Μπόρις Τζόνσον εναντίον Τζέρεμι Χαντ

Διαφορετικές προσωπικότητες, αλλά εξίσου επικίνδυνοι

Της Μαρίνας Πρεντουλή*

Την Τετάρτη 19 Ιουνίου, ο Ρόρι Στιούαρτ βγήκε από την αναμέτρηση για το χρίσμα των Συντηρητικών συγκεντρώνοντας μόνο 27 από τις ψήφους της κοινοβουλευτικής ομάδας των Τόριδων. Η αποχώρησή του ήταν και το τέλος των ευσεβών πόθων της μερίδας της κοινής γνώμης που ήλπιζε σε ένα μετριοπαθή ηγέτη υπέρ της παραμονής στην ΕΕ στο τιμόνι των Συντηρητικών. Μέχρι την επόμενη μέρα, οι υποψήφιοι είχαν μειωθεί στους δυο: Τον Μπόρις Τζόνσον που προηγείται από την αρχή της διαδικασίας και τον Τζέρεμι Χαντ.
Ο τελευταίος άφησε εποχή ως υπουργός Υγείας (2012- 2018) όταν μετά από μια τεράστια διαμάχη με τους νέους γιατρούς του Εθνικού Συστήματος Υγείας (NHS) ανέλαβε τα σημερινά του καθήκοντα ως υπουργός Εξωτερικών. Στο βιογραφικό του μπορεί να καυχηθεί ότι προκάλεσε την πρώτη γενική απεργία του Εθνικού Συστήματος Υγείας και δημιούργησε μια γενιά γιατρών-ακτιβιστών που αντιλαμβάνονται πλήρως την ανάγκη για την άμεση και αποφασιστική υπεράσπιση του κοινωνικού κράτους. Η ικανότητα του Χαντ στις διαπραγματεύσεις είναι επίσης παροιμιώδης: κρύφτηκε και αρνήθηκε να συναντήσει τους γιατρούς που είχαν στρατοπεδεύσει έξω από το υπουργείο για να του μιλήσουν. Αυτή η πολιτική πορεία σίγουρα θέτει υπό αμφισβήτηση την ικανότητά του να επαναδιαπραγματευτεί (όπως έχει δηλώσει) μια συμφωνία αποχώρησης με το Δημοκρατικό Ενωτικό Κόμμα της Βορείου Ιρλανδίας (DUP) και τους υπόλοιπους Ευρωσκεπτικιστές. Βέβαια, αυτό δεν είναι πρόβλημα για τον ίδιο, που έχει δηλώσει ότι αν δεν τα καταφέρει, θα προτιμήσει να αποχωρίσει χωρίς συμφωνία (παρά τον κίνδυνο εκλογών).

Στις 22 Ιουλίου η εκλογή αρχηγού

Οι δυο φιναλίστ, ο Χαντ και ο Τζόνσον είναι στο επίκεντρο μιας τεράστιας φημολογίας μετα την εκλογή του Χαντ την Πέμπτη, η οποία αναφέρεται σε ένα αδιάκοπο παιχνίδι τακτικής με σκοπό κάθε φορά που ένας υποψήφιος φαινόταν να παίρνει το προβάδισμα, αμέσως μετά να χάνει την υποστήριξη των βουλευτών που τον ψήφισαν και να βγαίνει εκτός κούρσας. Αυτό συνέβη και την Πέμπτη όταν έχασε ο Μάικλ Γκοβ, ο υπουργός Περιβάλλοντος. Το παιχνίδι φαίνεται να κατευθύνεται από τους υποστηρικτές του Μπόρις ώστε να ωφεληθεί ο τελευταίος και οι ευρωσκεπτικιστές.
Η τελευταία φάση της διαδικασίας για την εκλογή νέου αρχηγού θα γίνει στις 22 Ιουλίου όταν οι περίπου 160.000 μέλη του κόμματος θα διαλέξουν τον αρχηγό μεταξύ των δυο τελευταίων υποψηφίων. Εντωμεταξύ, έξω από την Ιρανική Πρεσβεία στο Λονδίνο, ο Ρίτσαρντ Ρατκλιφ βρίσκεται σε απεργία πείνας, σε μια προσπάθεια να θυμίσει ότι όταν ο Μπόρις Τζόνσον διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών μια από τις συνήθεις γκάφες του το 2016 οδήγησε στην πενταετή φυλάκιση της κυρίας Ράτκλιφ από την ιρανική κυβέρνηση. Όπως και ο Τραμπ, έτσι και ο Τζόνσον, σπάνια ενδιαφέρονται για τις συνέπειες αυτών που λένε και κάνουν. Και παρότι κάνεις δεν έχει λησμονήσει το κόκκινο λεωφορείο με την προπαγανδιστική και ψευδή επιγραφή «Στέλνουμε 350 εκατομμύρια λίρες την βδομάδα στην ΕΕ. Ας τα δώσουμε στην χρηματοδότηση του Εθνικού Συστήματος Υγείας», τα ψέματα της καμπάνιας του Brexit απέδωσαν και ο ίδιος δεν έχει ακόμα οδηγηθεί στην δικαιοσύνη.
Στην ίδια ιδεολογική ομάδα με τον Τραμπ, μισογύνης, ισλαμοφοβικος και ομοφοβικος, ο Τζόνσον δεν κρύβει αυτό που πιστεύει. Ίσα ίσα, ο Τζόνσον που επιμένει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα φύγει από την ΕΕ στις 31 Οκτώβρη (με ή χωρίς συμφωνία), γίνεται εκφραστής όσων δεν μπορούσαν μέχρι πρότινος να εκφράσουν ανοιχτά αυτές τις απόψεις. Ο κόσμος γελάει με τις γκάφες του, νιώθει σιγουριά με τις (όσο παράλογες και αναληθείς και αν είναι) θέσεις του και τόσο οι δημοσιογράφοι όσο και ο απλός κόσμος τον προσφωνούν με το μικρό του: ο Μπόρις, ο δικός μας, γνωστός και χαριτωμένος Μπόρις.

Η πολιτική σημασία της αναμέτρησης

Ο λόγος που οι περισσότεροι υποψήφιοι για την ηγεσία των Συντηρητικών είναι είτε βαμμένοι ευρωσκεπτικιστές είτε έχουν υιοθετήσει την πιθανότητα αποχώρισης χωρίς συμφωνία, είναι η τεράστια επιτυχία του καινούργιου κόμματος του Φάρατζ (Το Κόμμα του Brexit) στις ευρωεκλογές. Η Συντηρητική κυβέρνηση έχει υποστεί τεράστια φθορά λόγω της συνεχιζόμενης αβεβαιότητας και οι ψηφοφόροι που υποστηρίζουν την αποχώρηση από την ΕΕ είναι αποφασισμένοι να ψηφίσουν οποίον υποσχεθεί να την πραγματοποιήσει. Οι επιπτώσεις στην οικονομία και στην κοινωνία είναι δευτερεύουσας σημασίας. Αν λοιπόν οι συντηρητικοί δεν ολοκληρώσουν την αποχώρηση, δεν θα μπορέσουν να επανασυσπειρώσουν τις ψήφους που φεύγουν προς τον Φάρατζ. Αν μετά από μια ψήφο εμπιστοσύνης προκηρυχθούν εκλογές (πράγμα που οι Συντηρητικοί απεύχονται) η πιθανότητα να νικήσει ο Κόρμπιν, μόνο και μόνο γιατί οι ψήφοι υπερ του Brexit έχουν μοιραστεί, είναι ο σοβαρότερος κίνδυνος.
Φυσικά, μέσα σ’ αυτο το σενάριο, κάποιοι ψηφοφόροι υπέρ της παραμονής δεν θα υποστηρίξουν τους Συντηρητικούς και πολύ πιθανόν η ψήφος τους να πάει στους Φιλελεύθερους-Δημοκράτες. Όμως, όπως έχουν μέχρι στιγμής τα πράγματα, η ψήφος που θα αντικατοπτρίζει την επιθυμία για παραμονή είναι κατατεμαχισμένη μεταξύ των υπολοίπων μνηστήρων: των Εργατικών (που είναι και δεν είναι υπέρ της παραμονής στην ΕΕ), των Φιλελεύθερων- Δημοκρατών και των Πράσινων (και οι δυο υπέρ της παραμονής) για να μην αναφερθώ στο Εθνικό Κόμμα Σκωτίας (και αυτό υπέρ).
Αυτός είναι και ο λόγος που παρά τους δισταγμούς του Κόρμπιν που μάλλον πιστεύει ότι θα ωφεληθεί από τη φθορά των Συντηρητικών, όλο και περισσότερα στελέχη των Εργατικών (από την ομάδα του Κόρμπιν) ζητάνε να υποστηρίξει, ένθερμα πια, ένα δημοψήφισμα πάνω σε οποιαδήποτε συμφωνία με επιλογή υπέρ της παραμονής στην ΕΕ. Πριν μερικές βδομάδες ήταν η Έμιλι Θορνμπερι (υπουργός Εξωτερικών της σκιώδους κυβέρνησης).
Αυτή την βδομάδα, ο Κεν Λίβινγκστον, πρώην δήμαρχος του Λονδίνου και σημαντική προσωπικότητα της αριστερής πτέρυγας των Εργατικών, εξέφρασε τις δίκες του ανησυχίες για την πορεία του κόμματος μετά τα καταστροφικά αποτελέσματα των ευρωεκλογών. Έχοντας ψηφίσει υπέρ της παραμονής στο δημοψήφισμα του 2016, ο «κόκκινος» Κεν παραδέχτηκε ότι το μεγαλύτερο μέρος του κόμματος πιστεύει ότι πρέπει πια ολόψυχα και ενεργά να υποστηριχτεί η παραμονή στην ΕΕ.
Σε κάθε περίπτωση, αν φτάσουμε σε εκλογές με αρχηγούς τον Κόρμπιν για τους Εργατικούς και τον Τζόνσον για τους Συντηρητικούς, τα πράγματα δεν θα είναι καθόλου ευκολά για τον πρώτο και ίσως το Ηνωμένο Βασίλειο ακολουθήσει στα βήματα του Τραμπ.

* Η Μ. Πρεντουλή είναι επίκουρη καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών και Πολιτικών Επικοινωνιών, Πανεπιστήμιο Ανατολικής Αγγλίας.