Δεν είναι ώρα να παίζουμε με τις λέξεις

Ενας κίνδυνος που απειλεί τον ΣΥΡΙΖΑ την επομένη των βουλευτικών εκλογών, δεν είναι τόσο η αμηχανία μπροστά σε μια κυβέρνηση της δεξιάς, που δεν έχει ακόμα δείξει όχι τι μπορεί να λέει, αλλά τι είναι σε θέση να πράξει. Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε τη νέα κυβέρνηση στη συζήτηση για τις προγραμματικές δηλώσεις, έδειξε ότι έχει αντιπολιτευτικά αντανακλαστικά, πρόθεση να υπερασπίσει τις λαϊκές κατακτήσεις και τη γνώση ότι χωρίς παράλληλη πορεία με ένα κίνημα αντίστασης δεν θα υπάρξουν σημαντικές επιτυχίες. Ουσιαστικός κίνδυνος για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι να ανοίξει μια συζήτηση για ένα πολύ σοβαρό θέμα, για το μέλλον του, με πολύ ελαφρό τρόπο.

Τι ζητάμε, τελικά;

Αν η συζήτηση αυτή δεν γίνει με τρόπο που να οδηγεί σε συγκεκριμένα και τεκμηριωμένα συμπεράσματα, τότε το μικρότερο κακό θα είναι ότι δεν θα έχει ευοίωνο μέλλον, γιατί το μεγαλύτερο είναι ότι η ΝΔ θα συνεχίσει το ρεβανσιστικό έργο της ανενόχλητη. Διαβάζοντας ένα άρθρο στελέχους του ΣΥΡΙΖΑ μένει κανείς με την εντύπωση ότι ακόμα δεν έχει διευκρινιστεί για τι ακριβώς συζητάμε. Ο ΣΥΡΙΖΑ παρουσιάζεται σαν κόμμα που «καθήκον του είναι να εκφράσει την προοδευτική παράταξη (…) να ενώσει όλες τις προοδευτικές δυνάμεις σε ένα κοινό πολιτικό σχέδιο». Αποτελεί τον «κεντρικό φορέα πολιτικής έκφρασης της Προοδευτικής Παράταξης», η οποία «έχει κόμμα-κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ». Και ο ΣΥΡΙΖΑ τι είναι; «Είμαστε ένα κόμμα της ευρύτατης αριστεράς (…) εκφράζοντας παράλληλα κι ένα σημαντικό μέρος της σοσιαλδημοκρατίας και των ανθρώπων της Κεντροαριστεράς και της Οικολογίας». Ο ΣΥΡΙΖΑ φωτογραφίζεται σαν κόμμα σε μέτρια σύγχυση. Ενώ επιδιώκει να εκφράσει την προοδευτική παράταξη, εκφράζει ήδη σημαντικό μέρος της σοσιαλδημοκρατίας και της κεντροαριστεράς και της οικολογίας. Παρόλα αυτά, επισημαίνεται ως «στοίχημα της επόμενης περιόδου η συγκρότηση ενός μαζικού προοδευτικού και αριστερού πολιτικού σχηματισμού» (κόμματος, συμμαχίας;), ο οποίος μεταφράζεται λίγο πιο κάτω σε «ισχυρό προοδευτικό υποκείμενο ανοιχτό και μαζικό (…) ένα κόμμα της σύγχρονης ευρωπαϊκής αριστεράς σε καθημερινό διάλογο με όλες τις προοδευτικές δυνάμεις».
Οι λέξεις «κόμμα», «παράταξη», «προοδευτικό υποκείμενο», «πολιτικός σχηματισμός», «αριστερά», «κεντροαριστερά» θα μπορούσαν στην ποικιλομορφία τους να εμπλουτίζουν μια σοβαρή και αποτελεσματική συζήτηση. Δυστυχώς, μάλλον αποτυπώνουν την παρουσία μιας σύγχυσης. Η όποια κριτική δεν είναι δίκαιο να απευθυνθεί στον αρθρογράφο. Αυτός κάνει ό,τι μπορεί, προκειμένου να ερμηνεύσει πολλές και διαφορετικές και καθόλου σαφείς αναφορές του ίδιου του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ για την ανάγκη αντιστοίχησης του κόμματος με την εκλογική επιρροή του. Προσπαθεί να βρει άκρη.

Η (κακή) αρχή της απροσδιοριστίας

Πάνω σ’ αυτό το έδαφος, όπου κυριαρχεί η αρχή της απροσδιοριστίας, εγκαταλείπονται σαν άχρηστες εκατομμύρια ανθρωποώρες και άλλες τόσες τυπωμένες σελίδες, αλλά και βιωμένες εμπειρίες, που προσπαθούν έτη και έτη να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε τη διαφορά και τη χρησιμότητα των κομμάτων, των παρατάξεων, των συμμαχικών σχημάτων με διαφορετικά κόμματα, ad hoc ή μονιμότερων, των εκλογικών συμπράξεων, αλλά και των μετεκλογικών πολιτικών μετώπων. Ωστε να επιλέγουμε κάθε φορά την πιο κατάλληλη μορφή για την εξυπηρέτηση αντίστοιχων πολιτικών στόχων. Σκοπός που δεν μπορεί να επιτευχθεί με το ανακάτεμά τους σ’ έναν αναδευτήρα.
Αυτό, δυστυχώς, γίνεται μέχρι σήμερα. Με σοβαρότατο κίνδυνο να εξελιχθεί η συζήτηση που άνοιξε, σε μια διαμάχη όπου κανείς δεν γνωρίζει με ποιον διαφωνεί και με ποιον συμφωνεί και γιατί. Και η ευθύνη είναι σαφέστατα ηγετική. Η όποια συζήτηση, για να έχει αποτελέσματα, αν δεν ξεκινήσει από την «κορυφή», τουλάχιστον οφείλει να οργανωθεί με τη διατύπωση των ερωτημάτων και των διαφορετικών απαντήσεων που ενδέχεται να προέκυψαν «από τα κάτω».
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο πρόεδρος του κόμματος που έθιξε το θέμα, ή θα έπρεπε να το παραπέμψει στο Ινστιτούτο Πουλαντζάς προς βαθύτερη ανάλυση και ωρίμανση, εφόσον δεν θα το θεωρούσε επείγον, ή, σε αντίθετη περίπτωση, να εκθέσει δημόσια και με σαφήνεια τη θέση του, με ένα άρθρο ή σειρά άρθρων, και να επιμείνει μέχρι να πείσει ή να πειστεί. Σ’ αυτή τη βάση αξίζει να αναλωθεί χρόνος και να καταβληθεί κόπος, να υπάρξει αντιπαράθεση αλλά και επανατοποθετήσεις, αξίζει ακόμα και να χαλάσουμε τις καρδιές μας, γιατί θα προσδοκούμε ένα χρήσιμο για τη συλλογικότητά μας και για τη συντροφικότητά μας αποτέλεσμα.

Με ισχυρισμούς ή με επιχειρήματα;

Ο ΣΥΡΙΖΑ εκ γενετής είναι κόμμα της αριστεράς μεν, αλλά ευρύ, δεν ζήτησε ποτέ από κανέναν ως εισιτήριο την εγκατάλειψη των ιδεολογικών ιδιαιτεροτήτων. Θέσπισε, μάλιστα, και τις τάσεις, μια από τις οποίες υπήρξε και η τάση των προερχόμενων από την -κακώς ονομαζόμενη – κεντροαριστερά. Των πασοκογενών, όπως ήταν ευρύτερα γνωστή. Παραβιάζουν ανοιχτές θύρες όσοι θεωρούν ότι πρέπει να ανοίξουν οι οργανώσεις για να υποδεχτούν περισσότερους. Οφειλαν να το είχαν ήδη κάνει. Όμως είναι ευθύνη της ηγεσίας και του κεντρικού στελεχικού δυναμικού να αποδείξει ότι, όπως μπόρεσε να κυβερνήσει μια χώρα ολόκληρη, είναι σε θέση να κάνει όλες τις κομματικές οργανώσεις (και πολύ περισσότερο της νεολαίας) ικανές να υποδεχτούν τα πρόθυμα να ενταχθούν νέα μέλη.
Αν στο μυαλό μας, μετά από δέκα χρόνια κρίσης (και πολιτικής), παραμένει ως στρατηγικός στόχος η εξαφάνιση του κέντρου, καλό είναι να θυμηθούμε ότι, όταν τα γεγονότα είναι ξεροκέφαλα, εκτός από την πολιτική επίθεση υπάρχει και η πολιτική συμμαχιών. Με την οποία μπορεί να συναθροιστεί στο στρατόπεδο των προοδευτικών δυνάμεων και το σοσιαλδημοκρατικό κέντρο, που δεν έχει διάθεση ή λόγο να ενταχθεί στον ΣΥΡΙΖΑ ή σε όποιο ψευδώνυμό του. Ισως θα ήταν πιο πειστικό το επιχείρημα ότι μια ατελέσφορη προσπάθεια να κερδηθούν περισσότεροι κεντρώοι ψηφοφόροι (από το 8% , σημειωτέον) μπορεί να διευρύνει το χώρο αντίπαλων πολιτικών σχηματισμών στα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ. Και αντί για κέρδος, να υπάρξει ζημιά.
Τέλος, θα ήταν χρήσιμο να εξηγήσει κάποιος γιατί οι «μέσες τάξεις» δεν τοποθετήθηκαν εκλογικά κατά κύριο λόγο στο πολιτικό κέντρο, αλλά στη δεξιά, έστω την «κεντροδεξιά». Με άλλα λόγια, να μας μιλήσει για την ανάγκη υποστήριξης των διάφορων απόψεων με στοιχεία και κοινωνικοπολιτικές αναλύσεις, όχι με ισχυρισμούς.
Σαν υστερόγραφο, να υπενθυμίσουμε ξανά πως είναι αυταπάτη ότι κοινωνικές πλειοψηφίες και εκλογές κερδίζονται με τρυκ. Αρκεί να δούμε με πόση πολύπλευρη προσπάθεια ανασυγκροτήθηκε μετά την ήττα του 2015 η ΝΔ, ένα κόμμα με ήδη βαθιές ρίζες και κοινωνικές καταβολές, οικονομικά στηρίγματα και μιντιακές ανέσεις. Δεν «δούλεψε» μόνο ο Μητσοτάκης με τον Θεοδωρικάκο για τη ΝΔ, η ΝΔ δούλεψε πιο πολύ γι’ αυτούς.

Χ. Γεωργούλας