Άρθρο χωρίς άποψη για το δυστύχημα στην Εθνική Οδό

Του Θωμά Τσαλαπάτη

Γιατί υποχρεωτικά να μιλήσω;
Μανώλης Αναγνωστάκης, ΥΓ.

thomas

Με αφορμή το δυστύχημα στην Αθηνών-Λαμίας, που στοίχισε τη ζωή μίας μητέρας, του παιδιού της, αλλά και του οδηγού και του συνοδηγού της Πόρσε ξεκίνησε ένας ατελείωτος αριθμός συζητήσεων με διαφορετικές κατευθύνσεις. Για την ταξικότητα του δυστυχήματος, για την οδική συμπεριφορά των Ελλήνων, για τα πραγματικά αίτια του συμβάντος και άλλα πολλά. Βασικός λόγος για όλες αυτές τις συζητήσεις ήταν η συνύπαρξη πολλών στοιχείων. Ο θάνατος μιας μητέρας και ενός παιδιού που απλά έτυχε να βρίσκονται στο λάθος σημείο τη λάθος στιγμή, το γεγονός πως ο οδηγός ήταν γιος της αλυσίδας των «Jumbo» και επίσης το γεγονός πως το συμβάν καταγράφηκε σε κάμερα και ήταν ορατό από τον οποιονδήποτε.

Στην εποχή τη νομαδικής εξειδίκευσης

Είναι λογικό όσο πιο έντονο είναι ένα συμβάν τόσο περισσότερη κουβέντα να προκαλεί. Τα στοιχεία του συμβάντος έφεραν την ένταση στον υπερθετικό της βαθμό. Ξαφνικά όλοι ένιωσαν την ανάγκη να εκφραστούν για αυτό. Να πάρουν θέση, να βρίσουν, να σχολιάσουν, να αναπαράγουν ή απλώς να δηλώσουν παρόντες στη ροή μιας είδησης που έφτασε άμεσα σε όλους. Νομίζω πως μια τέτοια συνθήκη είναι απολύτως αναμενόμενη. Άλλωστε, τα μέσα δικτύωσης λειτουργούν εδώ και πολύ καιρό με παρόμοιο τρόπο. Μονοθεματικά και με ταχύτητα αλληλεπίδρασης σε καλούν να πάρεις θέση. Αλλιώς εξαιρείσαι της δημόσιας σφαίρας, γίνεσαι αόρατος και ανώνυμος. Ένας ιδιώτης της σιωπής η οποία ταυτίζεται με την αδιαφορία. Είναι όμως έτσι; Και όπως λέει και ο ποιητής, γιατί υποχρεωτικά να μιλήσω;
Δεν επιθυμώ ούτε να σνομπάρω, ούτε να κρίνω ως αρνητική κάποια άποψη, πόσο μάλλον την ανάγκη κάποιου να πάρει θέση απέναντι σε ένα συμβάν που τον αγγίζει. Αυτό που διεκδικώ είναι το ταυτόχρονα δικαίωμα κάποιου να μην τοποθετηθεί, ή τουλάχιστον να μην τοποθετείται για κάθε γεγονός που απασχολεί —ακόμη και πλειοψηφικά— τον δημόσιο λόγο.
Ζούμε στην εποχή τη νομαδικής εξειδίκευσης. Ανά περιόδους γινόμαστε ειδικοί στην οικονομία, τους σεισμούς, την ηθική, τα μπρόκολα, την αρχαιολογία, την λογοτεχνία. Ανάλογα με το θέμα που έρχεται κάθε φορά στην επιφάνεια. Οπλίζουμε το επιχείρημά μας με βιαστική γνώση και ιντερνετική τεκμηρίωση, το δημοσιεύουμε ώστε να αναμετρηθεί με άλλα επιχειρήματα. Περιμένοντας κάθε φορά την επόμενη περίπτωση που θα πρέπει να τοποθετηθούμε σε έναν ατελείωτο κύκλο ρητορικού άγχους. Η γνώση δεν συσσωρεύεται, μόνο λιμνάζει περιστασιακά σε διαδικτυακές λακκούβες μέχρι ο χρόνος να τη στεγνώσει.

«Η σοφία που χάσαμε μέσα στη γνώση»

Τόσο συχνά άλλωστε οι λόγοι στέκουν ανεξάρτητα από το πραγματικό τους βάρος, παίρνουν διαστάσεις από την ένταση με την οποία ειπώνονται, από τη δημοφιλία αυτού που τους εκφέρει. Δεν αποζητούν γεγονότα και τεκμηρίωση, τους αρκεί η φωτογένεια αυτού που μοιάζει ορθό ή αληθές. Στις ταχύτητες με τις οποίες εκφέρεται και κινείται ο δημόσιος λόγος ελάχιστος χρόνος υπάρχει για τη λεπτομέρεια, την επαλήθευση ή την έρευνα. Άλλωστε ο στόχος μας δεν είναι η αλήθεια. Είναι ο τρόπος της και ο χώρος που αυτή καταλαμβάνει.
Η σιωπή μοιάζει κάποιες φορές με μια εναλλακτική λύση. Με την έκφραση μιας ανάγκης να αντιληφθείς τα μέτρα και τα όριά σου. Άλλωστε η γνώση δεν είναι θέμα ποσότητας είναι θέμα στάσης απέναντι στην ίδια την γνώση. Για να θυμηθούμε τον γνωστό στίχο του Τ.Σ. Έλλιοτ από τα «Χωρικά του βράχου»: Ποια είναι η σοφία που χάσαμε μέσα στη γνώση; Ποια είναι η γνώση που χάσαμε μέσα στην πληροφόρηση;». Πολλές φορές η απόσταση από την πληροφορία στη γνώση και από τη γνώση στη σοφία διανύεται μέσα από τη σιωπή. Αυτό που έχει σημασία είναι να αντιλαμβανόμαστε πότε ακριβώς πρέπει να σιωπούμε.

http://tsalapatis.blogspot.gr/