Αριθμοί που κερδίζουν και αριθμοί που προβληματίζουν…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο «αριθμός που κερδίζει» ήταν την περασμένη εβδομάδα ο αριθμός 3,90% —το επιτόκιο του δεκαετούς ομολόγου που εξέδωσε την Τρίτη το ελληνικό Δημόσιο, του πρώτου δεκαετούς μετά από τις 11 Μαρτίου 2010, και με σημαντικά χαμηλότερο επιτόκιο (6,25%, τότε).
Η απόδοση 3,90% θεωρείται από σοβαρούς αναλυτές παραπάνω από ικανοποιητική —ενδεικτική της αποκατάστασης της εμπιστοσύνης στο αξιόχρεο της χώρας, δηλαδή στην αναπτυξιακή προοπτική της ελληνικής οικονομίας— για τουλάχιστον δύο λόγους. Επειδή, πρώτον, είναι μόλις 22 μονάδες βάσης μεγαλύτερη από τις αποδόσεις της δεκαετίας, οι οποίες τα δύο 24ωρα, την παραμονή και την ημέρα έξοδο στις αγορές, κινούνταν στο 3,68%. Και, δεύτερον, εξαιτίας τους πρωτοφανούς ενδιαφέροντος των επενδυτών, οι οποίοι κατέθεσαν προσφορές σχεδόν πενταπλάσιες από τα 2,5 δισ. ευρώ που ήταν το ζητούμενο ποσό, ξεπερνώντας τα 11,8 δισ. ευρώ.
Αλλά και για κάποιες αξιοπρόσεκτες ενδείξεις: η έκδοση ολοκληρώθηκε αυθημερόν, εντός ωρών κυριολεκτικά, λόγω του ζωηρού ενδιαφέροντος των επενδυτών, που, σημειωτέον, έφτασαν τους 419, έναντι 290 του πενταετούς ομολόγου του Ιανουαρίου –οι οποίοι επενδυτές (ακόμη σημαντικότερο) είναι «μακροπρόθεσμα ασφαλιστικά ταμεία και όχι ακραία κερδοσκοπικά funds που αποβλέπουν σε γρήγορα κέρδη», γεγονός που, όπως επισήμανε ο πρόεδρος της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων και του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών, κ. Κωνσταντίνος Μίχαλος, «δείχνει εμπιστοσύνη στην ελληνική οικονομία, ιδιαίτερα μετά την έξοδο της χώρας από τη μνημονιακή επιτροπεία». Ή, δια στόματος του προέδρου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κ. Χαράλαμπου Γκότση: «Η χαμένη εμπιστοσύνη από τα παραποιημένα στοιχεία που έστελνε η χώρα στους εταίρους πριν ξεσπάσει η κρίση αρχίζει να ανακτάται» –με ένα, θα προσθέταμε, σημαντικό παράπλευρο όφελος. Την αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας και των ελληνικών τραπεζών.
Η διαφαινόμενη συμπίεση του κόστους δανεισμού των ελληνικών τραπεζών στη διατραπεζική αγορά –ως αποτέλεσμα του χαμηλότοκου δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου– θα τους επιτρέψει «να βρουν πηγές χρηματοδότησης στο εξωτερικό και να ανακτήσουν την ικανότητα χρηματοδότησης της εγχώριας υγιούς επιχειρηματικότητας», ώστε, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου, κ. Βασίλη Κορκίδη, «να μπορέσει και η εγχώρια αγορά να συμβαδίζει με την άνοδο των μακροοικονομικών δεικτών της ελληνικής οικονομίας».
Υπάρχει ένα μεγάλο στοίχημα εδώ, που καλείται να το κερδίσει η κυβέρνηση: η επίτευξη συνθηκών ιδανικής ισορροπίας ανάμεσα στο κόστος του εξωτερικού δανεισμού και την σταθεροποίηση του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, στο 2%+, βασική προϋπόθεση για την προσέλκυση μακροπρόθεσμων επενδύσεων, προς αναστήλωση της κοινωνίας, σε τελική ανάλυση.
Αναστήλωση που έχει απέναντί της με μια μεγάλη πρόκληση. Μια πρόκληση που ξεπερνά κατά πολύ την πρόκληση «αντιστοίχηση των αριθμών δανεισμού και ανάπτυξης». Αφορά τον ανθρώπινο παράγοντα –κυριολεκτικά.
Η εβδομάδα που πέρασε δεν ανέδειξε μόνο τον «αριθμό που κερδίζει». Ανέδειξε και τον «αριθμό που προβληματίζει». Είναι ο αριθμός 1,24. Αναδείχθηκε κατά τη συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής την Τρίτη για το δημογραφικό, κατά σύμπτωση την ίδια μέρα με την επιτυχή έκδοση του δεκαετούς ομολόγου:
1,24 παιδιά ανά γυναίκα, η αριθμητική …απόδοση της υπογεννητικότητας που αντιμετωπίζει από δεκαετίες η χώρα. Αριθμός ανησυχητικά μικρότερος από την αναλογία 2,5 παιδιά ανά γυναίκα, που απαιτείται προκειμένου να διατηρείται, έστω, σταθερός ο πληθυσμός. Αριθμός που υποκρύπτει τον κίνδυνο δημογραφικού εκτροχιασμού.
Τα επιστημονικά δεδομένα που κατατέθηκαν στη Βουλή από τη Διακομματική Επιτροπή για το Δημογραφικό «δείχνουν ανησυχητική μείωση των γεννήσεων, εκτόξευση της μετανάστευσης σε παραγωγικές ηλικίες, γήρανση του πληθυσμού, στοιχεία που συνιστούν απειλή για το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας. Το πρόβλημα επιδεινώθηκε από την κρίση του δημόσιου συστήματος υγείας, τη μείωση των εισοδημάτων ευρύτατου τμήματος του ελληνικού πληθυσμού…».
Η μεγάλη κάμψη στις γεννήσεις ξεκίνησε το 1980. Επιδεινούμενη από το 1996 και εντεύθεν, έχει φτάσει σήμερα στα επίπεδα της ακραίας υπογεννητικότητας. Ο χαμηλός, ούτως ή άλλως, ρυθμός γεννητικότητας, που στην περίοδο πριν από την κρίση βρισκόταν στα επίπεδα του 1,5 παιδιά ανά γυναίκα, έπεσε στη διάρκεια της κρίσης στο 1,24. Αν η πτωτική τάση δεν αντιμετωπιστεί ως πρώτη προτεραιότητα, υπάρχει κίνδυνος το 2050 ο πληθυσμός να υποχωρήσει στα επίπεδα του 1961, δηλαδή στα 8,3 εκατομμύρια. «Η αναπόδραστη δημογραφική γήρανση του πληθυσμού», αναφέρει η εισήγηση των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ στη Διακομματική Επιτροπή στις 13 Δεκεμβρίου 2018, «επιτείνει την δημογραφική απαισιοδοξία …. οι διαθέσιμες προβολές κάνουν λόγο για μειώσεις έως και 1,4 εκατ. το 2035 –σε σχέση με το 2015– και έως 2,5 εκατ. το 2050».
Σταματώντας εδώ την προσέγγιση ενός ζητήματος που ξεπερνά τα μέτρα του λακωνικού σχολιασμού της επικαιρότητας, θα αρκεστούμε σε μια δήλωση της αν. υπουργού Εξωτερικών και προέδρου της Διακομματικής Επιτροπής, Σίας Αναγνωστοπούλου:  «Αυτό που χρειάζεται είναι ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος, που δεν το είχαμε ποτέ, το οποίο να προβλέπει κιόλας ότι αλλάζουν οι νοοτροπίες στην κοινωνία. Χρειάζεται εναρμόνιση του εργασιακού με τον επαγγελματικό βίο, οι γυναίκες δηλαδή να έχουν όλα τα εχέγγυα από την Πολιτεία ότι μπορούν να κάνουν παιδιά χωρίς να χάσουν τον εργασιακό τους βίο, πράγμα που σημαίνει ισότητα στην εργασία, σταθερό εργασιακό βίο, προστασία από το κράτος —βρεφονηπιακοί σταθμοί, γονεϊκές άδειες και για τον πατέρα και για τη μητέρα … Εύκολες απαντήσεις δεν υπάρχουν. Το δημογραφικό δεν λύνεται σε βάθος πενταετίας. Χρειάζεται βάθος χρόνου, αυτό που θα φτιαχτεί σήμερα πρέπει να είναι με προοπτική δεκαετίας τουλάχιστον, εικοσαετίας…».
Χρειάζεται κυβερνήσεις με γνώμονα την υπηρέτηση των πολλών. Ο αριθμός 1,24 θα αναιρεί κάθε προσπάθεια απεγκλωβισμού της χώρας από τα επιγενόμενα μιας κρίσης που δεν είναι απλά οικονομική, ακόμη και αν το επιτόκιο του δεκαετούς πέσει κάτω και από 1,24%.

Κωστής Γιούργος