Βίος απόλυτος

 

mari

Η Μάρη Θεοδοσοπούλου ξεκίνησε την ενασχόληση της με την κριτική τη διετία 1987-88  με κριτική θεατρικών παραστάσεων στο περιοδικό «Αντί». Το 1989 ανέλαβε την κριτική βιβλίου, στην αρχή με συγκεκριμένα βιβλία και στη συνέχεια με βιβλία που επέλεγε η ίδια. Για πάνω από δυόμιση δεκαετίες έγραφε κριτική βιβλίων στη στήλη της «Ex libris» στην «Εποχή» και στο ομώνυμο διαδικτυακό μπλογκ. Παράλληλα, κράτησε τη στήλη της κριτικής βιβλίου στην εφημερίδα «Το Βήμα» από το 1998 έως το 2008. Ενώ από το 2009 έως το 2011 έγραφε για το βιβλίο στη «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας.
Έγραψε τα βιβλία: (2013) «Παπαδιαμαντικά 2011», Τέττιξ, (2011) «Μετ’ έρωτος και στοργής», Νεφέλη, (1999) «Εποχικά», Νεφέλη

 

Η Μάρη είναι από τους ανθρώπους που καταλαβαίνεις πόσο σου χρειάζονται, όταν σου λείπουν. Όχι γιατί η συνεισφορά τους περνάει απαρατήρητη, αλλά γιατί αποφεύγουν να κάνουν θόρυβο γύρω από την ύπαρξή τους ή γύρω από το έργο τους. Η Μάρη έκανε ακριβώς το αντίθετο. Πολύ συχνά είχες την αίσθηση ότι προσπαθεί να κρυφτεί, τόσο που όποιος θέλει να την γνωρίσει, να μπορεί να το κάνει αποκλειστικά από τα γραπτά της. Και παρότι οι κριτικές της ξεχώριζαν σαν τη μύγα μες στο γάλα πολλές φορές, για πολλούς και σοβαρούς λόγους, ανάμεσα στην πληθώρα των βιβλιοπαρουσιάσεων, για την ίδια ελάχιστοι άνθρωποι γνωρίζουν ελάχιστα πράγματα. Ακόμα και η αναχώρησή της έγινε με την ελάχιστη δημοσιότητα.

***

Πολλές φορές, για να ερμηνεύσουμε τη στάση της αυτή, καταφεύγουμε στην κοινότοπη εξήγηση της αγοραφοβίας. Μάλλον, όμως, δεν ισχύει, τουλάχιστον με την έννοια της φοβίας που προκαλεί η πολυκοσμία και η δημοσιότητα.
Ο φόβος της αφορά περισσότερο τον κίνδυνο να διεισδύσει, να εισπηδήσει η αγορά, με την πιο αγοραία έννοια, στη σελίδα της, που με τόση επιμονή και πείσμα υπερασπιζόταν. Να τρυπώσει το κερδοσκοπικό εμπόριο στην επικράτεια τής κριτικής της λογοτεχνίας. Χρόνια στο λειτούργημα, απόκτησε τη γνώση ότι ο έπαινος για ένα έργο ή για έναν λογοτέχνη, όταν δεν δίνεται με φειδώ και απόλυτα αιτιολογημένα, μπορεί να πλησιάσει επικίνδυνα την έννοια του «προμόσιον», να αφήσει υπόνοιες για συναλλαγές. Και οι απλές υπόνοιες, ακόμα και αστήρικτες και αποδεδειγμένα αβάσιμες, αρκούσαν για να την εμβάλουν σε φοβερή και συχνά υπερβολική ανησυχία.
Το αποτέλεσμα ήταν να υπερασπίζεται το «έδαφος» της σελίδας της πιο σθεναρά και απ’ ό,τι αγωνίζεται ο πιο συνειδητός πατριώτης για την κυριαρχία του χώρου του. Δεν την έγραφε μόνο διεκδικώντας απεριόριστη κυριαρχία, την διόρθωνε και συχνά την έστηνε μαζί με τον Καμπύλη, που δούλευε υπό το άγρυπνο βλέμμα της. Η πρώτη εντύπωση από μια τέτοια συμπεριφορά ήταν ότι οφείλεται σε κάποια παραξενιά, σ’ έναν ελιτισμό, σε ανασφάλεια… Μάλλον πρέπει να συμφωνήσουμε ότι αιτία ήταν η πλήρης άρνηση της εισβολής τής «αγοράς» σ’ ένα χώρο, όπου θά ’πρεπε να κυριαρχούν απόλυτα οι ιδέες. Ο ίδιος φόβος προκαλούσε και τις επιφυλάξεις για τις επιλογές και τον τρόπο απονομής πολλών ειδών βραβεύσεων, εσχάτως και δημοψηφισματικούς. Δεν ήταν κάποιο αίσθημα ιδιοκτησίας τής σελίδας, αλλά η αίσθηση του κινδύνου να επικρατήσουν και σ’ αυτή σχέσεις ιδιοκτησιακές, σχέσεις εμπορευματικές.
Αλλά ακόμα κι όταν ο κίνδυνος εμπορευματοποίησης ήταν ασήμαντος, η αυστηρότητα στις κρίσεις έρχεται να καλύψει έναν άλλο φόβο, το φόβο της μεροληψίας λόγω υποκειμενισμού ή προσωπικής προτίμησης ή φιλίας.

***

Δεν είναι να απορεί κανείς γιατί σ’ αυτές τις συνθήκες μπορεί ένας από τους καλύτερους κριτικούς λογοτεχνίας που διαθέτουμε να συναντά δυσκολίες στο να βρει σελίδες έκφρασης σε μεγάλης κυκλοφορίας έντυπα. Κι όταν τις βρει, να τις διατηρήσει για μεγάλο διάστημα. Η Μάρη γκρέμισε αρκετές φορές τα σχετικά τείχη. Έστω κι αν οι νίκες αυτού του είδους δεν διαρκούν πάρα πολύ. Κι όσο διαρκούσαν, πάντως, τη σελίδα της στην «Εποχή» δεν την ξεχνούσε, κι ας έκανε προφανώς δυσχερέστερες τις συνεργασίες με άλλα έντυπα.
Τις επαγγελματικές, και βιοτικές κατά συνεπαγωγή, δυσκολίες τις αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο που έμαθε να ασκεί την τέχνη της: σιωπηρά. Σε τέτοιο βαθμό, που, όποιος νοιαζόταν, έπρεπε να ανακαλύψει τις στιγμές τής μεγάλης ανάγκης της καταβάλλοντας άοκνες προσπάθειες. Κι άλλες τόσες για να μπορέσει βοηθώντας να τις ελαφρύνει. Ακόμη και τη συντροφική συμπαράσταση δίσταζε να ζητήσει, ή να δεχτεί.

***

Θα έχετε, ίσως, υποψιαστεί, πως με όλα αυτά, η συνεργασία με τη Μάρη δεν ήταν μια εύκολη υπόθεση. Άξιζε, όμως, τον κόπο. Όχι μόνο σαν εμπειρία ανθρώπινης σχέσης, αλλά και σαν προίκα της «Εποχής» ες αεί. Ανάμεσα στα λίγα πράγματα για τα οποία μπορεί να νιώθει ιδιαίτερα περήφανη αυτή η εφημερίδα, είναι και το ex libris. Πολύ περισσότερο που αυτή η σελίδα ακολουθεί σαν παράλληλη γραμμή τη ζωή και την πορεία της «Εποχής», σαν ένας από τους στυλοβάτες της. Συγκρούσεις, διαφωνίες, παρεξηγήσεις, αντιδράσεις από θιγόμενους, απαντήσεις και ανταπαντήσεις σε οξείς τόνους, πείσματα και αγανακτήσεις είχε άφθονα το μενού όλα αυτά τα χρόνια. Στην «Εποχή» μας, όσο κι αν ψάξετε, αγγέλους δεν θα βρείτε. Τις ανθρώπινες αδυναμίες μας διασταυρώνουμε και συνθέτουμε, με την ελπίδα ότι γίνονται συλλογική δύναμη. Κι αυτή η τελευταία γίνεται ασθενέστερη χωρίς τη Μάρη.

«Ε»

 

Πάντα σαν μακρινή εικόνα

vivlia

Οταν φεύγει ένας άνθρωπος κρατάμε από εκείνον/η τις μνήμες που κουβαλάμε από αυτόν και τις φωτογραφίες του. Τις όψεις της ζωής του και των στιγμών του. Από την κριτικό λογοτεχνίας Μάρη Θεοδοσοπούλου κρατάμε μόνο τις μνήμες των λόγων και της εικόνας της (όσοι από εμάς την γνώρισαν) και, φυσικά, τα κείμενά της. Γιατί δεν υπάρχει καμία φωτογραφία της (που να έχει κοινοποιηθεί δημοσίως τουλάχιστον), δεν υπάρχει πουθενά κανένα βιογραφικό της, όσοι την γνωρίσαμε δεν ξέρουμε πού γεννήθηκε, αν είχε αδέλφια, συγγενείς, ποια χρονιά γεννήθηκε…
Την περασμένη Κυριακή το πρωί, όταν η καθηγήτρια στο ΑΠΘ Λίζυ Τσιριμώκου μου είπε το κακό μαντάτο, που μόλις είχε διαβάσει στην εβδομαδιαία εφημερίδα Εποχή, και μετά το αρχικό σοκ, άρχισα να ανακαλώ τις μνήμες και να ξαναφτιάχνω την εικόνα της. Ετσι κι αλλιώς κάπως έτσι θα φτιαχτεί το βιογραφικό αυτού του παρόντος, ενημερωμένου, αλλά αόρατου ανθρώπου. Από τις μνήμες και τις μαρτυρίες όσων την γνώρισαν. Αλλά κι από το δικό της κείμενο, που ανέδειξε και μας θύμισε ο Κώστας Κατσουλάρης, στην BookPress – ένας πρόλογος που υπάρχει στο βιβλίο της Μάρης Θεοδοσοπούλου «Μετ’ έρωτoς και στοργής» (εκδ. Νεφέλη) και το υπογράφει ένας Λέανδρος Βουλπιώτης (μια περσόνα της Μ.Θ. εύκολα αναγνωρίσιμη για όσους είχαν μια στοιχειώδη εικόνα της, και κατά πάσα πιθανότητα το Βουλπιώτης παραπέμπει σε κάποιο τοπωνύμιο. Καταγωγικό;)
Ήταν τέλη της δεκαετίας του ’80 αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν την συναντούσα, πάντα με τον Κωστή, σε ταβέρνες των Εξαρχείων. Οι δυο τους πάντα, το πολύ ένας άλλος φίλος, πάντα ο ίδιος, και το μενού λιτό. Μετά οι συναντήσεις έγιναν στο Αντί. Ήταν ήδη φανερό πως είχα απέναντί μου έναν άνθρωπο που δεν άλλαζε σχεδόν ποτέ την όψη της εμφάνισής του (ήταν ίσως το πιο αντικαταναλωτικό άτομο που έχω γνωρίσει στη ζωή μου και προτιμούσε πάντα τα σκούρα χρώματα – τα αδιάφορα γκρι, αυτά που δεν δίνουν στόχο), δεν μιλούσε πολύ και συχνά όταν, σπανίως, βρισκόταν σε μεγαλύτερες παρέες, αλλά παρατηρούσε τα πάντα. Και τα κατέγραφε. Και τα θυμόταν. Και τα συνδύαζε. Με τον τρόπο ενός ανθρώπου που έχει ένα διαφορετικό τρόπο σκέψης. Κάτι που δεν απέχει διόλου από την αλήθεια, και είναι ίσως το κάπως γνωστό στοιχείο του βιογραφικού της. Ότι η Μ.Θ. είχε ξεκινήσει τη διαδρομή της ως απόφοιτος σχολής των Θετικών Επιστημών. Και είχε διαπρέψει παλαιότερα κάπου στην Ευρώπη, στις Θετικές Επιστήμες, όπως πάλι μια ανάρτηση στο fb έκανε γνωστό μετά το θάνατό της.
Μετά ήρθαν τα χρόνια της Καθημερινής και των Επτά Ημερών. Η Μ.Θ. Περίμενε κάθε βράδυ, αλλά κάθε βράδυ, κάθε εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, τον Κωστή. Πάντα έξω. Πάντα κρυμμένη πίσω από τις κολώνες της οδού Σωκράτους, κι αργότερα πίσω από κάποιες κολώνες στο Φάληρο. Μα με χιόνι, μα με βροχή, μα με καύσωνα. Ήταν πάντα εκεί, ακίνητη, σχεδόν αόρατη, σταθερή, όμως, στην καθημερινότητά της και στην επιλογή της. Κι ήταν τα χρόνια που μιλούσαμε περισσότερο, που τηλεφωνιόμασταν αρκετά συχνά, που μου έδινε ένα σωρό πληροφορίες για τον κόσμο της λογοτεχνίας. Τώρα πια μπορώ να αποκαλύψω μία από τις πηγές μου. Η Μ.Θ. ήξερε πάντα, τα πάντα. Κι ας μην σύχναζε σε εκδηλώσεις, σε παρουσιάσεις, σε γιορτές, σε φανταχτερά πάρτι εκδοτικών οίκων (τότε υπήρχε συναγωνισμός και επ’ αυτών). Είναι απορίας άξιον πώς ένας τόσο μοναχικός, συνεσταλμένος έως αγοραφοβικός άνθρωπος ήξερε τόσες πληροφορίες για τόσα πολλά. Κάτι που φαινόταν άλλωστε και στα κείμενά της. Δεν ήταν απλές κριτικές. Ήταν ένα ολόκληρο μάθημα για την εποχή του βιβλίου, για την εποχή του συγγραφέα, για την εποχή της θεματολογίας. Με στοιχεία, με παραδείγματα, με ντοκουμέντα, με δομή, με αίτιο και αιτιατό. Όπως στις Θετικές Επιστήμες.
Με την ίδια σταθερότητα υπηρέτησε για περισσότερο από δυόμιση δεκαετίες τη στήλη της κριτικής στην Εποχή, για κάποια χρόνια, ίσως αυτά με τη μεγαλύτερη ευμάρεια για την ίδια, και στο Βήμα. Γιατί η κυριακάτικη θητεία της στην Εποχή ήταν επίσης επιλογή, δεν ήταν βιοπορισμός.
Όταν ο Κωστής δεν ήταν πια στην Καθημερινή, μετά το κλείσιμο του ενθέτου Επτά Ημέρες χαθήκαμε. Την Μ.Θ. δεν την έβλεπα πια ούτε έξω από το κτίριο, κρυμμένη στις κολώνες. Κάποτε τους συναντούσα, την Μάρη και τον Κωστή, σε κάποιον από εκείνους τους τεράστιους περιπάτους τους στους δρόμους της Αθήνας. Στο Ζάππειο, στη Βασιλίσσης Σοφίας, στην Πλάκα… Πάντα από μακριά, πάντα σαν μακρινή εικόνα, η ίδια.
Σκέφτομαι ότι, αν η Μάρη Θεοδοσοπούλου ήξερε πόσοι πολλοί άνθρωποι έχουν μιλήσει αυτές τις μέρες τόσο πολύ για το πρόσωπό της, με αγάπη και εκτίμηση, θα αισθανόταν άβολα. Ίσως είναι κι αυτό ένα από τα συστατικά αυτού του μυθιστορηματικού, στ’ αλήθεια, προσώπου. Δεν έχω γνωρίσει άλλο τέτοιο πρόσωπο. Η Μάρη ερχόταν απ’ ευθείας από τις σελίδες των μυθιστορημάτων που αγάπησε, που μίσησε, από τους ήρωες που παρακολούθησε και ίσως με κάποιους να ταυτίστηκε. Με κάποιον εκεί στον 19ο αιώνα ή στις αρχές του 20ού…

Όλγα Σελλά

* To κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο dimart [dimartblog.com]

 

 

Μια ξεχωριστή κριτική φωνή

Η Μάρη Θεοδοσοπούλου ήταν – θέλω να πω, είναι – μια εντελώς ξεχωριστή μορφή στο πεδίο της σημερινής λογοτεχνικής κριτικής μας. Αναφέρομαι στην ιδιοτυπία όχι μόνο του κριτικού της λόγου αλλά και της κοινωνικής συμπεριφοράς της ως λογοτεχνικού κριτικού. Σε μιαν εποχή όπου οι τρόποι παραγωγής, διάδοσης και προβολής των λογοτεχνικών βιβλίων ωθούν τον κριτικό σε εκτιμήσεις και αξιολογήσεις λιγότερο ακριβείς (περισσότερο φιλόφρονες) απ’ ό,τι θα ήθελε, η Θεοδοσοπούλου ζώντας μια ζωή κοινωνικά μοναχική – θα έλεγα, ασκητική – κατόρθωσε να περιχαράξει έναν ασφαλή για την άσκηση της τέχνης της χώρο, απρόσβλητο από έξωθεν επιρροές και επεμβάσεις. Διαφυλάσσοντας ως κόρην οφθαλμού την κριτική της ακεραιότητα, ήταν φυσικό να ζήσει μια ζωή γεμάτη υλικές και ηθικές στερήσεις.
Ανάλογα ιδιότυπος ήταν και ο κριτικός της λόγος, που ήταν επικεντρωμένος κυρίως στην πεζογραφία. Παρότι η βασική ενασχόλησή της ήταν εκείνη της «μαχόμενης» κριτικής, δηλαδή η αξιολόγηση των νεοεμφανιζόμενων έργων και η παρακολούθηση της γενικότερης πορείας των πεζογραφικών αναζητήσεων, η Θεοδοσοπούλου ασκούσε την κριτική δουλειά της υπό το πρίσμα ενός ευρύτερου απ’ ό,τι εκείνο των άλλων κριτικών φιλολογικού και γραμματολογικού βάθους: ενέτασσε το κρινόμενο βιβλίο στα συμφραζόμενα του συνολικού έργου του συγγραφέα, και το συνολικό έργο του συγγραφέα στο λογοτεχνικό πλαίσιο της εποχής του, την οποία έβλεπε στη συνάρτησή της με τις προηγούμενες πεζογραφικές εποχές. Τα πλεονεκτήματα αυτής της οπτικής είναι περισσότερα απ’ ό,τι τα μειονεκτήματά της, γιατί τα οφέλη της είναι η επισήμανση στοιχείων των έργων διαχρονικότερων από εκείνα των απωλειών της.
Θα μπορούσε να νομίσει κανείς ότι η Θεοδοσοπούλου, που δεν είχε σπουδάσει φιλολογία αλλά θετικές επιστήμες, είχε ένα φιλολογικό απωθημένο, αν η ερευνητικότητα και η φιλολογική της επάρκεια δεν ήταν μεγαλύτερη από εκείνη πολλών πανεπιστημιακών νεοελληνιστών. Ήταν αυτό που έκανε τις προσεγγίσεις της παλαιών και επανεκδιδόμενων έργων της πεζογραφίας μας ιδιαίτερα ελκυστικές.
Οι κριτικές εκτιμήσεις της είναι λεπτότερες απ’ ό,τι φαίνονται εκ πρώτης όψεως. Κι αυτό γιατί δεν προσπαθούν να επιβληθούν στον αναγνώστη που έχει διαβάσει το έργο αλλά διαχέονται διακριτικά σε όλο το κείμενό της καθοδηγώντας τον και αφήνοντάς τον να σχηματίσει ο ίδιος γνώμη για το έργο. Παρότι η Θεοδοσοπούλου διαβάζει τα έργα από πολλές, και κάποτε ασήμαντες πλευρές τους, το τελικό άθροισμα της κριτικής της δίνει στον αναγνώστη την αίσθηση μιας ευθύβολα λοξής ματιάς και συχνά την υποψία ότι η όποια διαφωνία του με τις εκτιμήσεις της οφείλεται σε δική του ιδεοληψία.
Ο θάνατός της αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο κριτικό κενό.

Nάσος Βαγενάς

 

 

 

Οδηγός καλής κριτικής συμπεριφοράς

Από τη Μάρη  Θεοδοσοπούλου

Ο κριτικός πρέπει, κατ’ αρχάς, να διαβάζει το βιβλίο, που σημαίνει όχι να το διατρέχει, αλλά να το μελετά. Πρέπει, επίσης, να έχει γενικότερη εποπτεία του πεδίου αναφοράς του βιβλίου, που σημαίνει να διαθέτει τις απαιτούμενες ιστορικές, τεχνικές ή άλλες γνώσεις, ώστε να μπορεί να εκφέρει γνώμη για τις μυθοπλαστικές επινοήσεις. Από εκεί και πέρα, η κριτική πρέπει να δίνει μια όσο το δυνατόν πληρέστερη εικόνα του βιβλίου. Να προσδιορίζει το είδος και τη λογοτεχνική παράδοση στην οποία ανήκει. Να σκιαγραφεί το θέμα, να συνοψίζει την υπόθεση και να παρουσιάζει τους χαρακτήρες. Κυρίως, πρέπει να αντιμετωπίζει υπό ίσους όρους μορφή και περιεχόμενο, καθώς συνιστούν το αδιαίρετο όλον του μυθιστορήματος. Ενα πρωταρχικό μη αφορά τα ιδιόλεκτα των λογοτεχνικών θεωριών, που, εκτός από κουραστικά, καταλήγουν και ακατάληπτα. Ενα δεύτερο μη έχει να κάνει με τον συγγραφέα του βιβλίου. Ο κριτικός πρέπει να μην τον λαμβάνει καθόλου υπόψη, καθώς και τους λοιπούς συντελεστές της έκδοσης. Πρέπει, ωστόσο, να γνωρίζει ολόκληρο το έργο του και να είναι σε θέση να το τοποθετήσει στο ευρύτερο λογοτεχνικό πεδίο. Κατά τα άλλα, σε μια κριτική πρέπει να γίνεται οικονομία σε επαίνους, όπως και στο αντίθετό τους, τις απορριπτικές κρίσεις. Καλό είναι, γενικότερα, να αποφεύγονται οι απόλυτες αποφάνσεις, είτε θετικές είτε αρνητικές. Πόσω μάλλον οι μονολεκτικές αξιολογήσεις, τύπου βαθμολόγησης κινηματογραφικών ταινιών. Επίσης, να μην κρίνει ένα μυθιστόρημα ή και γενικότερα ένα βιβλίο, που πρόκειται να απορρίψει εξ ολοκλήρου. Τέλος, ο κριτικός να μη λησμονεί ότι και οι κρίνοντες κρίνονται, αφού, έτσι κι αλλιώς, είναι αναγκασμένος να παραβαίνει την ευαγγελική ρήση: «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε».

Σημείωση: Το κείμενο αυτό δόθηκε από τη Μάρη ως απάντηση στο σχετικό ερώτημα, που είχε απευθύνει η Βιβλιοθήκη της «Ελευθεροτυπίας» σε ορισμένους κριτικούς.