Μπλοκ 10, μια μαύρη κηλίδα της ιατρικής επιστήμης

Hans-Joachim Lang, «Οι γυναίκες του μπλοκ 10», μτφρ. Νίκη Eideneier-Αναστασιάδη,
εκδ. University Studio Press, σελ. 354

Το ολοκαύτωμα των Εβραίων συγκλονίζει. Όποτε και αν διαβάσει κανείς κάτι γι’ αυτό, όποτε και αν μιλήσει γι’ αυτό, αισθάνεται συγκλονισμένος. Η μνήμη μπορεί ίσως να προσπαθήσει να το αποδιώξει, είναι το μόνο που μπορεί ενδεχομένως να καταφέρει. Ωστόσο οποτεδήποτε επανέρχεται το Ολοκαύτωμα στη μνήμη, δεν επανέρχεται ως κάτι που έχει ήδη εκτεταμένα αναλυθεί και εξαντληθεί, επανέρχεται πάντα με το ίδιο ξάφνιασμα. Με την ίδια οδύνη. Με την ίδια συντριβή. Ο λόγος που η μνήμη δεν μπορεί να το συνηθίσει και να το δει ουδέτερα είναι ότι, όπως έχει πει και ο Τζιόρτζιο Αγκάμπεν στο βιβλίο του «Αυτό που μένει από το Άουσβιτς» (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Εξάρχεια, μετάφραση Παναγιώτης Καλαμαράς): «Το Άουσβιτς αντιπροσωπεύει την καταστροφική εμπειρία στην οποία το αδύνατο γίνεται βιαίως πραγματικό». Και το αδύνατο που γίνεται βιαίως πραγματικό δεν συνηθίζεται ποτέ.
Ο ιστορικός, γλωσσολόγος αλλά και δημοσιογράφος (πολυβραβευμένος μάλιστα) Χανς-Γιόαχιμ Λανγκ έχει αφιερώσει πολύ χρόνο και φαιά ουσία προκειμένου να ερευνήσει μια πτυχή πολύ ιδιαίτερη των εθνικοσοσιαλιστικών πρακτικών: τη ναζιστική ιατρική. Πρώτα έγραψε τα Ονόματα των αριθμών, που έχουν τιμηθεί μεταξύ άλλων και με το Διεθνές Βραβείο του Ιδρύματος Άουσβιτς. Εκεί, μάλιστα, είχε μιλήσει και για τη μάλλον άγνωστη ιστορία της επιλογής 86 ανθρώπων από διάφορα μπλοκ του Άουσβιτς, οι οποίοι θανατώθηκαν με σκοπό να συγκροτήσουν μια συλλογή σκελετών εβραίων προς μελέτη και έκθεση!
Στο βιβλίο που μόλις μεταφράστηκε στα ελληνικά από τις εκδόσεις University Studio Press (από την εκδότρια, άλλοτε, της Ρωμιοσύνης Νίκη Eideneier-Αναστασιάδη) και το οποίο εκδόθηκε στα γερμανικά στις αρχές της δεκαετίας που διανύουμε, επικεντρώνεται σε ένα συγκεκριμένο μπλοκ. Το περιβόητο μπλοκ 10 στο οποίο γίνονταν ιατρικά πειράματα σε γυναίκες. Το βιβλίο αυτό, πέραν του ούτως ή άλλως φοβερού αντικειμένου του, θα πρέπει να ενδιαφέρει το ελληνικό κοινό και για ένα επιπρόσθετο λόγο: ότι ένα μεγάλο μέρος των γυναικών που μεταφέρθηκαν εκεί, ίσως το ένα πέμπτο, ήταν Ελληνίδες εβραίες, ως επί το πλείστον από τη σεφαραδίτικη κοινότητα της Θεσσαλονίκης.
Αυτός είναι ο λόγος που έχουμε ήδη να μνημονεύσουμε βιβλία που αναφέρονται σποραδικά στο ζήτημα. Λ.χ. το βιβλίο «Προφορικές μαρτυρίες εβραίων της Θεσσαλονίκης για το Ολοκαύτωμα», με μαρτυρίες επιζώντων που πάρθηκαν τη δεκαετία του 1980 από την Έρικα Κούνιο-Αμαρίλιο και τον Αλμπέρτο Ναρ, βιβλίο που εκδόθηκε πρώτα από τις εκδόσεις Παρατηρητής και πιο πρόσφατα επανεκδόθηκε από την Ευρασία με την επιμέλεια της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου. Στο βιβλίο αυτό υπάρχουν συγκλονιστικές μαρτυρίες για το μπλοκ 10. Ωστόσο το βιβλίο του Χανς-Γιόαχιμ Λανγκ αποτελεί μια συνολική μελέτη για το θέμα που φαίνεται ότι είναι και η πρώτη διεθνώς. Γεγονός που δείχνει ότι το Ολοκαύτωμα δεν ήταν μόνο τερατώδες ως σύλληψη, ήταν και τερατωδώς ευρύ ως έγκλημα, τόσο που έχει ακόμα και σήμερα πτυχές που ζητούν μια περαιτέρω διερεύνηση.
Ο συγγραφέας μιλάει εκτενώς για το είδος των πειραμάτων που γίνονταν εκεί. Πειράματα εκ πρώτης όψεως παράλογα, που συνδύαζαν ιδεολογικές και ρατσιστικές εμμονές υψηλόβαθμων ναζί με προσωπικές ερευνητικές αναζητήσεις συγκεκριμένων γιατρών των στρατοπέδων, ναζί φυσικά και αυτών, που είχαν ιδιοτελή κίνητρα.

«Αρνητική πληθυσμιακή πολιτική»

Τα βασικά πειράματα είχαν να κάνουν με τη γυναικεία στείρωση. Ξεκίνησαν ως έρευνες γιατρών για την αντιμετώπιση του ζητήματος της υπογεννητικότητας των Γερμανών και κατέληξαν στο ανάποδο: την προσπάθεια μείωσης των εχθρικών πληθυσμών (Εβραίων από όλο τον κόσμο, επίσης Πολωνών αλλά και άλλων ανατολικοευρωπαίων) μέσω ενός προγράμματος που ο ίδιος ο Χίμλερ ονόμασε «αρνητική πληθυσμιακή πολιτική». Έτσι αφαιρούσαν ωοθήκες από τη μήτρα (μάλιστα συχνά χωρίς αναισθησία), έκαναν ενέσεις και ακτινοβολίες. Αφαιρούσαν επίσης το στόμιο του τραχήλου της μήτρας προκειμένου να κάνουν έρευνες για καρκίνο, σε απόλυτα υγιείς όμως, νέες γυναίκες. Επίσης έκαναν και τακτικές αιμοληψίες για τις ανάγκες του στρατεύματος, από τις γυναίκες αυτές.
Από τις 830 περίπου γυναίκες που βρέθηκαν εκεί – τόσες τις υπολογίζει ο κ. Λανγκ – περίπου 500 πέθαναν είτε από τις ταλαιπωρίες των εγχειρήσεων και της ζωής στο στρατόπεδο είτε και από τις πορείες θανάτου που ακολούθησαν μετά. Στο βιβλίο γίνεται εκτενής αναφορά στη δομή και τη λειτουργία του μπλοκ 10 και στις γυναίκες – θύματα που υπέφεραν τα πάνδεινα και που – στην περίπτωση που επιβίωσαν – κουβάλησαν σε όλη τους τη ζωή ανυπέρβλητα σωματικά και ψυχικά τραύματα. Οι γυναίκες αυτές που στο μπλοκ 10 είχαν απλώς αριθμούς στο μπράτσο, στο βιβλίο αυτό αποκτούν ξανά ονόματα.
Το βιβλίο αναφέρεται εκτενώς και στους γιατρούς που πρωταγωνίστησαν στα ιατρικά πειράματα. Παρόλο που έχουμε συνδέσει τα ιατρικά πειράματα με τον Γιόζεφ Μέγκελε, εδώ οι πραγματικοί πρωταγωνιστές είναι άλλοι. Και γενικότερα όσοι έκαναν ιατρικά πειράματα δεν ήταν ένας και δύο, ήταν αρκετοί. Ένας από τους μεγαλύτερους πρωταγωνιστές αυτής της μαύρης κηλίδας της ιατρικής επιστήμης ήταν ο Καρλ Κλάουμπεργκ ο οποίος μετά τον πόλεμο, αφού πέρασε κάπου δέκα χρόνια αιχμάλωτος στη Ρωσία, επέστρεψε μέσω Κιέλου στη Γερμανία, περίπου δόξη και τιμή.

Δοκιμασμένη σε ζώα

Παραθέτουμε εδώ ένα απόσπασμα του βιβλίου που έχει να κάνει με την απολογία του κατά την ανάκρισή του (έγιναν παρόλα αυτά μηνύσεις και συνελήφθη), προκειμένου να επισημάνουμε τον τρόπο που είχαν οι ναζί – και έχουν διαχρονικά, μέχρι και στις μέρες μας και στην Ελλάδα ακόμα – να διαστρεβλώνουν τα γεγονότα και να υπερασπίζονται με θράσος τις εγκληματικές πράξεις τους.
«“Είναι αλήθεια ότι έκανα και ο ίδιος επεμβάσεις στείρωσης”, παραδέχεται. Στο μπλοκ 10 είχαν θέσει στη διάθεσή του 400 γυναίκες. Ο ίδιος έκανε στείρωση σε 22 μόνο γυναίκες, όπως ισχυρίζεται. Περαιτέρω επεμβάσεις είχαν διεκπεραιώσει ένας χημικός και ένας λοχίας του νοσηλευτικού, ναι μεν κατ’ εντολή του, αλλά μόνον υπό την προϋπόθεση “να εφαρμοστεί η μέθοδος ανώδυνα για όλες”. Ως επιπλέον επιχείρημα, που καταδείκνυε το ευγενές του φρόνημα, αναφέρει ότι και οι 400 γυναίκες ήσαν “εντελώς γνήσιες Εβραίες”. Με άλλα λόγια: έπρεπε έτσι κι αλλιώς να υπολογίζουν ότι θα δολοφονηθούν με αέριο. “Η μοναδική βλάβη που θα μπορούσαν να υποστούν οι γυναίκες αυτές, θα ήταν η αδυναμία γονιμοποίησης”. Άλλου είδους τραυματισμός αποκλειόταν. “Δεν επιχείρησα να κάνω πειράματα σε εκατοντάδες ή και σε χιλιάδες γυναίκες, παρά μόνο να εφαρμόσω σε 150 γυναίκες την πλήρως δοκιμασμένη μέθοδο που είχα επεξεργαστεί και εφαρμόσει σε ζώα, την εγχειρητική στείρωση”. Μαζί μ’ αυτές τις 150 γυναίκες – όπως ήταν ο προσωπικός του ισολογισμός – είχε σώσει “έτσι τη ζωή 400 γυναικών από την εξόντωση”. Πρόσθεσε μάλιστα ότι ναι μεν είχε στόχο την αδυναμία γονιμοποίησης και ο στόχος αυτός είχε στεφθεί με επιτυχία, όμως τις επεμβάσεις τις πραγματοποιούσε πάντοτε σε συμφωνία με τις εν λόγω γυναίκες! “Αυτό που επιχείρησα να δημιουργήσω εγώ θα μπορούσε να θεωρηθεί ως Ινστιτούτο Διάσωσης Ζωής”! Τις κρατούμενες γυναίκες τις είχε πιάσει μανία να έρχονται σε μένα”».
Το βιβλίο του κ. Λανγκ έρχεται σε μια εποχή νέας πανευρωπαϊκής έξαρσης του αντισημιτισμού, επίσης γενικότερα της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Σε μια εποχή αναβίωσης στην Ευρώπη ιδεών που έρχονται όλο και πιο κοντά στο φασισμό ή και το ναζισμό. Χρειάζεται εγρήγορση. Ειδικά στην Ελλάδα, που ενώ δεν έχει πια εδώ και πολλά πολλά χρόνια ευάριθμο πληθυσμό εβραϊκού θρησκεύματος, έχει υψηλούς δείκτες αντισημιτισμού – από τους μεγαλύτερους στην Ευρώπη. Αυτό βέβαια οφείλεται, κατά τη γνώμη μας, σε μια πολύ ιδιαίτερη στάση σημαντικής μερίδας του ορθόδοξου κλήρου και της ιεραρχίας της ελληνικής εκκλησίας, που καλλιεργεί συστηματικά στο ποίμνιό του αντιεβραϊκά αισθήματα.
Επομένως βιβλία όπως αυτό το πολύ σημαντικό του κ. Λανγκ δεν έχουν νόημα μόνο ως προς τη διάσωση της μνήμης. Ούτε μόνο ως προς την άντληση διδαγμάτων για το μέλλον, ένα μέλλον χρονικά απροσδιόριστο. Έχουν νόημα κυρίως για τη σωστή θέαση του παρόντος. Ενός παρόντος με λίγη αλληλεγγύη και πολλά δαιμόνια, δαιμόνια νέα και ταυτόχρονα πανάρχαια στην ήπειρό μας. Οι πολιτικοί έχουν την πρώτη ευθύνη αλλά και όλοι οι πολίτες, οι δημοσιογράφοι, οι διανοούμενοι, έχουν χρέος να απαντούν συνεχώς στο ρατσιστικό λόγο – που είναι επιπλέον, κατ’ εξοχήν λαϊκιστικός. Έστω και αν μερικές φορές – το έχουμε δει αυτό στην Ιστορία, και πρώτα από όλα στο Άουσβιτς – η προσπάθειά τους αυτή μπορεί στο τέλος να αποδειχθεί ατελέσφορη…

Μανώλης Πιμπλής

Το κείμενο είναι βασισμένο σε ομιλία του υπογράφοντα στο βιβλιοπωλείο Bookplus, στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου, σε εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου με τη συμμετοχή του ίδιου συγγραφέα και της μεταφράστριας του βιβλίου.
Από την ίδια εκδήλωση είναι και η διήγηση του συγγραφέα.

 

«Ήθελα να βγάλω τα θύματα από την ανωνυμία»

Ο Χανς-Γιόαχιμ Λανγκ διηγείται πώς οδηγήθηκε στη συγγραφή του βιβλίου

«Περίπου σαν σήμερα πριν από 40 ολόκληρα χρόνια ήρθα στην Ελλάδα για πρώτη φορά. Μέσω Κέρκυρας και Αθήνας έφτασα στα Χανιά. Εκεί, στην παλιά πόλη, έπιασα κουβέντα με έναν έμπορο, ο οποίος είχε εκτοπιστεί από τους ναζί στο στρατόπεδο του Μαουτχάουζεν. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που γνώριζα προσωπικά, ο οποίος είχε επιζήσει από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Τότε δεν μπορούσα ακόμη να προβλέψω ότι η ενασχόλησή μου με το Ολοκαύτωμα θα γινόταν για μένα ένα θέμα που θα καθόριζε τόσο ουσιαστικά τη ζωή μου.
Όταν δυο χρόνια αργότερα η νοτιοδυτική πανεπιστημιακή πόλη Τύμπινγκεν, που βρίσκεται κοντά στη Στουτγάρδη, προσκάλεσε για πρώτη φορά Εβραίους, οι οποίοι είχαν εκδιωχθεί την εποχή των ναζί από το Τύμπινγκεν, είχα την ευκαιρία να συνοδεύσω εκείνους τους άντρες και τις γυναίκες για μια εβδομάδα. Γνώρισα έτσι στο διάστημα αυτό με τα δικά τους μάτια την πόλη, όπου ζούσα από τότε που άρχισα τις σπουδές μου, από μια εντελώς άλλη άποψη.
Την εποχή εκείνη είχα μόλις περατώσει τη διδακτορική μου διατριβή και ήμουν επίδοξος υποψήφιος για μια θέση στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης ως διδάσκαλος της γερμανικής γλώσσας. Πήρα μέρος στη Θεσσαλονίκη σε ένα εντατικό μάθημα νεοελληνικών και με τη φαντασία μου είχα ήδη προετοιμαστεί να ζήσω από εκεί και πέρα στην Ελλάδα. Μα τη θέση αυτή δεν την πήρα, οπότε παρέμεινα στη Γερμανία και έγινα δημοσιογράφος. Συγχρόνως ωστόσο ξεκίνησα την έρευνα πάνω σε ιστορικά θέματα, στην οποία όμως, μέσα στην καθημερινότητα της δημοσιογραφίας, δεν μπορούσα να αφοσιωθώ όπως θα ήθελα.
Όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’80 διάβασα στις εφημερίδες ότι ο καθηγητής Ανατομίας Άουγκουστ Χιρτ, μετά την απελευθέρωση του Στρασβούργου το 1944, είχε καταφύγει στο Τύμπινγκεν, θέλησα να μάθω περισσότερα για ένα από τα πιο τραγελαφικά εγκλήματα των ναζί που είχα ως τότε ακούσει. Με παρακίνηση του Χιρτ είχαν μεταφερθεί το 1943 στην Αλσατία 86 Εβραίοι κρατούμενοι και δολοφονήθηκαν στο εκεί στρατόπεδο συγκέντρωσης Στρούτχοφ. Κι αυτό, γιατί ο Χιρτ ήθελε να συμπληρώσει την επιστημονική συλλογή του Ινστιτούτου του της Ανατομίας με σκελετούς Εβραίων. Τα πτώματα ωστόσο δεν μετατράπηκαν σε συλλογή σκελετών για διάφορους λόγους. Μετά τον πόλεμο κηδεύτηκαν ανώνυμα, μια και κανείς δεν γνώριζε τα ονόματά τους, στο εβραϊκό νεκροταφείο του Στρασβούργου.
Κατά τη διάρκεια εξαετούς ερευνητικής εργασίας μπόρεσα να ταυτοποιήσω και τα 86 θύματα. Και έμεινα κατάπληκτος όταν διαπίστωσα ότι σχεδόν ακριβώς οι μισοί από τους φονευθέντες ήσαν Εβραίοι από τη Θεσσαλονίκη. Τίποτε απολύτως δεν γνώριζα ως τότε για το εβραϊκό παρελθόν της Θεσσαλονίκης, τη στιγμή μάλιστα που στους ταξιδιωτικούς οδηγούς εκείνων των χρόνων δεν γινόταν ο παραμικρός λόγος ούτε για το Ολοκαύτωμα ούτε για άλλες καταστροφές. Και στην ίδια τη Θεσσαλονίκη, που από το 1980 κι έπειτα την επισκέπτομαι συνεχώς, δεν υπήρχαν πουθενά κάποιες ανάλογες ενδείξεις.
Στη διάρκεια των ερευνών μου βρήκα ότι και τα 29 γυναικεία θύματα αυτού του εγκλήματος είχαν επιλεγεί στο Άουσβιτς για το Μπλοκ 10. Στην ως τότε δημοσιευμένη βιβλιογραφία υπήρχαν ελάχιστες πληροφορίες για το μπλοκ αυτό. Και ακόμη λιγότερες για τις γυναίκες που ήσαν φυλακισμένες εκεί μέσα. Έτσι ξανάρχισα πια τις έρευνές μου από την αρχή. Και τώρα ακόμη περισσότερα πρόσωπα στο κέντρο της έρευνας και πάλι παγκοσμίως. Συνολικά 800 εβραίες γυναίκες στο μπλοκ 10 και επιπλέον άλλες 150 εβραίες γυναίκες αφότου μεταφέρθηκε το μπλοκ το καλοκαίρι του 1944 σε ένα καινούργιο κτίριο εκτός του κυρίως στρατοπέδου, που εκεί ονομαζόταν μπλοκ 1. Σε τούτο το μπλοκ δεν βρίσκονταν διαμιάς όλες οι γυναίκες μαζί και συνεχώς, και ποτέ πάνω από 400 στο ίδιο διάστημα. Που σημαίνει ότι οι διακυμάνσεις ήσαν συχνές. Μεταξύ των πρώτων γυναικών που οδηγήθηκαν στο μπλοκ 10 βρίσκονταν πάνω από 100 εβραίες γυναίκες από τη Θεσσαλονίκη. Την ταυτοποίηση του συνόλου των γυναικών αυτών δεν μπόρεσα ως τώρα να φέρω εις πέρας.
Φυσικά με ρωτούν συχνά και επανειλημμένα γιατί εδώ και τόσα χρόνια κάνω έρευνες τόσο εντατικά για τα εγκλήματα των Εθνικοσοσιαλιστών. Οικογενειακές σχέσεις δεν έχω ούτε με τους δράστες ούτε με τα θύματα. Αλλά δεν είμαι ούτε συνεργάτης κάποιας κρατικής διεύθυνσης νεκροταφείων. Όποιος με γνωρίζει αρκετά, ξέρει ότι είμαι ένα πολύ κοινωνικό ον. Γι’ αυτό και με ενδιαφέρει ιδιαίτερα η ζωή των ανθρώπων αυτών που ξεκληρίστηκαν και αποτέλεσαν θύματα εγκλημάτων. Επιθυμώ να τιμήσω τους συγκεκριμένους ανθρώπους. Με τούτη τη σκέψη αφιέρωσα και τα δυο μου βιβλία στους συγγενείς τους, με τους οποίους σε ορισμένες περιπτώσεις συνεργαστήκαμε, για να αποκαλύψουμε τον τρόπο ζωής τους.
Με τις έρευνές μου δεν εκτελώ καμιά συγκεκριμένη αποστολή. Όπως όλοι μας, ελπίζω κι εγώ να μην επαναληφθεί ποτέ πια το Άουσβιτς. Τα μέτρα και τα σταθμά ωστόσο δεν τα σχετίζω με το Άουσβιτς. Γιατί αυτό θα μπορούσε να προσδώσει χωρίς λόγο στο Άουσβιτς κάποιο νόημα. Τα μέτρα και τα σταθμά μου τα εξάγω από τα ανθρώπινα δικαιώματα, που προέρχονται από ποικίλους απελευθερωτικούς αγώνες. Αν αυτά είχαν γίνει δεόντως σεβαστά, δεν θα υπήρχε ίχνος Άουσβιτς.
Αυτή είναι η προσωπική μου άποψη. Αλλά ξέρω πως κανείς μπορεί να βλέπει τα πράγματα και αλλιώς και ότι οι επερχόμενες γενιές μπορεί να τα εκτιμήσουν διαφορετικά. Για το λόγο αυτόν είναι τόσο σημαντικό να είναι σωστές και ακέραιες οι βάσεις. Επομένως θεωρώ τον εαυτό μου κατά πρώτο και κύριο λόγο ως ερευνητή βάσης, ο οποίος τεκμηριώνει κατά το δυνατόν επακριβώς τα εγκλήματα. Ως προς το μπλοκ 10, επιθυμώ να περιγράψω την καθημερινότητα και τις εξελίξεις όσο το δυνατόν πιο πιστά – κυρίως από την οπτική γωνία των θυμάτων, τα οποία θέλω να βγάλω από την ανωνυμία. Ακούγεται κοινότυπο, αλλά είναι μια τεράστια πρόκληση μπροστά στις σημερινές καταστροφικές δυνατότητες, να μπορεί δηλαδή να δημοσιεύει ο οποιοσδήποτε και να διαδίδει ψευδείς ειδήσεις, τα λεγόμενα fakenews.
Χαίρομαι που η δουλειά μου βρίσκει τώρα απήχηση και σ’ αυτήν, την αγαπημένη μου χώρα, την Ελλάδα. Και θα ήταν υπέροχο αν κι εδώ οι πολίτες, όπως και αλλού, θα με υποστήριζαν σε νέες μου έρευνες ώστε να ανακαλύψω κι άλλα στοιχεία σε τούτες τις συχνά καταχωνιασμένες βιογραφίες των θυμάτων. Καθώς και στην προσπάθεια να μην ξεχαστεί ποτέ η ιστορία αυτή».

Η μετάφραση από τα γερμανικά είναι της Νίκης Eideneier-Αναστασιάδη.