Bullying: Αφη­ρη­μέ­νη ε­δα­φι­κο­ποίη­ση με στέ­ρεα θύ­μα­τα

Η α­πο­φυ­σι­κο­ποίη­ση των τε­χνο­λο­γιών βιο­πο­λι­τι­κής ως μια κά­ποια λύ­ση

Στις 08 Ιου­νίου έ­να νέο παι­δί, μό­λις στα δε­κα­τέσ­σε­ρα με δε­κα­πέ­ντε του χρό­νια, έ­δω­σε τέ­λος στη ζωή του στην Αργυ­ρού­πο­λη. Ήταν θύ­μα bullying. Η εί­δη­ση σο­κά­ρει. Ού­τως ει­πείν, θέ­τει έ­να στοπ. Ένα γνω­σια­κό στα­μά­τη­μα για το πώς στα­μα­τάς κά­τι τέ­τοιο, ό­ταν δεν μπο­ρείς καν να το ερ­μη­νεύ­σεις. Και αυ­τή η (ε­παν)ερ­μη­νεία τού -πλέ­ο­ν- σχε­δόν α­φη­ρη­μέ­νου και α­φαι­ρε­τι­κού αγ­γλι­κού λήμ­μα­τος εί­ναι α­πα­ραί­τη­τη να γί­νει, για να μπο­ρέ­σου­με να α­ντι­λη­φθού­με πού μπο­ρεί να βρί­σκε­ται έ­στω η αρ­χή -μιας κά­ποιας- λύ­σης.
Το ρε­πορ­τάζ φέρ­νει στο φως μαρ­τυ­ρίες φί­λω­ν· αν και αρ­χι­κά δεν μι­λού­σαν α­νοι­χτά, και αν και φί­λη του πο­λύ κο­ντι­νή,ό­πως ι­σχυ­ρί­στη­κε, δή­λω­σε ό­τι δεν εί­χε συμ­βεί πο­τέ τί­πο­τα, τώ­ρα, πλη­θαί­νουν οι φω­νές που κά­νουν λό­γο για λε­κτι­κούς τρα­μπου­κι­σμούς, στο­χο­ποίη­σή του, α­κό­μα και ξυ­λο­δαρ­μό. Στα ΜΜΕ μι­λού­με για «bullying», οι νέ­οι συμ­μα­θη­τές του σε μια πλή­ρως προ­σβά­σι­μη κα­θη­με­ρι­νή γλώσ­σα μι­λούν για ξύ­λο. Ξύ­λο στην πλα­τεία, ξύ­λο στα κα­φέ που σύ­χνα­ζε. Λέ­ξεις που τον στό­λι­ζαν και τον προσ­διό­ρι­ζαν. Του εί­πε αυ­τή τη λέ­ξη. Μπαί­νει μπιπ. Τα ΜΜΕ δενθέ­λουν να με­τα­φέ­ρουν πλή­ρως τις μαρ­τυ­ρίες ως έ­χουν. Δε μας λέ­νε ποια λέ­ξη. Ποια εί­ναι η λέ­ξη με την ο­ποία τον έ­βρι­ζε ο­λό­κλη­ρη ο­μά­δα συμ­μα­θη­τών του,που του την εί­χε στη­μέ­νη στις πλα­τείες και στα κα­φέ;
Η α­στυ­νο­μι­κή έ­ρευ­να φέρ­νει στο φως ό­τι το α­πο­νε­νο­η­μέ­νο διά­βη­μα του νε­α­ρού ή­τα­ν,ω­στό­σο, και λε­λο­γι­σμέ­νο. Ο Νί­κος ζή­τη­σε α­πό τον πα­τέ­ρα του να ση­κώ­σει ψη­λά τις δύο α­λυ­σί­δες που κρα­τού­σαν μια κού­νια α­πό το δο­κά­ρι της πέρ­γκο­λας στη βε­ρά­ντα του σπι­τιού τους. Εί­χε ή­δη αρ­χί­σει να σκαρ­φί­ζε­ται μια δρα­πέ­τευ­ση α­πό μια κα­τά­στα­ση στην ο­ποία δεν έ­βλε­πα κα­μία πε­ρα­τό­τη­τα.

Τα η­γε­μο­νι­κά α­φη­γή­μα­τα

Ο σχο­λι­κός εκ­φο­βι­σμός εί­ναι μια κα­τη­γο­ρία που με μια δια­λο­γι­κή τρο­πι­κό­τη­τα, αυ­τή που έ­χει να κά­νει με το σχο­λι­κό πε­ρι­βάλ­λον, δια­φο­ρο­ποιεί­ται α­πό άλ­λες πρά­ξεις μί­σους, λό­γους μί­σους. Τον ρα­τσι­σμό, τον νε­ο­να­ζι­σμό, τον σε­ξι­σμό, την ο­μο­φο­βία. Πώς ό­μως αυ­τό εί­ναι δυ­να­τόν; Πώς εί­ναι δυ­να­τόν η μι­κρο­κοι­νω­νία, οι μι­κρο-οι­κο­νο­μίες και μι­κρο­φυ­σι­κές του σχο­λι­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος να μέ­νουν α­νε­πη­ρέ­α­στες α­πό το κοι­νω­νι­κό, ει­δι­κά ό­ταν το σχο­λείο εί­ναι η­γε­μο­νι­κός πυ­ρή­νας συ­γκρό­τη­σης υ­πο­κει­μέ­νων που θα υ­πο­δεχ­θεί το κοι­νω­νι­κό πε­ρι­βάλ­λον. Μιας συ­γκρό­τη­σης κοι­νής, ε­νός κοι­νού νου με εν­σταλ­λαγ­μέ­να η­γε­μο­νι­κά α­φη­γή­μα­τα.
Γυ­ρί­ζο­ντας πί­σω στα δι­κά μου σχο­λι­κά χρό­νια, ό­χι εν εί­δει αυ­το­βιω­μα­τι­κό­τη­τας, αλ­λά αυ­το­α­νά­λυ­σης και α­να­συ­γκρό­τη­σης των γνω­σια­κών σχη­μά­των και με­τα-α­φη­γη­μά­των, θυ­μά­μαι ό­χι μό­νο τα πε­ρι­στα­τι­κά εκ­φο­βι­σμού με­τα­ξύ μα­θη­τών, αλ­λά κι αυ­τά με­τα­ξύ κα­θη­γη­τών που νο­μι­μο­ποιού­σαν τα πρώ­τα. Θυ­μά­μαι την κα­θη­γή­τρια Φυ­σι­κής με τη ρευ­στή ε­πι­τέ­λε­ση φύ­λου, τις μυ­θο­λο­γίες που κα­τα­σκεύα­ζαν οι μα­θη­τές για το αν εί­ναι γυ­ναί­κα ή ά­ντρας ή ου­δέ­τε­ρο (!) και το γε­γο­νός ό­τι οι υ­πό­λοι­ποι κα­θη­γη­τές, συ­χνά, συμ­με­τεί­χαν σε αυ­τές τις κα­τα­σκευές και στε­ρε­ο­ποιού­σαν το ρευ­στό. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά α­να­κα­λώ στη μνή­μη, έ­ναν άλ­λο κα­θη­γη­τή Φυ­σι­κής ο ο­ποίος ι­σχυ­ρι­ζό­ταν ό­τι δεν εί­ναι δυ­να­τόν να ξέ­ρει α­πό Φυ­σι­κή η «α­φύ­σι­κη». Και ο κα­θη­γη­τής της Ιστο­ρίας, ό­μως, ε­νίο­τε ό­ταν κά­ποια φρά­ση του την ώ­ρα της πα­ρά­δο­σης «χτύ­πα­γε»μια ψη­λή ο­κτά­βα, εί­τε γε­λού­σε αυ­το­σαρ­κα­στι­κά (α­μυ­ντι­κά) μα­ζί με τους μα­θη­τές που γε­λού­σαν, εί­τε ξε­ρό­βη­χε για να δώ­σει το σύν­θη­μα της προ­σπά­θειας να κα­τε­βά­σει τη φω­νή, να ξε­κι­νή­σει η κου­ρα­στι­κή δια­δι­κα­σία μιας πιο αρ­ρε­νω­πής ο­μι­λι­τι­κής πρά­ξης.
Πώς και πού πρέ­πει να α­να­ζη­τη­θεί μια αλ­λα­γή του σκη­νι­κού; Σί­γου­ρα, δεν πρέ­πει να εί­ναι κα­νείς α­ντί­θε­τος στην πα­ρου­σία ψυ­χο­λό­γων στα σχο­λεία, δεν έ­χει α­πε­νο­χο­ποιη­θεί πλή­ρως α­κό­μα στη χώ­ρα ού­τε η ψυ­χο­λο­γι­κή βοή­θεια εν γέ­νει, ού­τε η ψυ­χα­νά­λυ­ση, και τα πε­ρισ­σό­τε­ρα σχο­λεία δενδια­θέ­τουν καν τέ­τοιους ε­παγ­γελ­μα­τίες, α­κό­μα και στην Αθή­να. Ωστό­σο, για­τί να μεί­νει κά­ποιος μό­νο ε­κεί; Για­τί να φτά­σου­με α­πευ­θείας στο ση­μείο που ε­ξε­τά­ζε­ται η ε­ξω­τε­ρι­κό­τη­τα που έ­χει ε­σω­τε­ρι­κευ­θεί, για­τί να γυ­ρί­σου­με την κρι­τι­κή πί­σω στο ά­το­μο, πριν καν α­να­ζη­τή­σου­με λί­γο φως στο ί­διο το κοι­νω­νι­κό, στη συ­γκρό­τη­ση των υ­πο­κει­μέ­νων, στην ί­δια τη σχο­λι­κή μι­κρο-κοι­νω­νία και στη δια­λε­κτι­κή της με τη μα­κρο-κοι­νω­νία.

Εκπαί­δευ­ση στα έμ­φυ­λα ζη­τή­μα­τα

Και με αυ­τό εν­νοού­με την ει­σα­γω­γή μα­θή­μα­τος έμ­φυ­λης εκ­παί­δευ­σης. Αυ­τού του εί­δους η εκ­παί­δευ­ση μπο­ρεί να βο­η­θή­σει πολ­λα­πλώς. Τό­σο η κοι­νω­νιο­λο­γία και η κοι­νω­νι­κή θεω­ρία εν γέ­νει, η αν­θρω­πο­λο­γία, το σύ­νο­λο των κοι­νω­νι­κών και αν­θρω­πι­στι­κών ε­πι­στη­μών, η Ιστο­ρία, μας δεί­χνει πως κά­θε στι­βά­δα κα­τα­πίε­σης σε μια κοι­νω­νία, το­πο­θε­τεί­ται πά­ντα σε μια βά­ση έμ­φυ­λη. Στην πα­ρα­δο­χή ε­νός δί­πο­λου και στη με­τα­ξύ τους δια­λε­κτι­κή του Άλλου. Τον ά­ντρα και τη γυ­ναί­κα. Ο Νέλ­σον Μα­ντέ­λα εί­χε πει ό­τι δενθα πε­τύ­χει πο­τέ πλή­ρως το εγ­χεί­ρη­μα της ε­λευ­θε­ρίας, χω­ρίς την πλή­ρη χει­ρα­φέ­τη­ση των γυ­ναι­κών α­πό κά­θε εί­δους κα­τα­πίε­ση. Ένα μά­θη­μα που θα εί­χε ως υ­λι­κό του την ε­πι­τε­λε­στι­κό­τη­τα των φύ­λων, μια πιο συ­μπε­ρι­λη­πτι­κή α­ντί­λη­ψη της βιο­λο­γίας που θα έ­θε­τε έ­στω α­δρο­με­ρώς τα α­νοι­χτά ζη­τή­μα­τά της και τους ε­πι­στη­μο­νι­κούς προ­βλη­μα­τι­σμούς, το nature vs nurture (φύ­ση – πο­λι­τι­σμός), που θα φα­νέ­ρω­νε τις δια­φω­νίες ε­ντός της ε­πι­στη­μο­νι­κής κοι­νό­τη­τας και,ταυ­το­χρό­νως,θα α­να­δεί­κνυε την κοι­νω­νι­κή συ­γκρό­τη­ση του υ­πο­κει­μέ­νου και των ταυ­το­τή­των του, θα ε­μπλού­τι­ζε την α­ντί­λη­ψη, θα έ­θε­τε κά­ποιους φραγ­μούς στους ξέ­φρε­νους α­να­γω­γι­σμούς σε βιο­λο­γι­σμό (σε μια ερ­γα­λεια­κή χρή­ση της βιο­λο­γίας α­κό­μα και α­πό μη ει­δι­κούς με σκο­πό τη φυ­σι­κο­ποίη­ση και ά­ρα τη δια­τή­ρη­ση βε­βαιο­τή­των και αυ­θαι­ρε­σιών), θα μπο­ρού­σε να αμ­βλύ­νει την το­ξι­κό­τη­τα της αρ­ρε­νω­πό­τη­τας και να δια­νοί­ξει λο­γο­θε­τι­κά πλαί­σια. Ακό­μα, η ί­δια η δια­θε­μα­τι­κό­τη­τα ως θεω­ρία και ερ­γα­λείο, που πλέ­ον εί­ναι κα­λά ε­νταγ­μέ­νη στις σπου­δές φύ­λου, θα έ­δει­χνε το πώς συ­νε­νώ­νο­νται πολ­λα­πλές κα­τα­πιέ­σεις, αυ­τές της φυ­λής, της οι­κο­νο­μι­κής τά­ξης κ.α.
Ασφα­λώς, έ­να τέ­τοιο μά­θη­μα δεν μπο­ρεί να α­να­τρέ­ψει τα πολ­λα­πλά εγ­χει­ρή­μα­τα κα­νο­νι­κο­ποίη­σης που εί­ναι -ή­δη πά­ντα- σε λει­τουρ­γία, δεν εί­ναι λύ­ση, αλ­λά εί­ναι, μια κά­ποια, λύ­ση. Άλλο έ­να ό­πλο. Δί­νο­νται κά­θε μέ­ρα τέ­τοιες μά­χες κα­τά του ρα­τσι­σμού, των έμ­φυ­λων δια­κρί­σεων, των οι­κο­νο­μι­κών και βιο­πο­λι­τι­κών πο­λέ­μων, μά­χες συλ­λο­γι­κές, κι­νη­μα­τι­κές, πο­λι­τι­κο-νο­μι­κές, α­κό­μα και ιδρυ­μα­τι­κές α­πό Ιδρύ­μα­τα,που ε­πει­δή δεν ταυ­τί­ζο­νται με το status quo, ο νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός προ­σπα­θεί να α­πο-ι­δρυ­μα­το­ποιή­σει σε ό­λη τη Δύ­ση (ε­πί πα­ρα­δείγ­μα­τι η ε­πί­θε­ση στις θεω­ρη­τι­κές ε­πι­στή­μες / στο δη­μό­σιο Πα­νε­πι­στή­μιο / στη δη­μό­σια Ιστο­ρία). Το σχο­λείο πρέ­πει να διεκ­δι­κή­σει την ε­ξέ­λι­ξη, κό­ντρα στην ε­πέ­λα­ση του αμε­ρι­κα­νι­κού «unschooling».
Το σχο­λείο μπο­ρεί να δεί­ξει στους μα­θη­τές ό­τι η δι­κή του μι­κρο-φυ­σι­κή μπο­ρεί να δεί­ξει την πε­ρα­τό­τη­τα των κα­τα­πιέ­σεων, ώ­στε να μη φτά­νουν τα παι­διά να βλέ­πουν, ε­νίο­τε, ως μό­νη δια­φυ­γή τους την αυ­το­κτο­νία. Πρέ­πει να στρα­φού­με στο κρά­τος σε αυ­τό. Το κρά­τος μπο­ρεί να θέ­σει σε κί­νη­ση αυ­τή την αλ­λα­γή και τώ­ρα εί­ναι η στιγ­μή που μπο­ρεί να το πρά­ξει.

Νί­κος Δα­σκα­λό­που­λος