Αθώοι κι ένοχοι, άνθρωποι και νόμοι

Τανγκύ Βιέλ «Άρθρο 353 του Ποινικού Κώδικα» (μτφ. Χαρά Σκιαδέλλη, εκδ. Πόλις, 2019)

«Αν μπορεί κανείς να αναφερθεί σε μια ταξική δικαιοσύνη, δεν είναι μονάχα επειδή ο ίδιος ο νόμος ή ο τρόπος εφαρμογής του εξυπηρετούν τα συμφέροντα μιας ορισμένης τάξης· είναι γιατί ολόκληρη η διαφορετική διαχείριση των ανομιών, μέσω του ποινικού συστήματος, αποτελεί μέρος των μηχανισμών αυτών της κυριαρχίας. Οι νόμιμες τιμωρίες θα πρέπει να επανατοποθετηθούν σε μια ολική στρατηγική των ανομιών».
Σκέψεις όπως οι παραπάνω, του Μισέλ Φουκώ, εύκολα έρχονται στο μυαλό του αναγνώστη που διαβάζει το μυθιστόρημα του Τανγκύ Βιέλ. Ένα μυθιστόρημα που μέσα σε λίγες σελίδες μυθοπλασίας (η καλή οικονομία είναι χαρακτηριστικό του βιβλίου) καταφέρνει να παραπέμψει σε κάποια καίρια ερωτήματα για τη δικαιοσύνη και τον νόμο – πού είναι ο νόμος και πού το έγκλημα; τι είναι νόμιμο και τι δίκαιο; ποιος το καθορίζει αυτό, ποιος καθορίζει τα όρια ανάμεσά τους; Και πώς μετατοπίζονται ή σπάνε αυτά τα όρια; Και η αυτοδικία; Τι γίνεται μπροστά στην οργή του απλού ανθρώπου που στέκεται ανήμπορος μπροστά στην ταξική δικαιοσύνη αλλά και –κυρίως, ίσως– στις διαφορετικές νομικές και κοινωνικές κλίμακες απαξίας των πράξεων; Ποιος είναι ένοχος και τι είναι το αίσθημα της ενοχής;

Θύματα και θύτες, αθώοι κι ένοχοι

Η ιστορία του βιβλίου είναι μάλλον απλή, «βγαλμένη μέσα απ’ τη ζωή» – θέμα spoiler δεν υπάρχει, μιας και όλα είναι γνωστά από την αρχή, από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου. Απατεώνας μεγαλοεπενδυτής εμφανίζεται σε ένα παραθαλάσσιο χωριό του Φινιστέρ και, με υποσχέσεις να μετατρέψει την περιοχή σε υπερπολυτελές θέρετρο, τρώει όλες τις οικονομίες των κατοίκων, καταστρέφοντας τη ζωή τους.
Η περιοχή έχει ήδη πληγεί από την οικονομική κρίση, καθώς το ναυπηγείο στο οποίο δούλευαν οι περισσότεροι κάτοικοι έχει ήδη κλείσει – τα λεφτά που θα χάσουν από τον απατεώνα είναι συχνά η αποζημίωση της απόλυσής τους. Όταν λοιπόν εμφανίζεται ο μεγαλομεσίτης –με την Πόρσε του, μαζί με τον δήμαρχο και στρατούς από κάτι τύπους με «φανελένια κοστούμια» (έρχεται ως «ο απεσταλμένος κάποιου θεού, που θα μας βγάλει από το τέλμα», τον οποίο «οφείλαμε να τον υποδεχτούμε σαν μεσσία», καθώς, όπως λέει ο δήμαρχος, «μας τον έστειλε η Θεία Πρόνοια»)– και εξαγγέλλει το μεγαλεπήβολο σχέδιό του για την ανάπλαση της περιοχής, αρχίζοντας να φέρεται στους κατοίκους «σαν εξερευνητής που φτάνει σε μια άγνωστη χώρα» και μιλάει σε «έντρομους και αφελείς ιθαγενείς», οι κάτοικοι μοιάζουν «μαγνητισμένοι, θαρρείς, από το μέλλον» και πέφτουν σιγά σιγά στην παγίδα του.
Όσο ο καιρός περνάει και αντί για θέρετρο η περιοχή γεμίζει μόνο με λακκούβες που από υπόσχεση μετατρέπονται λίγο λίγο σε απειλή, οι κάτοικοι αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι έχουν πέσει θύματα μιας καλοστημένης απάτης – αντί για την απόδοση 10-12% τον χρόνο στην «επένδυσή» τους, που τους είχαν τάξει, απλώς έχουν χάσει όλες τους τις οικονομίες. Καθώς είναι προφανές πως ο απατεώνας ουδέποτε θα τιμωρηθεί, αφού η πρακτική του είναι απλώς κομμάτι της «ελεύθερης οικονομίας», τα θύματα μοιάζουν να υποτάσσονται, σιωπηλά και ντροπιασμένα, στη «μοίρα» τους (να θάβεται «ο καθένας μες στη σιωπή της παγίδας του»). Όταν, όμως, μπροστά σε κάποιες πρώτες πράξεις οργισμένης αντίδρασης, ο απατεώνας εμφανίζεται, απενοχοποιημένος και «αθώος», στο δικαστήριο για να στείλει στη φυλακή όποιον οργισμένο κάτοικο αντιδρά, ενώ ο ίδιος συνεχίζει να απολαμβάνει ατιμώρητος τα λεφτά που έχει φάει από τους κατοίκους (αν και «τα δικαστήρια θα έπρεπε να έχουν ήδη ασχοληθεί με την περίπτωσή του»), τότε τα διλήμματα θα πάρουν πιο τραγικό χαρακτήρα.
Ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, ο Μαρσιάλ Κερμέρ, δίνει την απάντηση στο δίλημμα, όταν, ταπεινωμένος, ηττημένος αλλά τελικά οργισμένος, φτάνει να διαπράξει ένα έγκλημα που όμως, λέει, «ακόμα και οι γλάροι το ενέκριναν»

Το γράμμα και το πνεύμα του νόμου

Το βιβλίο είναι ο μακρύς μονόλογος του Κερμέρ στον εισαγγελέα που πρόκειται να αποφασίσει τι δίωξη θα του ασκήσει – μια αφήγηση που ξεχύνεται «σαν άγριο ποτάμι που ξεχειλίζει πότε πότε από την κοίτη του» καθώς απευθύνεται στον δικαστή του αλλά και στους αναγνώστες και τις αναγνώστριες, που επίσης αναγκάζονται σιγά σιγά να μπουν κι αυτοί στη θέση του (τελικού) κριτή. Ο Κερμέρ πάντως έχει λυμένο μέσα του το ερώτημα για την πράξη του: «Δεν με κάνει να αισθάνομαι δολοφόνος. Το έκανα για το καλό όλων μας».
Σε μια εποχή που «η ισχύς ή η βία έχουν μάθει πολύ καλά να μεταμφιέζονται», το μυθιστόρημα του Βιέλ μάς λέει για άλλη μια φορά ότι το νόμιμο δεν είναι κάτι προφανές και αυτονόητο, κάποιο «φυσικό φαινόμενο», αλλά κάτι που καθορίζεται από πολιτικές και κοινωνικές επιλογές και συσχετισμούς.
Χωρίς να σχηματοποιεί τους χαρακτήρες του –κρίσιμο στοιχείο του βιβλίου είναι η λεπτή, δύσκολη τελικά, σχέση του πατέρα («πατέρας με μορφή απόντα βράχου») με τον γιο του («ένας γιος δεν θέλει να το βλέπει αυτό – την αδυναμία» του πατέρα του)– ο συγγραφέας συνθέτει ένα κοινωνικό σχόλιο που ανατέμνει με απόλυτη ακρίβεια την κοινωνική πραγματικότητα του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, αλλά και το ψυχολογικό πλαίσιο της ενοχής και της «αθωότητας» που δημιουργείται από αυτό το σύστημα – τη στιγμή που τα θύματα σχεδόν αυτοενοχοποιούνται και ντρέπονται που έχουν δώσει (και χάσει) τα λεφτά τους, ο μεσίτης σχεδόν περηφανεύεται για την απάτη, προστατευμένος από ένα σύστημα δικαιοσύνης που μάλλον δεν θα τον τιμωρήσει ποτέ.
Με αυτά τα δεδομένα, παράλληλα με τους άλλους πρωταγωνιστές, κρίσιμος αποδεικνύεται ο ρόλος του υπομονετικού δικαστή που έρχεται αντιμέτωπος με τη συνείδησή του, η οποία είναι εκείνη που θα κρίνει, τελικά, την υπόθεση, ψάχνοντας τη ρωγμή ανάμεσα στο γράμμα και στο πνεύμα του νόμου.

Κώστας Αθανασίου