Αθυρόστομα του 14ου αι.

Στέφανος Σαχλίκης
«Τα ποιήματα»
Εκδόσεις Μ.Ι.Ε.Τ.
Οκτ. 2015

Ο Στέφανος Σαχλίκης, ποιητής, Κρητικός την καταγωγή, άλλοτε ποτέ αποκαλούμενος στιχοπλόκος, φάνηκε τυχερός μέσα στην ατυχία του. Κατ’ αρχήν, μεταθανατίως τυχερός, να αποκτήσει “χρηστική” έκδοση απάντων των ευρισκομένων ποιημάτων του σε έναν κομψό τόμο, με χαρακτικό στο εξώφυλλο του Δημήτρη Γαλάνη, φτιαγμένο το 1920, που δείχνει σαν εμπνευσμένο από το δικό του δίστιχο: “Η Δίλογος επέσωσε την λέγουσιν Φουρνάραν/ με άρματα κι εκάθετον εις άλογον, μιάν φάραν”. Είναι ο δεύτερος τόμος μίας νέας σειράς, δίπλα στον πρώτο των Απάντων Τέλλου Άγρα. Αμφότεροι, με τον ίδιο αόριστο τίτλο, σαν να σβήνουν την απόσταση των πεντέμισυ αιώνων μεταξύ των δυο ποιητών.
Αλλά και εξαρχής, ο Σαχλίκης στάθηκε τυχερός μέσα στην ατυχία του, αφού ποιητής έγινε στη φυλακή, όπου τον οδήγησαν τα “νυκτογυρίσματα”, τα “αζάρια” και οι “πολιτικές”, τουτέστιν οι πόρνες του Κάστρου της Κρήτης (είτε πρόκειται για την Κρητική Κυδωνία, όπως είκαζε ο Κοραής, είτε για το Μέγα Κάστρο του Χάνδακα, όπως έδειξε η αρχειακή έρευνα). Μια “πομπεμένη χήρα” τον μεταμόρφωσε από παιδάριο, ακόμη στα δεκατέσσερα, σε χαροκόπο. Ειδάλλως πώς, αυτός ένας ευπατρίδης, από σόι φεουδαρχών, θα γνώριζε τον υπόκοσμο της Κρήτης και “του Κάτω Κόσμου” το “Πουργατόριον”, καταπώς “σουσουμιάζει” τη φυλακή. Διέθετε, βεβαίως, το ταλέντο και πέραν του εκ γενετής χαρίσματος, κάτεχε τη δημώδη γλώσσα, με όλο τον πλούτο του κρητικού ιδιόλεκτου, για να γράψει, αλά Πέτρος Πικρός, μέσα στης φυλακής τα σίδερα, το δικό του προδρομικό “τουμπεκί”, ένα διαυγές αντικαθρέφτισμα από το αυταρχικό πρόσωπο της Ενετοκρατίας. Ακόμη, από ιδιοσυγκρασία, θα πρέπει να ήταν αχαλιναγώγητος, λάβρος στις εκδηλώσεις του, όπως ο ίδιος παρουσιάζει εαυτόν στην εναρκτήρια “αφήγησιν παράξενον”. Φύσει αθυρόστομος και σατιριστής, με οργιάζουσα φαντασία, για να στήσει μία αλά Αριστοφάνη συγκέντρωση γυναικών ελευθερίων ηθών. Από τα πλέον απολαυστικά στοιχεία της έμμετρης αφήγησης αποβαίνει ο λανθάνων παραλληλισμός,  μέσω του παιγνιώδους λεκτικού, της “πολιτικής” και των “πολιτικών” της, τουτέστιν των ακόλαστων πράξεων της, με έναν πολιτικό και τις δικές του πολιτικές.
Δυο φορές τυχερός, μεταθανατίως και πάλι, ο Σαχλίκης, αφού δεν υπάρχει εγκυκλοπαίδεια ούτε ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, που να μην τον μνημονεύει. Αλλά συνάμα και άτυχος, αφού, γι’ αυτόν και τα ποιήματά του, κατά τους παλαιότερους στιχουργήματα, γράφτηκαν τα μύρια όσα και κατά κανόνα, όχι τα ευμενέστερα. Σε αυτήν την απαξιωτική αντιμετώπιση, συνέβαλε η αθυροστομία της ποίησής του, που ήδη αναφέραμε, χωρίς να ληφθεί υπόψη η υψηλή ποιότητά της, μη υστερώντας ούτε προ του «Μεγάλου Ανατολικού». Μία μόνο ακαλαίσθητη λέξη, δυστυχώς επαναλαμβανόμενη, εντοπίσαμε, το “ψωλοπόθα”,  ως εναλλακτική  μιας λέξης εμπειρίκιας χάριτος, όπως η “ποθοτζουστουνιά”. Ούτε στα εισαγωγικά κείμενα ούτε στο γλωσσάρι διευκρινίζεται σαφώς κατά πόσο αυτή ανήκει ή όχι στον ποιητή. Αν, βεβαίως, αρκεστούμε στον χαρακτηρισμό της αθυροστομίας και δεν την θεωρήσουμε “άμετρο βωμολοχία”, κατά την διατύπωση του Κοραή, που αποφαίνεται πως ο Σαχλίκης κάνει “αισχρότερα τα αισχρά”. Παρεμπιπτόντως, ο Κοραής, που πρώτος εξέδωσε στίχους του Σαχλίκη, παρέθεσε 22 και όχι 12 στίχους, όπως αναφέρεται στον πρόλογο, τους οποίους ανθολογεί σκόρπιους από το πρωτότυπο και προς αποφυγή της αθυροστομίας του ποιητή.
Δυο είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της ποίησης του Σαχλίκη, που βάρυναν κατά την μελέτη του: η ασεμνολογία στα όρια της αισχρότητας (σε συνάρτηση πάντα και με την εποχή) και η “ομοιοτέλευτος (rimee) στιχουργία”. Έστω και αν οι στίχοι του χαρακτηρίζονται “ατάκτως” ομοιοκατάληκτοι, πάντως, είναι ομοιοκατάληκτοι. Αρχικά, δεν υπήρχαν μαρτυρίες για τον βίο και την πολιτεία του, εκτός από τις αντλούμενες από τα ποιήματά του, όπου εντοπίζονται και ένα δύο αόριστες αναφορές σε μείζονα θλιβερά συμβάντα, χωρίς να διασαφηνίζεται για ποια ακριβώς πρόκειται. Κατ’ ουσία, το μόνο κριτήριο, που έμενε για την χρονολόγησή του ήταν η ρίμα. Αλλά, με βάση τις μέχρι τότε χρονολογήσεις του σώματος της βυζαντινής λογοτεχνίας, “η ρίμα δεν αποκρυσταλλώθηκε πριν από το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα”, όπως σχολιάζει ο Χανς-Γκέοργκ Μπεκ στην «Ιστορία της Βυζαντινής Δημώδους Λογοτεχνίας». Οπότε, ετίθετο το δίλημμα: Ήταν ο Σαχλίκης ο πρώτος που χρησιμοποιεί την ομοιοκαταληξία, άρα μπορεί να έζησε και πριν την Άλωση, ή ανήκε στην ομάδα ποιητών του 15ου αιώνα;

Η πρώτη εκδοχή θα σήμαινε, όπως το εκφράζει ο Τάσος Καπλάνης, με τη σιγουριά που προσφέρει σήμερα η ακριβής πλέον γνώση των βιογραφικών στοιχείων του Σαχλίκη, πως αυτός είναι “ο πατέρας της κρητικής λογοτεχνίας”, μέχρι και “ο πρώτος επώνυμος συγγραφέας της νεοελληνικής λογοτεχνίας”. Παρόμοιες αποφάνσεις μπορεί να διατυπώνονται το 2010, θα φαίνονταν όμως απίθανες στους παλαιότερους μελετητές. Κι αυτό, λόγω του έκλυτου βίου του ποιητή, αλλά και του σογιού του. Οι Σαχλίκες και οι Γυαλινάδες από την πλευρά της μητέρας του, είναι ανάμεσα στις μετρημένες γηγενείς οικογένειες, που συνεργάστηκαν με τους Ενετούς, εξ ου και φεουδάρχες. Πιθανώς και καθολικοί – σίγουρα η μητρική γενιά, που επέζησε ως το τέλος της Ενετοκρατίας και ίσως, κλάδος της να μετακινήθηκε στα Επτάνησα. Πρωτίστως, όμως, λόγω της θεματικής της ποίησής του και της λαϊκής γλώσσας εκείνου του ύστερου βυζαντινού περιθωρίου. Όλα αυτά συνυπολογιζόμενα, τον απέκλειαν από την τιμή της πρωτοκαθεδρίας. Ακόμη μέχρι σήμερα, οι μελετητές, που αναζητούν τον πρώτο συγγραφέα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, έχουν κατά νου έναν συγκεκριμένο τύπο λογίου και κυρίως, μια ορισμένη θεματική της ποίησής του. Δεν είναι τυχαίο οτι προτάθηκε ο Νικόλαος Σοφιανός, μία εξέχουσα προσωπικότητα λογίου, με δηλωμένη συνείδηση Ρωμιού, και επιπροσθέτως, συγγραφέας της πρώτης Γραμματικής. Ή, άλλοι, που εμμένουν στον Μπεργαδή και τον «Απόκοπό» του.
Το αποτέλεσμα ήταν η αρχική τοποθέτηση του Σαχλίκη στους ποιητές του 15ου αιώνα και εντός αυτών, η αξιολόγησή  του ως έναν από τους ελάσσονες. Όταν, τελικά, αποδείχτηκε πως επρόκειτο για πρώιμη περίπτωση, με τον βίο του να καλύπτει μετά βεβαιότητας τα δυο τρίτα του 14ου αιώνα, κλέβοντας και δυο τρία χρόνια από τον επόμενο, οι μελετητές, όσοι τουλάχιστον εξαρχής υιοθέτησαν τα νέα δεδομένα, άρχισαν να ευπρεπίζουν συστηματικά την ποίησή του, ψαλιδίζοντας στίχους. Για παράδειγμα, στην Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, που φέρεται “ακμάσας κατά το πρώτον ήμισυ του 15ου αιώνα”, ο λημματογράφος Νίκος Α. Βέης χαρακτηρίζει τα ποιήματα “αξιόλογα γλωσσικά και ιστορικά μνημεία”, αν και “πορνολογήματα”. Στου Δρανδάκη, όπου φέρεται “ζησας κατά το δεύτερον ήμισυ του 15ου”, ο νεαρός Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου  αποφαίνεται πως “έγραψε διάφορα ποιήματα εις άξεστον δημώδη γλώσσαν”, τα οποία “στερούνται ποιητικής αξίας”. Ενδεικτική και η Ιστορία του Ηλία Βουτιερίδη, όπου  γίνεται αναφορά “στην προστυχιά και την αχρειολογία της φράσης και της σάτιρας”.
Αντιθέτως, ο Κ. Θ .Δημαράς, τοποθετώντας τον μεταξύ Λεονάρδου Ντελαπόρτα και Μπεργαδή, τον δικαιολογεί: “αμαρτωλός ο ίδιος, για τους αμαρτωλούς και τις αμαρτωλές μας μιλεί”. Ξακρίζοντας, δίκην παραδείγματος, από ένα οκτάστιχο, πέντε κόσμιους στίχους, απαλείφοντας έναν, με ρητή αναφορά στις “πολιτικές”, και συνενώνοντας τους δυο άλλους σε έναν, υποστηρίζει: “Έγραψε με σκοπούς ηθοπλαστικούς, στιχουργήματα που έχουν ζωντάνια και γραφικότητα.” Το ίδιο αποκαθαρμένο εξάστιχο δανείζεται ως παράδειγμα και ο Γ. Κορδάτος, γεγονός που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο, η επί το κοσμιότερο παραλλαγή να οφείλεται στην προφορική παράδοση, που παρεμβάλλεται μεταξύ του πρωτότυπου και των τριών ευρεθέντων χειρογράφων, στα οποία στηρίχτηκε η πρόσφατη έκδοση.
Παρεμπιπτόντως, ξενίζει η αναφορά του Κορδάτου στον Σαχλίκη. Θα πρέπει μάλλον να την αποδώσουμε στον Θεσσαλονικιό λόγιο Συνόδη Παπαδημητρίου, ο οποίος, προς τα τέλη του 19ου, σταδιοδρόμησε στη Ρωσία, προστατευόμενος του Πατριαρχείου. Ως καθηγητής στην Οδησσό ο Παπαδημητρίου, εξέδωσε ποιήματα του Σαχλίκη, που έτσι βρέθηκε στη Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, αλλά και στις, κατά κανόνα, λιγοστές πολιτιστικές σελίδες του «Ριζοσπάστη», ήδη από το 2000, χάρις και στον ενημερωμένο συντάκτη Γρηγ. Τραγγανίδα. Όσο αφορά το ηθικοδιδακτικό μέρος, ο Μάριο Βίττι το βρίσκει βαρετό, προτιμώντας τις ρεαλιστικές περιγραφές. Παρόλο που ζητά να δώσει παράδειγμα διασκεδαστικό, αποφεύγει κι αυτός να παραθέσει στίχους, που αναφέρονται στις “πολιτικές”. Εκείνος, πάντως, που ανενδοίαστα τον καλοσυστήνει είναι ο Λίνος Πολίτης: Τον χαρακτηρίζει “μια πολύ ενδιαφέρουσα προσωπικότητα” και θεωρεί πως “ο στίχος του έχει νεύρο και χιούμορ”.
Όπως αναφέραμε, η πρώτη χρονολόγηση δεν στηρίχτηκε μόνο στην ομοιοκαταληξία, αλλά και σε κάποια πλαγίως αναφερόμενα συμβάντα ή και σε ορισμένα άλλα, που, ενώ εμπίπτουν στα χρόνια που εκείνος έζησε, παραλείπονται. Με βάση αυτά, ο Κοραής τον τοποθετεί στην ενετοκρατούμενη Κρήτη, ενώ ο Σάθας, στον 15ο, αλλά, μετά την Άλωση. Γι’ αυτό και η ασθένεια, που αναφέρει στο δίστιχο: “Και μερικοί λεπριάζουσιν και μερικοί λωβιάζουν / κι εκ την λωβάδαν την πολλήν την νεότην τους διαβάζουν”, ταυτίστηκε με την σύφιλη, που έφερε ο Κολόμβος, επιστρέφοντας το 1493. Δηλαδή, τον ταξινόμησαν δίπλα στον Ρόδιο στιχουργό Εμμανουήλ Λειμωνίτη ή και Γεωργιλλά και τον θρήνο του, «Το θανατικόν της Ρόδου». Αντιθέτως, για την ιεράρχησή του μέσα στον 14ο αιώνα, λειτούργησαν αποτρεπτικά, η μη αναφορά της επιδημίας της πανούκλας το 1348 και της επανάστασης του Αγίου Τίτου, περί το 1365.
Η χρονολόγηση με βάση το αρχειακό υλικό έγινε από τον Ολλανδό (νυμφευμένο με Ελληνίδα) Άρνολντ Βαν Χέμερτ, που βρέθηκε συμπτωματικά υπό  την σκέπη, διαδοχικά, δυο καθοδηγητών. Με διετή υποτροφία, το 1966, στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπου ο Πολίτης τον έστρεψε στην Κρητική Αναγέννηση, προτρέποντάς τον να ασχοληθεί με τον Μαρίνο Φαλιέρο. Και τον Μανούσο Μανούσακα, που από το 1966 διηύθυνε το Ινστιτούτο της Βενετίας και είχε από νωρίτερα εκφράσει την γνώμη πως ο Σαχλίκης μπορεί να ανήκει σε παλαιότερη εποχή. Ο Χέμερτ ανέτρεξε στα ενετικά αρχεία, πρώτα, για την ορθή χρονολόγηση του Φαλιέρου, που αποτέλεσε το αντικείμενο της διδακτορικής του διατριβής (Μαρίνου Φαλιέρου, «Ερωτικά όνειρα», κριτική έκδοση, με εισαγωγή, σχόλια και λεξιλόγιο Arnold Van Gemert, ΜΙΕΤ, 2006) και μετά του Σαχλίκη.
Ωστόσο, παρά τα  τεκμήρια των Αρχείων, που παρουσίασαν, από κοινού, Χέμερτ και Μανούσακας, το 1976, ο Στ. Αλεξίου, ίσως και κάποιοι άλλοι, δεν πείστηκαν, δίνοντας βάρος στα αποκαλούμενα “εσωτερικά στοιχεία” των ποιημάτων του Σαχλίκη. Το 1990, ο Μανούσακας έδειξε πως δυο από αυτά, η“ λωβάδα” στο παραπάνω  δίστιχο, καθώς και  ο στίχος, “μανδάτον θλιβερόν από την Ρωμανίαν”, παρερμηνεύθηκαν, υποδεικνύοντας πιθανές διαφορετικές σημασίες. Ο Αλεξίου, πάντως, ακόμη και στην τελική μορφή της Ιστορίας του, Σεπ. 2010, εμμένει στις αμφιβολίες του, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο ο ποιητής Στέφανος Σαχλίκης να ταυτίζεται με κάποιον ομώνυμό του.
Οι πρώτες εκδόσεις των ποιημάτων του Σαχλίκη έγιναν στις τρεις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα: το 1871 από τον Αιμίλιο Λεγκράν, το 1874 από τον Βίλχελμ Βάγκνερ (και όχι Γουλιέλμο κατά τον εκλατινισμένο τύπο του ονόματος, που απαντάται μόνο στην προμετωπίδα της έκδοσης των ποιημάτων του Σαχλίκη, δεδομένου ότι ο τίτλος δίνεται λατινιστί, «Carmina  graeca medii aevi». Αυτό, προς αποφυγή σύγχυσης στη Βιβλιογραφία, όπου καταγράφεται, άλλοτε ως W. Wagner και άλλοτε ως G. Wagner. Όταν το Βάγκνερ στη Γερμανία είναι σαν το δικό μας Παπαδόπουλος.) και το 1896 από τον Παπαδημητρίου. Στην πρόσφατη έκδοση, προτάσσονται πρόλογος του καθηγητή στα Ιωάννινα Γ. Μαυρομάτη, ο οποίος είναι ο επιμελητής του τόμου, και εισαγωγή του Νίκου Παναγιωτάκη, που απεβίωσε Σεπ. 1997, ως διευθυντής του Ινστιτούτου Βενετίας, αφού είχε αποχωρήσει από τη θέση του στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Τιμής ένεκεν, αφού εκείνος είχε για χρόνια ασχοληθεί με τον Σαχλίκη και ετοίμαζε έκδοση των ποιημάτων του, αντί ενός εκσυγχρονισμένου κειμένου, συρράπτονται τμήματα από τα σεμινάρια, που είχε δώσει στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, κατά το ακαδημαϊκό έτος 1985-1986.
Αυτή η επιλογή του επιμελητή είναι μάλλον μία ακόμη ατυχία για τον Σαχλίκη μέσα στην ευτυχία της έκδοσης. Κατ’ αρχήν, τότε, ο Παναγιωτάκης, όπως ο ίδιος σχολιάζει, “διατηρούσε ακόμη μερικές ελάχιστες, επιφυλάξεις, σχετικά με τα βιογραφικά του Σαχλίκη”. Παρόλο που “ομολογεί ότι όσο περνά ο καιρός εξασθενούν”, επιμένει στην σχετικά εκτεταμένη αναφορά του παλαιότερου σκεπτικού. Επίσης, απορία προκαλεί η αξιολογική αναφορά στους εμπλεκόμενους ερευνητές, όπως η τηλεγραφική στον Χέμερτ, χωρίς παραπομπή στην χρονολόγηση του Φαλιέρου και της ακόλουθης έκδοσης των ποιημάτων του, καθώς και η παράλειψη μνείας της συμβολής του Πολίτη.
Ακόμη μεγαλύτερη, όμως, απορία γεννάει η μηδενιστική αναφορά στη έκδοση Λεγκράν και μάλιστα, σε συγκριτική βάση με τον Βάγκνερ. Εικοσιεννιάχρονος αναφέρεται εμφατικά ο πρώτος σαν ένδειξη πως δεν είναι στο ύψος του έργου, έναντι του Βάγκνερ, που επαινείται, χωρίς αναφορά πως είναι δυο χρόνια νεότερος. Βεβαίως, ο δεύτερος είναι ήδη “εν Hamburg καθηγητής”, όπως τον αποκαλεί ο Κωνσταντίνος Σάθας, που αλληλογραφεί και με τους δυο, τροφοδοτώντας τους με αντιγραφές κειμένων και μεταφράσεις. Αυτός, ούτε καν που αναφέρεται από τον Παναγιωτάκη στο, έτσι κι αλλιώς, άνισο μοίρασμα εγκωμίων ανάμεσα σε γηγενείς και αλλοδαπούς. Αλλά όχι και ο Λεγκραν “μικροϋπάλληλος του γαλλικού δημοσίου”. Να θυμίσουμε, πως “το 1871 του ανατέθηκε η διδασκαλία της νεοελληνικής γλώσσας στη Σχολή Ανατολικών Γλωσσών του Παρισιού”, ενώ, λίγο αργότερα, έγινε καθηγητής, σύμφωνα και με την εμπεριστατωμένη Εισαγωγή του Γ. Παπακώστα στην Αρχειακή Μελέτη «Ο Emile Legrand και η Ελληνική Βιβλιογραφία».
Τέλος, να σημειώσουμε, πως η αναφορά του Παναγιωτάκη στον Ηλία Πετρόπουλο είναι ανακριβής. Κατ’ αρχήν, ο τίτλος του βιβλίου του, στο οποίο αναφέρει τον Σαχλίκη, είναι «Το μπουρδέλο» και όχι το «Μπορντέλο». Ο Πετρόπουλος, την γαλλιστί παραφθορά, θα την θεωρούσε μέγα λάθος. Από τις τρεις συνολικά παραπομπές  σε αυτόν που παραθέτει, μία μόνο προσεγγίζει ακουστικά στίχο του. Συγκεκριμένους στίχους δεν σταχυολογεί. Το πιθανότερο, γράφει από μνήμης. Τον παρουσιάζει, μάλιστα, ακόμη αισχρότερο, από όσο ήταν, καθώς τον θέλει να κατηγορεί τις “πολιτικές” μέχρι και για κτηνοβασία.
Κατά τα άλλα, η “χρηστική” έκδοση Σαχλίκη αναμένει, μάλλον εις μάτην, το αναγνωστικό κοινό να την ανακαλύψει. Μήπως θα βοηθούσε, εισαγωγές και πρόλογοι να ακολουθούν αντί να προτάσσονται; Ένα πιάτο νόστιμο, πρώτα θα δώσεις να το δοκιμάσει ο άλλος κι αν του αρέσει, του δίνεις και την συνταγή.

Μ. Θεοδοσοπούλου