τη σχέση μαρτυρούν πάμπολλα άρθρα, συνεντεύξεις, σχόλια αλλά και θεωρητικά κείμενα αυτής της λογικής. Θα σημειώσουμε μόνο ότι το πρώτο βιβλίο που μετέφρασε και εξέδωσε στα ελληνικά η συντακτική ομάδα της “Ε” το 1991, ήταν “Το μανιφέστο των οικοσοσιαλιστών” με κείμενα γνωστών οικοσοσιαλιστών υπό την αιγίδα του Πιερ Ζυκέν, ο οποίος προσκλήθηκε και μετείχε σε σχετική εκδήλωση της “Ε” στην Ελλάδα.
Αλλά και η αυτάδελφη “Αυγή” επί χρόνια, μάλλον ανύποπτα για πολλούς άλλους, δημοσίευε την τακτική οικολογική στήλη του Νίκου Ζαλαώρα, η προσφορά του οποίου στην ανάπτυξη του οικολογικού προβληματισμού υπήρξε ανεκτίμητη.
Αυτή τη σχέση θέλουμε να την εμβαθύνουμε, να την εμπλουτίσουμε. Γιατί δεν θα πρέπει να νιώθουμε ικανοποιημένοι από τις ως τώρα θέσεις και την ως τώρα πρακτική του σημερινού κόμματός μας, του ΣΥΡΙΖΑ, θέσεις και πρακτική που χρειάζονται περισσότερη επεξεργασία, σαφήνεια και σταθερότητα. Με τη βεβαιότητα ότι μπορούμε κι εμείς να προσφέρουμε κάτι στην κατεύθυνση αυτή, διοργανώνουμε την αποψινή συζήτηση.

Χ. Γεωργούλας

 

 

Οι πολιτικές δυνάμεις στην Ευρώπη και οι προκλήσεις της κλιματικής κρίσης

Του Γιώργου Μπάλια*

Είναι γνωστό ότι η ΕΕ υιοθέτησε πρόσφατα την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία (ΕΠΣ) που αποτελεί το πλαίσιο για τη συγκρότηση πολιτικών δράσεων για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης τόσο σε επίπεδο ΕΕ, όσο και σε επίπεδο κρατών μελών (ΚΜ). Έχει σημασία η αναφορά στην ως άνω συμφωνία, καθώς, επειδή η πολιτική δεν ασκείται εν κενώ αλλά εντός του υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου, όλες οι πολιτικές δυνάμεις οφείλουν να επεξεργαστούν σχέδια και προτάσεις που να είναι ενταγμένες στο πλαίσιο αυτό.
Σχετικά θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, όπως σε όλα τα κείμενα χάραξης πολιτικής της ΕΕ, μπορούν να υπάρξουν πολλαπλές αναγνώσεις καθόσον είναι γενικού χαρακτήρα, το ίδιο συμβαίνει και με την ΕΠΣ, όπως αυτό προκύπτει από τις βασικές αναφορές της. Έτσι, πχ, παρατηρούμε ότι η ΕΠΣ αποσκοπεί στο μετασχηματισμό της ΕΕ σε μια δίκαιη και χωρίς αποκλεισμούς κοινωνία στην οποία ως το 2050 έχουν μηδενιστεί οι καθαρές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου (ΑτΘ) και όπου η οικονομική ανάπτυξη έχει αποσυνδεθεί από τη χρήση των πόρων.
Επισημαίνεται, επίσης, ότι για να επιτευχθεί αυτό χρειάζεται η επεξεργασία πολιτικών και δράσεων που θα επιφέρουν βαθύ μετασχηματισμό στην Ευρώπη. Μεταξύ αυτών είναι η προώθηση της κυκλικής οικονομίας, η δημιουργία βιώσιμων μεταφορών μέσω της μείωσης των εκπομπών ΑτΘ, η ενίσχυση των δράσεων της νέας ΚΑΠ σχετικά με τη βιολογική γεωργία και την αγροοικολογία, την ενδυνάμωση των πολιτικών για τη διατήρηση και αποκατάσταση των οικοσυστημάτων και της βιοποικιλότητας, κλπ.

Διαφωνίες ως προς την υλοποίηση

Ωστόσο, ενώ όλες σχεδόν οι πολιτικές δυνάμεις συμφωνούν στην ανάγκη υλοποίησης αυτών των δράσεων, προκύπτουν διαφωνίες αναφορικά με δύο καίρια σημεία: το χρόνο έναρξης και τον τρόπο της υλοποίησης της ΕΠΣ. Έτσι, λοιπόν, η δεξιά και οι μεγάλες επιχειρήσεις ορυκτών καυσίμων πιέζουν για όσο το δυνατόν μεγαλύτερη χρονική μετάθεση της υλοποίησης των παραπάνω στόχων. Αυτό συμβαίνει διότι οι ως άνω επιχειρήσεις χρειάζονται ένα χρόνο προσαρμογής και ανάπτυξης τεχνολογικής καινοτομίας, ώστε να ανταποκριθούν στις νέες απαιτήσεις. Πρόκειται για την κλασική δεξιά αντίληψη σύμφωνα με την οποία η αντιμετώπιση των νέων προβλημάτων (σε όλους τους τομείς) θα γίνει μέσω της τεχνολογίας η οποία φαίνεται ουδέτερη αλλά στην ουσία έχει κατ’ εξοχήν πολιτική λειτουργία.
Παράλληλα, σε ό,τι αφορά τον τρόπο υλοποίησης των στόχων της ΕΠΣ, οι παραπάνω πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις θεωρούν ότι το μοναδικό -σχεδόν- μέσο είναι η αποκλειστική -σχεδόν- εμπλοκή των επιχειρήσεων ορυκτών καυσίμων και συναφών δραστηριοτήτων στη μετάβαση προς την κλιματικά ουδέτερη ΕΕ. Πρόκειται, δηλαδή, για το γνωστό νεοφιλελεύθερο μοντέλο οργάνωσης της οικονομίας, το οποίο αρνείται την παρέμβαση και τη συμμετοχή των κοινωνικών δυνάμεων στην επίλυση των προβλημάτων που τους αφορούν.

Η θέση της Δεξιάς

Ένα γεγονός το οποίο αναδεικνύει με σαφήνεια την παραπάνω αντίληψη είναι το πρόσφατο Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (ΕΚ). Συγκεκριμένα, την περασμένη εβδομάδα το ΕΚ έδωσε το πράσινο φως για την επικαιροποίηση του καταλόγου των «σχεδίων κοινού ενδιαφέροντος». Στον εν λόγω κατάλογο περιλαμβάνονται δεκάδες σχέδια που αφορούν την κατασκευή αγωγών και εγκαταστάσεων υγροποιημένου αερίου (π.χ. ο EastMed, οι αγωγοί στην Πολωνία, ο τερματικός σταθμός στην Ιρλανδία κλπ). Την επικαιροποίηση ψήφισε η δεξιά και ένα μεγάλο κομμάτι των σοσιαλδημοκρατών και την καταψήφισαν, οι Πράσινοι, η Αριστερά και ένα μικρότερο κομμάτι των σοσιαλδημοκρατών.
Το εν λόγω παράδειγμα είναι εμβληματικό της αντίληψης της δεξιάς για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, διότι ενώ αυτή η ίδια δεξιά υιοθέτησε την ΕΠΣ και επιπλέον, υπερψήφισε την κήρυξη της ΕΕ σε κατάσταση έκτακτης κλιματικής ανάγκης, με τη στάση της αυτή υπηρετεί την πολιτική στόχευση της συνέχισης του υπάρχοντος μοντέλου χρήσης ορυκτών καυσίμων, αδιαφορώντας πλήρως για το μέλλον των σημερινών και πολύ περισσότερο των μελλοντικών γενεών. Σε αυτή την αντίληψη κινείται και η σημερινή ελληνική κυβέρνηση με την ενίσχυση των εταιριών ορυκτών καυσίμων και ιδίως του φυσικού αερίου το οποίο βάφτισαν μεταβατικό καύσιμο για να θολώσουν την εικόνα.

Το χρέος της Αριστεράς

Μπροστά σε αυτή τη θεσμική πραγματικότητα και τις πολιτικές που υιοθετεί η δεξιά, τίθεται το ζήτημα τι πρέπει και τι μπορεί να κάνει η αριστερά. Το πρωταρχικό χρέος της Αριστεράς είναι να κινηθεί στον αντίποδα του νεοφιλελεύθερου μοντέλου. Να περιορίσει δηλαδή δραστικά από την κεντρική σκηνή τις μεγάλες εταιρίες που δεν θα έχουν πλέον τη μοναδική παρουσία και να συμβάλει στη συμμετοχή των πολιτών στην επεξεργασία και στη λύση των προβλημάτων που συνδέονται με την κλιματική κρίση. Για να το κάνει αυτό η Αριστερά, χρειάζεται να εκπληρωθούν δύο προϋποθέσεις: Πρώτον, να επεξεργαστεί το θεωρητικό-ιδεολογικό πλαίσιο και δεύτερον να εκπονήσει συγκεκριμένες προτάσεις που θα συγκροτούν ένα συνεκτικό όλο το οποίο θα επιτρέψει να απαντήσει αποτελεσματικά στις προκλήσεις της κλιματικής κρίσης.
Σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή το θεωρητικό-ιδεολογικό πλαίσιο, αυτό θα πρέπει να ορίζεται από τις βασικές έννοιες της ενεργειακής-κλιματικής δικαιοσύνης και της ενεργειακής-περιβαλλοντικής δημοκρατίας. Οι εν λόγω έννοιες αποτελούν ήδη τον οδηγό δράσης των κοινωνικών και πολιτικών κινημάτων, σε όλο τον κόσμο, που τις συνδέουν με την αποανθρακοποίηση και τις αναγκαίες αλλαγές αναφορικά με το ποιος ελέγχει τα μέσα παραγωγής και διανομής της ενέργειας και με το ποιος καρπώνεται τα οφέλη.
Βασική διάσταση της ενεργειακής-περιβαλλοντικής δημοκρατίας είναι η σε κοινοτικό-κοινωνικό επίπεδο διακυβέρνηση των ενεργειακών πόρων, η οποία δεν αποσκοπεί μόνο στην παραγωγή καθαρής ενέργειας αλλά αναδιαμορφώνει τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές σχέσεις που δομούνται στον ενεργειακό τομέα, έτσι ώστε οι περιβαλλοντικές συνθήκες να αποτελούν τη βάση για την κοινωνική δικαιοσύνη. Με τον τρόπο αυτό ωθείται το σύστημα προς τη δημιουργία ενός άλλου αποκεντρωμένου μοντέλου παραγωγής και διανομής στο κέντρο του οποίου βρίσκονται οι πολίτες και η συμμετοχική τους δράση.
Σχετικά με τη δεύτερη προϋπόθεση δηλαδή την εκπόνηση συγκεκριμένων προτάσεων, απαιτεί αφενός μεν ένα σαφή μακροπρόθεσμο στόχο που θα αποτελεί τον οδηγό των δράσεων αφετέρου δε βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα μέτρα που θα υπηρετούν αυτό τον στόχο. Ο παραπάνω αναγκαίος στόχος είναι η «ιδανική κοινωνία» που για την αριστερά είναι ο δημοκρατικός σοσιαλισμός, τα δε μέτρα είναι συγκεκριμένες θεσμικές δράσεις που θα στηρίζονται στη δημοκρατική λήψη των αποφάσεων μέσα από μια διαδικασία στην οποία συνυπάρχουν η επιστημονική και η πρακτική λαϊκή γνώση. Οι εν λόγω δράσεις θα πρέπει να αναπτύσσονται σε πολλούς τομείς ταυτόχρονα, όπως η κυκλική οικονομία, η προστασία της βιοποικιλότητας και των δασών, η αγροοικολογία κλπ.

Οι ενεργειακές κοινότητες

Επειδή για τους εν λόγω τομείς χρειάζεται μια εκτεταμένη ανάλυση που υπερβαίνει το σκοπό αυτού του άρθρου, θα περιοριστούμε σε ένα τομέα αυτό των ΑΠΕ και ειδικότερα στις ενεργειακές κοινότητες, λόγω του σημαντικού ρόλου που μπορούν να διαδραματίσουν στο πλαίσιο της ανάπτυξης μέτρων μετριασμού για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Ξέρουμε ότι η παραγωγή ενέργειας με βάση τα ορυκτά καύσιμα δημιούργησε νικητές και ηττημένους. Για το λόγο αυτό χρειάζεται αλλαγή του υπάρχοντος καθεστώτος, που θα επιφέρει νέες ισορροπίες και ανακατατάξεις στην κλίμακα και στο χώρο.
Οι ενεργειακές κοινότητες μπορούν να φέρουν εις πέρας αυτή την αλλαγή και να συμβάλουν στη δημιουργία μεγαλύτερης νομιμότητας και εκδημοκρατισμού της ενεργειακής διακυβέρνησης, ώστε να αντιμετωπιστεί η ενεργειακή φτώχεια και να επιτευχθεί ενεργειακή-περιβαλλοντική δικαιοσύνη. Η προϋπόθεση για να γίνει αυτό είναι να υπάρξουν δομικές αλλαγές στο υπάρχον σύστημα το οποίο υπηρετεί την μεγάλης κλίμακας παραγωγή και διανομή ενέργειας. Θα πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, η Αριστερά να θέσει ως πρώτη προτεραιότητα την ανάπτυξη ενεργειακών κοινοτήτων, καθώς μέσω της θεσπιζόμενης διαδικασίας συμμετοχής των πολιτών θα επιτυγχάνεται ο στόχος της ικανοποίησης των τοπικών αναγκών και όχι η δημιουργία κέρδους, όπως συμβαίνει σήμερα. Με τον τρόπο αυτό (την τοπικοποίηση), επιπλέον, θα αποτραπεί η αντίθεση, εν πολλοίς δικαιολογημένη, των πολιτών όπως συμβαίνει σήμερα με την εγκατάσταση μεγάλης κλίμακας ΑΠΕ.
Για να λειτουργήσουν οι ενεργειακές κοινότητες προς αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να επιλυθεί το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν στην πράξη, αυτό της χρηματοδότητσης. Έτσι, αντί του υπάρχοντος μοντέλου χρηματοδότησης και επιδοτήσεων των εταιριών ορυκτών καυσίμων (από την ΕΕ και τα ΚΜ) θα πρέπει να υπάρξει χρηματοδότηση και επιδοτήσεις των ΕΚ (από την ΕΕ και τα ΚΜ). Η προσπάθεια δεν ξεκινά από το μηδέν δεδομένου ότι η ανάπτυξη ΕΚ σε άλλα ΚΜ (Γερμανία, Δανία, Σκωτία κλπ) έχει προχωρήσει σημαντικά.

* Ο Γιώργος Μπάλιας είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Χαροκόπειο πανεπιστήμιο

 

 

 

Ο αναγκαίος και πολυμέτωπος προσανατολισμός για την Αριστερά

Του Πέτρου Λινάρδου Ρυλμόν*

Εδώ και μια εικοσαετία περίπου έφθασε σε ένα ευρύ κοινό η συζήτηση για την κλιματική αλλαγή. Και η έκθεση Stern (2005) αποτέλεσε μια προσπάθεια να υπολογιστεί το κόστος της αντιμετώπισής της. Κατά την περίοδο αυτή, οι αρνητές της εξέλιξης αυτής είχαν ισοδύναμη πρόσβαση στα μέσα ενημέρωσης παντού, σε σύγκριση με τους υποστηρικτές της πραγματικότητας του φαινομένου της κλιματικής αλλαγής.
Τα τελευταία χρόνια, άρχισαν να πολλαπλασιάζονται τα συμβάντα που επιβεβαιώνουν ότι η άνοδος της μέσης θερμοκρασίας στον πλανήτη έχει ορατές επιπτώσεις που είναι σε μεγάλο βαθμό απρόβλεπτες, επικίνδυνες αλλά και δαπανηρές.

Αποφάσεις χωρίς αποτελεσματικότητα

Λόγω αυτών των εξελίξεων έχουν πολλαπλασιαστεί οι αποφάσεις και δηλώσεις σε κυβερνητικό επίπεδο, οι διακρατικές συμφωνίες και οι τοποθετήσεις διεθνών οργανισμών πέρα από ΟΗΕ φυσικά, που αποτελεί, μέσω της IPCC, την πηγή των έγκυρων ερευνών και αναλύσεων σχετικά με τη δυναμική της κλιματικής αλλαγής. Η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών της Βασιλείας (η κεντρική τράπεζα των κεντρικών τραπεζών) δημοσίευσε τον περασμένο μήνα μια έκθεση με τίτλο The Green Swan, ο Πράσινος Κύκνος, όπου καλεί τις εθνικές κεντρικές τράπεζες να συνεργαστούν με άλλους θεσμούς, για να αντιμετωπιστεί η προοπτική του πολλαπλασιασμού συμβάντων ξαφνικών, επικίνδυνων, ανεξήγητων εκ πρώτης όψεως, συμβάντων που είναι συνάρτηση πολλαπλών παραγόντων (Μετά την κρίση του 2007 χαρακτηρίστηκαν Μαύρος Κύκνος αντίστοιχα συμβάντα στον χρηματοπιστωτικό τομέα). Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα φαίνεται να απαντάει άμεσα σε αυτή την έκκληση, και η νέα πρόεδρός της υπόσχεται ότι θα εμπλακεί και η ΕΚΤ στη μάχη για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
Οι αποφάσεις που λαμβάνονται όμως από κρατικές ή διακρατικές οντότητες δεν πείθουν για την αποτελεσματικότητά τους. Ο Ian Angus, μέλος της διεθνούς ομάδας των οικοσοσιαλιστών (στην οποία ανήκει και ο φίλος μας Μικαέλ Λεβί) μας ενημερώνει οτι σύμφωνα με έγκυρες εκτιμήσεις, αν τηρηθούν οι δεσμεύσεις της συμφωνίας του Παρισιού (2015), η πιθανότητα να ξεπεράσει η άνοδος της θερμοκρασίας τους 2 βαθμούς είναι 90%, και αναφέρει οτι ο διάσημος κλιματολόγος James Hansen χαρακτήρισε αυτή τη συμφωνία “μια κωμωδία, ένα άδειο πουκάμισο”.

Δύο πλευρές αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης

Το Green New Deal της ευρωπαϊκής Επιτροπής υπόσχεται ότι θα δαπανηθούν 1.000 δισ. ευρώ σε 10 χρόνια για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Μετά την κρίση του 2008 δόθηκαν όμως 4.600 δισ. ευρώ για την υποστήριξη των ευρωπαϊκών τραπεζών, και με βάση τη νέα πράσινη συμφωνία, από τον κοινοτικό προϋπολογισμό θα δοθούν μόνο 7,5 δισ και τα υπόλοιπα θα προέλθουν από ιδιωτικά κεφάλαια που αναμένεται να κινητοποιηθούν.
Η αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης έχει δύο πλευρές. Η μια είναι η συγκράτηση και εκμηδένιση σε σύντομο χρονικό διάστημα των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και των άλλων αερίων του θερμοκηπίου, ώστε να σταθεροποιηθεί στους 1,5 βαθμούς η άνοδος της μέσης θερμοκρασίας, με δράσεις που είναι κατά κανόνα επείγουσες και διαρθρωτικού χαρακτήρα, και η άλλη πλευρά είναι η προστασία των πληθυσμών από τις επιπτώσεις που θα έχει, έτσι κι αλλιώς, αυτή η μεταβολή: επιπτώσεις προβλέψιμες και ορατές σε διάρκεια (άνοδος της επιφάνειας της θάλασσας), και επιπτώσεις από ξαφνικά και απρόβλεπτα συμβάντα.

Ο σχεδιασμός για την Ελλάδα

Έχουμε στην Ελλάδα πολλά θέματα που αφορούν και τις δύο πλευρές της αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης. Η πορεία προς την μεταλιγνιτική εποχή στη Δυτική Μακεδονία και την Πελοπόννησο, και η συνέχιση της εγκατάστασης Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, απαιτούν για διαφορετικούς λόγους έναν καλύτερο σχεδιασμό. Οι καταστροφές στη Μάντρα και το Μάτι (με την ευρύτερη έννοια στο Δήμο Μαραθώνα), δεν έχουν ακόμα αντιμετωπιστεί με έναν ολοκληρωμένο και αποτελεσματικό τρόπο.
Η δημιουργία ομάδων και δομών σχεδιασμού είναι απαραίτητη για την οργάνωση αναδιαρθρώσεων της παραγωγής και της απασχόλησης, για την πρόβλεψη απειλών από καιρικά φαινόμενα, για τη δυνατότητα αντιμετώπισης με ολοκληρωμένο τρόπο των επιπτώσεων τοπικών καταστροφών. Για την επιλογή στόχων και χρονοδιαγραμμάτων, για την κατανόηση του συνόλου των παραγόντων που επηρεάζουν μια αναδιάρθρωση και μια διαδικασία αποκατάστασης. Επίσης για τον αποτελεσματικό συντονισμό δράσεων σε τοπικό επίπεδο.
Αλλά η λογική του σχεδιασμού πρέπει να υιοθετηθεί ευρύτερα. Οι αναδιαρθρώσεις της παραγωγής, σημαίνουν αναγκαστικά τη μεταφορά απασχόλησης σε άλλους κλάδους. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είναι δυνατή η αύξηση της παραγωγής σε αυτούς τους κλάδους, αλλά και να υπάρχουν οι κατάλληλες υποδομές και εισροές από άλλους τομείς. Στην Πελοπόννησο για παράδειγμα όπου η αγροτική παραγωγή μπορεί να απορροφήσει ένα μέρος της απασχόλησης που θα μειωθεί κατά την μετάβαση στην μεταλιγνιτική εποχή, πρέπει να αντιμετωπιστεί η έλλειψη διαθεσιμότητας υδάτων για άρδευση.
Η καταστροφή στο Μάτι, δεν έπρεπε μόνο να αντιμετωπιστεί με την αποκατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος και τον χωροταξικό επανασχεδιασμό, αλλά και με την φροντίδα της παραγωγικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας στην ευρύτερη περιοχή, που έχει πληγεί λόγω της μείωσης του μόνιμου και παραθεριστικού πληθυσμού, καθώς και των τουριστικών ροών. Δεν υιοθετήθηκε όμως μια ολοκληρωμένη προσέγγιση της αποκατάστασης, ούτε έγινε κατανοητή η ανάγκη της ανάληψης των κατάλληλων θεσμικών πρωτοβουλιών.

Απαιτείται πλήρης κατανόηση της κλιματικής κρίσης

Η Αριστερά πρέπει να αποκτήσει τη δυνατότητα της πλήρους κατανόησης της σημασίας που έχουν για το προσεχές μέλλον οι επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης, της επεξεργασίας των στρατηγικών στόχων που προκύπτουν, να περιγράψει και στη συνέχεια να έχει τη δυνατότητα να διαμορφώσει το θεσμικό πλαίσιο που θα επιτρέψει το σχεδιασμό των κατάλληλων ενεργειών, και να αξιοποιήσει όπως και να διαμορφώσει το κατάλληλο ανθρώπινο δυναμικό. Πρέπει δηλαδή να οικοδομήσει ένα εντελώς νέο καθεστώς, που απορρίπτει πλήρως τη μέθοδο της αποσπασματικής επιλογής πολιτικών και παρεμβάσεων του δημόσιου τομέα, την οποία έχουμε κληρονομήσει από το πελατειακό σύστημα.
Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από διακρατικούς οργανισμούς σχετικά με την κλιματική κρίση, επιδιώκουν στην πραγματικότητα να διατηρήσουν το νεοφιλελεύθερο σύστημα και την κυριαρχία του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, επαναλαμβάνοντας την προσέγγιση που επέλεξαν μετά την οικονομική κρίση του 2008. Η κλιματική και περιβαλλοντική κρίση ευρύτερα είναι δυναμικές που συμπληρώνουν τον ολοκληρωμένο χαρακτήρα που έχει η παρακμή του καπιταλιστικού συστήματος, και αναδεικνύουν την ανάγκη να υιοθετηθούν νέες μέθοδοι οι οποίες να βασίζονται στο σχεδιασμό στόχων υπεράσπισης των πολλών, των λαϊκών τάξεων, απέναντι σε όλες τις σοβαρές και διογκούμενες απειλές που γεννάει η καπιταλιστική κρίση.
Η υιοθέτηση ενός τέτοιου αναγκαίου προσανατολισμού απαιτεί να παλέψει η Αριστερά σε πολλά μέτωπα. Να αποκτήσει και να διαδώσει τις γνώσεις που επιτρέπουν την κατανόηση των διαστάσεων και της δυναμικής της κλιματικής και της περιβαλλοντικής κρίσης. Να αφιερώσει δυνάμεις για τη συγκρότηση των θεσμών που κάνουν δυνατή την υιοθέτηση των πρακτικών του σχεδιασμού σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο. Να εξασφαλίσει μέσα από την ενημέρωση και την εκπαίδευση, την ικανότητα των τοπικών πληθυσμών να αποφασίζουν δημοκρατικά για τα τοπικά ή ευρύτερα σχέδια και να παρακολουθούν την υλοποίησή τους.

*Ο Πέτρος Λινάρδος Ρυλμόν είναι οικονομολόγος.