«ΑΣΤΑΚΟΣ»: Ένα σενάριο για Όσκαρ και ο τόπος του πολιτικού

astakos

Η πρόσφατη υποψηφιότητα του Αστακού του Γιώργου Λάνθιμου και του Ευθύμη Φιλίππου για το Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου επανέφερε στην επικαιρότητα την τελευταία ταινία του έλληνα σκηνοθέτη και πυροδότησε στα καθ’ ημάς μια σχετική ένταση αναφορικά με την αξία του έργου του. Προσπερνώντας κάπως εντάσεις και απορριπτικούς αφορισμούς, μιας και de gustibus non est disputandum, όπως έλεγαν οι Λατίνοι, είναι δύσκολο να μην αναγνωρίσει κανείς στον Αστακό ένα ιδιοφυές και πολυεπίπεδο σενάριο, του οποίου θα επιχειρήσω εδώ μια ανάγνωση.

Η ταινία ξεκινά με μια σκηνή μοιραίου πάθους, ίσως του μόνου «αυθεντικού» σε όλη τη διάρκειά της. Μια γυναίκα οδηγεί στην αγγλική ύπαιθρο, σταματά, βγαίνει από το αυτοκίνητό της κι αδειάζει ένα περίστροφο σε έναν γάιδαρο που βόσκει αμέριμνος. Λαμβάνοντας κανείς υπόψη του τη σύμβαση του σεναρίου, δηλαδή ότι όσοι δεν καταφέρνουν να βρουν ταίρι μέσα στον περιορισμένο χρόνο που θέτουν οι κανόνες του «Ξενοδοχείου» μεταμορφώνονται σε ζώα, σε ποιο συμπέρασμα θα μπορούσε να καταλήξει; Ο γάιδαρος είναι κάποιος που δεν θέλησε ή δεν κατάφερε να βρει ταίρι· η γυναίκα, ζευγαρωμένη κατά πάσα πιθανότητα, τον εκδικείται για κάτι που της έκανε στην ανθρώπινη ζωή του. Ποτέ δεν θα μάθουμε τι. Η επόμενη σκηνή θα μας βάλει πια κατευθείαν στην κεντρική ιστορία και θα μας συστήσει τον Ντέιβιντ (Κόλιν Φάρελ), το μόνο από τα πρόσωπα της ταινίας που έχει όνομα. Παράξενο κι αυτό, όπως πολλά στον κινηματογράφο του Λάνθιμου: σ’ αυτή την ιστορία αγάπης, μόνο το ένα μέλος του ζευγαριού έχει όνομα· το άλλο, η γυναίκα, όπως και όλο το υπόλοιπο καστ, προσδιορίζεται από κάποιο χαρακτηριστικό του μόνο. Εκείνη είναι η μυωπική γυναίκα.

Διαφορετικές αναγνώσεις

Μπορεί κανείς να διαβάσει με πολλούς τρόπους τον Αστακό. Κάποιες από τις αρνητικές κριτικές θα δουν στους δύο κόσμους που φτιάχνει ο Λάνθιμος το τάισμα της θεωρίας των δύο άκρων. Στη δυστοπία του, ισχυρίζονται, είναι αφόρητος τόσο ο αυταρχικός, καταπιεστικός κόσμος του «Ξενοδοχείου» (πολυτελούς αναμορφωτηρίου μιας εξίσου ανελεύθερης «Πόλης»), αλλά και ο βάρβαρος κόσμος των επαναστατών, του «Δάσους» των Μοναχικών, που επιβάλλει τους αντίθετους περιορισμούς με αντίστοιχες ή σκληρότερες τιμωρίες. Οι ρομαντικοί, ωστόσο, θα δουν στην ταινία μια αληθινή αγάπη, έναν έρωτα που δεν χωρά σε κανέναν από τους δύο κόσμους, που θα τους υπερβεί και τους δυο, έστω διά ενός συμβιβασμού (το ζευγάρι θα επιχειρήσει να γυρίσει στην Πόλη), που όμως καθαγιάζεται από μια υπέρτατη θυσία (την αυτοτύφλωση του άνδρα) προκειμένου να μπορέσουν να ζήσουν πλέον μαζί. Οι πολιτικές αναγνώσεις της ταινίας, βέβαια, θα αποφανθούν πως ο Λάνθιμος κάνει έναν κινηματογράφο που αναδεικνύει τον ατομισμό και τις ατομικές λύσεις παραγκωνίζοντας κάθε ενδεχόμενο συλλογικής αντίστασης και αλληλεγγύης.

Μια διαφορετική, πολιτική ανάγνωση

Κι όμως ο Αστακός δίνει σε πάμπολλες στιγμές του τα εργαλεία για μια πολύ διαφορετική, πολιτική, ανάγνωση. Κι ας είναι μια ταινία γύρω από τις σχέσεις και το νόημα της αγάπης. «Το προσωπικό είναι πολιτικό» έλεγαν πριν από κάμποσες δεκαετίες οι φεμινίστριες, και ο Αστακός, από άλλη σκοπιά, θα έλεγε κανείς πως ακολουθεί το ίδιο σύνθημα. Στους τρεις κόσμους του, τις δύο δυστοπίες που παρακολουθούμε στο πρώτο και το δεύτερο μέρος του και την κανονικότητα της Πόλης την οποία φευγαλέα διακρίνουμε σε κάποιες στιγμές, κυριαρχεί θα έλεγε κανείς αυτό που πλέον έχουμε κωδικοποιήσει υπό τον όρο βιοπολιτική, ένα σύστημα δηλαδή που επεκτείνει την εξουσία του στις πιο προσωπικές, τις πιο μύχιες περιοχές της ανθρώπινης ζωής, εδώ τη συντροφική ζωή και την αγάπη. Στον κόσμο του Ξενοδοχείου, αν και είναι αποδεκτή η ομοφυλοφιλία, η αμφισεξουαλικότητα παραμένει στο χώρο του αδιανόητου, ο αυνανισμός τιμωρείται παραδειγματικά, όμως οι επισκέψεις της καμαριέρας που διεγείρει ή βασανίζει σεξουαλικά τους ενοίκους είναι μέρος του καθημερινού προγράμματος. Η συντροφική ζωή είναι απολύτως επιβεβλημένη, όχι μόνο γιατί προστατεύει τον καθένα από τους κινδύνους της μοναχικότητας, αλλά και γιατί αποτελεί το σημείο εκείνο που τον διακρίνει από το ζώο. Στο Δάσος επιβάλλεται αντίστοιχα ο μοναχικός βίος, η σεξουαλική αποχή, η κατά μόνας, αυτιστική διασκέδαση. Η Πόλη, στις φευγαλέες παρουσιάσεις της, αποτελεί κυρίως χώρο κατανάλωσης και διαρκούς επιτήρησης (μια στιγμή να μείνεις μόνος, γίνεσαι ύποπτος και ελέγχεσαι από τα όργανα της τάξης).

Ο έρωτας, αντικείμενο αμφισβήτησης

Το ζευγάρωμα στους κόσμους του Αστακού γίνεται με όρους μιας γκροτέσκας ομοιότητας, θεμελιώνεται στα κοινά, εδώ γελοιοποιημένα και ασήμαντα, χωρίς να αφήνει τον παραμικρό χώρο στην ετερότητα. Και το όριο ανάμεσα στον άνθρωπο και το ζώο, εξόχως πολιτικό ζήτημα του σύγχρονου στοχασμού, προβάλλει στον Αστακό όχι μόνο μέσα από την ενδεχόμενη μεταμόρφωση, αλλά και από τον τρόπο που αντιμετωπίζονται οι αντάρτες του Δάσους, ως θηράματα που στερούνται την ανθρώπινη ιδιότητα.
Μπορεί σ’ αυτόν τον κόσμο να υπάρξει αγάπη; αναρωτιέται το δίδυμο Λάνθιμος – Φιλίππου. Είναι πραγματικός ο έρωτας που συνδέει τον Ντέιβιντ με τη μυωπική γυναίκα; Ή μήπως είναι κι αυτός επικαθορισμένος από τις κοινωνικές επιταγές που έτσι κι αλλιώς καθορίζουν τους πάντες και τα πάντα; Στην αρχή της ταινίας και πάλι, ο άνδρας πραγματοποιεί μια τελευταία συνομιλία με τη γυναίκα του, πριν τον εγκαταλείψει οριστικά. Εκεί έχουμε μια ενδιαφέρουσα πληροφορία –και ο δικός τους έρωτας βασίστηκε στην κοινή μυωπία τους–, που υπονομεύει ένα από τα βασικά στοιχεία του έρωτα, τη μοναδικότητά του. Όταν πια η Μοναχική μυωπική γυναίκα τιμωρηθεί και τυφλωθεί, και πάλι ο έρωτας θα γίνει αντικείμενο αμφισβήτησης. Δεν είναι η δική της αγανάκτηση όταν ρωτά «γιατί εμένα και όχι αυτόν;», είναι κι εκείνος που πασχίζει να βρει ένα κοινό σημείο (οποιαδήποτε ανοησία) για να ξαναθεμελιώσει την αγάπη του· είναι κι ότι κουράζεται πολύ από τις κάποτε συναρπαστικές ερωτικές συνομιλίες τους, ότι βαριέται τα παιχνίδια τους. Κι όταν θα της προτείνει να τυφλωθεί προκειμένου να μπορέσουν να ζήσουν τον έρωτά τους στην Πόλη πλέον, το δίδυμο Λάνθιμος – Φιλίππου θα αφήσει τη συνέχεια ανοιχτή, δίνοντας στον θεατή τη δυνατότητα να αποφασίσει για το τέλος…

Τι θα πει «αυθεντική αγάπη»;

Όμως σ’ ένα ακόμη επίπεδο ο Αστακός υπονομεύει και τον παραπάνω προβληματισμό περί αυθεντικότητας. Τι θα πει εντέλει «αυθεντική αγάπη»; Είναι ή δεν είναι ευτυχισμένοι, ας πούμε, οι γονείς της αρχηγού των Ανταρτών στην παλιομοδίτικη country ζωή τους; Και εκείνο το ζευγάρι (οικογένεια πλέον), όταν αποκαλύπτεται το ψεύδος (μια δήθεν ρινορραγία) που τους ένωσε, τι προστατεύει ενάντια στην τρομοκρατική αποκάλυψη των ανταρτών; Ένα ψέμα ή κάτι που στο μεταξύ έγινε αλήθεια;
Ο Λάνθιμος δεν κάνει μια ταινία για τη δύναμη της αγάπης ενάντια στην καταπίεση, ούτε για τον ατομισμό και τις λύσεις που προσφέρει μέσα σε καταπιεστικά καθεστώτα. Κάνει μια ταινία για τους επικαθορισμούς, για τον τρόπο που μας επιβάλλονται κανόνες πρότυπα διαμορφώνοντας ακόμη και το πιο προσωπικό κομμάτι της ζωής μας, αυτό που θεωρούμε πως μένει έξω από το πολιτικό, τις ανθρώπινες σχέσεις και την αγάπη. Αυτό ακριβώς μεταφέρει στον τόπο του πολιτικού και μέσα από τη μαύρη κωμωδία που είναι ο Αστακός στήνει τη δική του αλληγορία. Όχι τυχαία μάλλον, το it’s a match που αναφωνούν στο Ξενοδοχείο κάθε φορά που φτιάχνεται ένα νέο ζευγάρι, θυμίζει τα «ταιριάσματα» σημερινής διαδικτυακής πλατφόρμας γνωριμιών.

Έφη Γιαννοπούλου