Αστυνομικές ιστορίες στα Βαλκάνια

Βασίλης Δανέλλης, Γιάννης Ράγκος (επιμ.) «BalkaNoir»
(μτφ. Π. Σταθογιάννης, Ι. Ραντούλοβιτς, Ε. Μπρέντα-Ζήκου, Λ. Αβαγιανού, Ε. Κιρκιντζέ, εκδ. Καστανιώτη, 2018)

Μπογκντάν Τεοντορέσκου «Το στιλέτο» (μτφ. Μ. Μητσός, εκδ. Πόλις, 2018)

Πολλές συζητήσεις γίνονται κατά καιρούς για τις διάφορες «σχολές» αστυνομικής λογοτεχνίας, ειδικά όταν χρησιμοποιούνται γεωγραφικοί προσδιορισμοί για να τις περιγράψουν – μεσογειακό, σκανδιναβικό, λατινοαμερικάνικο νουάρ, σε μια τυποποίηση, μια κατηγοριοποίηση που διαρκώς διευρύνεται, όχι πάντα δικαιολογημένα: tartan noir, emerald noir κ.λπ. Αναζητούνται, έτσι, κοινά χαρακτηριστικά, παραλληλισμοί, διαφορές και αποκλίσεις από τις άλλες πιθανές «σχολές».
Το ζήτημα αυτό συζητούν και από την πλευρά τους οι επιμελητές του συλλογικού τόμου με αστυνομικά διηγήματα από βαλκανικές χώρες BalkaNoir, Βασίλης Δανέλλης και Γιάννης Ράγκος: αν και σε ποιο βαθμό υπάρχει κάτι ενιαίο, μια «σχολή» ίσως, με κάποια κοινά χαρακτηριστικά, πλην των γεωγραφικών βέβαια, που να μπορεί να βαφτιστεί «βαλκανικό νουάρ»: «εντοπίζονται κοινά δομικά, αφηγηματικά ή θεματικά μοτίβα; Και, γενικότερα, ποια είναι τα χαρακτηριστικά του;».
Τα δύο βιβλία του σημερινού σημειώματος, πάντως, επιτρέπουν μια φευγαλέα, έστω, ματιά στην αστυνομική λογοτεχνία που γράφεται σήμερα στην περιοχή μας.

Μια αλληλουχία από δολοφονίες μπορεί να μη σημαίνει τίποτα. Σε περίπτωση όμως που αυτές οι δολοφονίες έχουν κάποια κοινή ταυτότητα, τότε τα πράγματα μπορεί να είναι ή να γίνουν πολύ σοβαρά. Όταν, λοιπόν, ανακαλύπτεται στο Βουκουρέστι το πρώτο πτώμα με τη χαρακτηριστική μαχαιριά στον λαιμό, κανείς δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία. Όταν όμως τα πτώματα αρχίζουν να πληθαίνουν, θα πυροδοτηθεί μια διαδικασία που θα οδηγήσει σε μια μείζονα κοινωνική και πολιτική κρίση, πάντα βέβαια –ασφαλώς! πώς αλλιώς!– με την ακούραστη τροφοδότηση από τα αδηφάγα και πτωματοφάγα μίντια.
Η αιτία είναι το κοινό στοιχείο που έχουν όλα τα θύματα των επιθέσεων: είναι Ρομά με βεβαρημένο ποινικό μητρώο. Δράστης, κάποιος που αποκαλείται το Στιλέτο. Τα ερωτηματικά σχετικά με την ταυτότητα του δράστη φουντώνουν: μήπως άραγε είναι ακόμα και «ξεκαθάρισμα λογαριασμών ανάμεσα στην αστυνομία και τους Ρομά»; Μήπως ο δράστης μπορεί να είναι ακόμα και αστυνομικός;
Ταυτόχρονα, σε μια χώρα που ζει τον «νέο ρουμανικό καπιταλισμό» και μαστίζεται από τη φτώχια και τη διαφθορά, ο ρατσισμός δεν μπορεί παρά να ανθεί: σύντομα η εχθρότητα των «Ρουμάνων» («οι αληθινοί Ρουμάνοι δεν έχουν σκούρο δέρμα» λένε οι ακροδεξιοί) προς τους Ρομά αρχίζει να μετατρέπεται σε αυξανόμενη «συμπάθεια του πληθυσμού» προς τον δολοφόνο που έχει αναλάβει αυτόκλητος να καθαρίσει τη χώρα από τους «τσιγγάνους κακοποιούς»: «με δεδομένο ότι τα θύματα είναι τσιγγάνοι με ποινικό μητρώο, υπάρχει ένα ρεύμα της κοινής γνώμης που επιδοκιμάζει σιωπηρά τις πράξεις του δολοφόνου».

Πολιτικοί και μιντιακοί εφιάλτες στη Ρουμανία

Τη στιγμή, όμως, που η αντιπολίτευση σκέφτεται ότι «αν ο δολοφόνος φάει ακόμη μερικούς, θα κερδίσουμε την εξουσία ακόμη πιο γρήγορα», στη Ρουμανία όπου το 10% του πληθυσμού είναι Ρομά, στη Ρουμανία των δύο εκατομμυρίων Ρομά ψηφοφόρων, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, ειδικά όταν αρχίζει να υποφώσκει ο εφιάλτης «μιας ενδεχόμενης εθνοτικής σύγκρουσης»: «Δεν ξέρετε τι σημαίνει οργισμένος τσιγγάνος! Ή τσιγγάνος που φοβάται ότι θα πεθάνει». Πράγματι, οι πρώτες συγκρούσεις μεταξύ Ρομά και αστυνομικών αρχίζουν, αφήνοντας πίσω τους νεκρούς και τραυματίες.
Και όλο αυτό το άγριο σκηνικό πυροδοτείται διαρκώς από κάποια κανάλια της τηλεόρασης, που με αιμοδιψείς εκπομπές διαμορφώνουν ένα κλίμα τρόμου, βίας και αυτοδικίας, στήνοντας ακόμα και τις πιο άθλιες φάρσες και φτάνοντας σε σημείο να εξαπατούν φανερά τους τηλεθεατές – πράγματα ωστόσο που προφανώς αποτελούν ιδιαιτερότητα της Ρουμανίας και δεν συμβαίνουν σε άλλες χώρες των Βαλκανίων. Ο βασικός ευνοημένος από αυτό το κλίμα, είναι –προφανώς και πάλι!– το ακροδεξιό κόμμα της Εθνικής Ενότητας και ο ηγέτης του, που υποστηρίζει ευθέως και δημοσίως το Στιλέτο για το καλό που κάνει στους Ρουμάνους ξεκινώντας πόλεμο με τους Ρομά και ο οποίος απευθύνεται στους ψηφοφόρους του καταγγέλλοντας «προδότες», «αλήτες» και διεθνείς συνωμοσίες κατά του ρουμανικού έθνους.

Αποτύπωση των μηχανισμών διαπλοκής

Όταν μάλιστα φτάνει να εμπλακεί και ο λεγόμενος διεθνής παράγοντας, θα δημιουργηθεί ένας απίστευτος κυκεώνας αλληλοδιαπλεκόμενων συμφερόντων και επιλογών όπου μπορεί προς στιγμήν να δημιουργείται η ψευδαίσθηση πως με κάποιον τρόπο υπάρχει η δυνατότητα αυτή η ταραγμένη κατάσταση να διευθετηθεί χωρίς βέβαια να αλλάξει τίποτα στην ουσία, προτού καταλάβουμε πως, έτσι τουλάχιστον, τίποτα δεν τελειώνει, τίποτα δεν μπορεί να τελειώσει ποτέ.
Το Στιλέτο, τελικά, δεν είναι μόνο μια εξαιρετική τοιχογραφία μιας κοινωνίας – της ρουμανικής εν προκειμένω. Είναι, πάνω απ’ όλα, η αποτύπωση μιας διαδικασίας – της διαδικασίας και των μηχανισμών εκείνων μέσω των οποίων διάφοροι πόλοι εξουσίας (κυβέρνηση, κράτος, πολιτικές δυνάμεις, δικαστές, μίντια) αλλά και νοσηρά φαινόμενα μέσα στην κοινωνία διαπλέκονται και αλληλοτροφοδοτούνται, δημιουργώντας την εικόνα της σήψης που δεν μας είναι άγνωστη.

Εγκλήματα και άλλα δεινά στα Βαλκάνια

Η συλλογή διηγημάτων BalkaNoir περιέχει είκοσι ένα αστυνομικά διηγήματα και οκτώ εισαγωγικά κείμενα σχετικά με την αστυνομική λογοτεχνία των βαλκανικών χωρών – τρία διηγήματα από τρεις διαφορετικούς συγγραφείς, συν μια εισαγωγή, από την κάθε μία από επτά χώρες των Βαλκανίων (Βουλγαρία, Ελλάδα, Κροατία, Ρουμανία, Σερβία, Σλοβενία, Τουρκία), καθώς οι επιμελητές («με έκπληξη», όπως λένε και οι ίδιοι) ανακάλυψαν ότι σε χώρες όπως η Αλβανία, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, το Μαυροβούνιο, και η ΠΓΔ της Μακεδονίας σε γενικές γραμμές «δεν υπάρχουν δόκιμοι και συστηματικοί συγγραφείς του είδους – απλώς, σε ορισμένες περιπτώσεις, συγγραφείς από άλλα είδη “προσέρχονται” προσωρινά στο πεδίο της αστυνομικής αφήγησης για τις ανάγκες κάποιου περιοδικού ή συλλογής διηγημάτων».
Οι δύο επιμελητές στην πολύ κατατοπιστική εισαγωγή τους διερευνούν τα πιθανά κοινά στοιχεία (π.χ. «στη βαλκανική αστυνομική λογοτεχνία η πολιτική δεν αποτελεί απλώς μια θεματική, αλλά έχει οργανικό ρόλο στην εξέλιξη και τη διαμόρφωσή της και ταυτόχρονα τη διαποτίζει») ή τις αποκλίσεις ανάμεσα στην αστυνομική λογοτεχνία των διαφόρων χωρών. Σε αυτό συμβάλλουν πολύ και οι εισαγωγές για τα επτά κεφάλαια του βιβλίου, καθένα από τα οποία είναι αφιερωμένο στην κάθε χώρα.
Τα διηγήματα της συλλογής έχουν πολύ μεγάλη ποικιλία, τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενο: πραγματεύονται ένα πολύ μεγάλο εύρος θεμάτων, ανήκουν σε διαφορετικά υποείδη, είναι ίσως άνισα, και σε κάθε περίπτωση συγκροτούν μια πλούσια συλλογή που αποτυπώνει ένα πολύ κατατοπιστικό πανόραμα του αστυνομικού διηγήματος που γράφεται σήμερα στις χώρες της περιοχής μας – είναι, με άλλα λόγια, όπως γράφουν και οι επιμελητές του τόμου, «μια καλή “πρώτη ύλη” προκειμένου να εξαχθούν μερικά χρήσιμα συμπεράσματα για μια αρχική, αλλά σίγουρα όχι οριστική, απάντηση στα ερωτήματα» σχετικά με την αστυνομική λογοτεχνία των βαλκανικών χωρών.

Κώστας Αθανασίου