Δεν θα τους την χαρίσουμε…

 

Tου

Γιώργου Σταμάτη*

 

Μέχρι πρότινος το άκουγε κανείς πολύ συχνά: «Δεν θα τους την χαρίσουμε!». Αν παράβλεπε κανείς τον πληθυντικό του υποκειμένου και του δεύτερου αντικειμένου της πρότασης, θα μπορούσε να νομίσει ότι το έρεισμα, εν προκειμένω, είναι ένα προραφαηλητικό ονειρικό πλάσμα, για το οποίο αβρότατος, αλλά και αποφασιστικός, λάτρης του βεβαιώνει ότι δεν θα το χαρίσει στον άξεστο ερωτικό ανταγωνιστή του, που το οδηγεί σε πλάνους δρόμους. Το πράγμα είναι ωστόσο πολύ πεζό. Το έρεισμα είναι η ΕΕ, δηλαδή ένα, για ορισμένους, καλοστρωμένο τραπέζι, γύρω απ’ το οποίο έχουν καθίσει όσοι σχεδίασαν το διαρκές φαγοπότι και τη συμμετοχή τους σ’ αυτό και κατά το οποίο εκείνοι που διακηρύσσουν ότι δεν το χαρίζουν (προφανώς στους πρώτους), κάνουν την λάτρα, μαγειρεύουν, σερβίρουν και ένας-δυο τους κάθονται συνεσταλμένα, σαν φτωχοί συμπέθεροι, σε γωνίες του τραπεζιού.

 

Να μην χαρίσουμε ή να απαλλαγούμε;

 

Δεν υπάρχει, λοιπόν, κάτι που δεν πρέπει δήθεν να χαρίσουμε αλλ’ αντιθέτως κάτι από το οποίο πρέπει να απαλλαγούμε όχι με σπουδή, αλλ’ ωστόσο όσο πιο σύντομα γίνεται.

Δεν είναι δυνατόν να παρουσιάσει κανείς εδώ τα υπέρ και τα κατά της παραμονής της χώρας στην Ευρωζώνη και ΕΕ Η ΕΕ αποφασίζει και εφαρμόζει εντός και εκτός πολιτική (και οικονομική πολιτική), την οποία η χώρα μας δεν συνδιαμορφώνει, αλλά υποχρεούται να εφαρμόσει (π.χ. εμπάργκο κατά Ιράν, Κούβας, Βενεζουέλας, Ρωσικής Ομοσπονδίας). Η ελεύθερη διακίνηση εμπορευμάτων και κεφαλαίων αποβαίνει εις βάρος μιας ανάπτυξης της ελληνικής βιομηχανίας και οικονομίας. Η συμμετοχή στο ευρώ σημαίνει, δεδομένης της υστέρησης της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας συγκριτικά με τις περισσότερες και μεγαλύτερες χώρες της ΕΕ, την ύπαρξη ενός συνεχώς υπερτιμημένου «εθνικού» νομίσματος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις εισαγωγές, τις εξαγωγές και την ανάπτυξη της οικονομίας. Το κυριότερο, όμως, είναι ότι αυτή η συμμετοχή σημαίνει την απεμπόληση κάθε δυνατότητας άσκησης πιστωτικής, νομισματικής κτλ πολιτικής που έχει κάθε χώρα με δικό της νόμισμα και δικής της Κεντρική Τράπεζα. Έτσι, η ελληνική Κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη ‒για να το πούμε ευφημιστικά‒ να προσαρμόζει ορισμένες όψεις της οικονομικής της πολιτικής στους σκοπούς και επιδιώξεις της ΕΚΤ.

Και τι έχει να αναμένει η χώρα σε αλληλέγγυες ενέργειες από την ΕΕ για την αντιμετώπιση όχι μόνον καθαρά δικών της, αλλά και κοινών ευρωπαϊκών προβλημάτων; Μάλλον τίποτα. Αναλογισθείτε τι έγινε και τι γίνεται με το μεταναστευτικό. Και πώς εκφράζεται η αλληλεγγύη της ΕΕ προς τις χώρες που επλήγησαν οικονομικά περισσότερο από άλλες από την πανδημία του κορωνοϊού;

Πώς εξέφρασε την αλληλεγγύη της η ΕΕ, εν προκειμένω Γαλλία και Γερμανία, στη χώρα μας πριν μια δεκαετία; Για να σώσουν τις γαλλικές και γερμανικές τράπεζες, οι οποίες κατείχαν ομόλογα του ελληνικού δημοσίου που διαπραγματεύονταν πολύ χαμηλότερα του αρτίου στην αγορά και ως εκ τούτου επηρέαζαν σε σημαντικότατο βαθμό αρνητικά την καθαρή τους θέση, αγόρασαν απ’ αυτές αυτά τα ομόλογα στο αποτοκισμένο άρτιο με ζημία. Και για να μη φορτώσουν στους πολίτες τους τη ζημιά, έπεισαν το δίδυμο Παπανδρέου/Παπακωσταντίνου ότι η χώρα μας βρίσκεται δήθεν σε κρίση δημόσιου χρέους. Και τους έπεισαν (προφανώς με πειστικότατα επιχειρήματα, για τα οποία εικασίες μόνον μπορεί να κάνει κανείς, τουλάχιστον ως προς το μέγεθος της πειστικότητάς τους) να δανειστεί, σύμφωνα με το αγγλικό δίκαιο, από ένα νεοσύστατο Οργανισμό της ΕΕ και από το ΔΝΤ υπό όρους όπως: Υποθήκευση της ιδιωτικής και αυστηρά δημόσιας περιουσίας του Δημοσίου για πολλές δεκαετίες και βαθμιαία εκποίηση της. Υπαγόρευση νεοφιλελεύθερης οικονομικής, εργασιακής και κοινωνικής πολιτικής μέσω μνημονίων και άμεσης επιτήρησης της εφαρμογής της για ένα μεγάλο διάστημα από το ΔΝΤ αρχικώς και από την λεγόμενη τροϊκα στη συνέχεια. Τα αποτελέσματα: Αλματώδης αύξηση ανεργίας, αντίστοιχη μείωση του εθνικού προϊόντος, μείωση μισθών και συντάξεων κατά πολύ περισσότερο, μείωση δημοσίων δαπανών κατά τουλάχιστον 25%, περιορισμός του δημόσιου τομέα, ιδιωτικοποιήσεις κ.ά. Και το σκανδαλοδέστερο: Το δημόσιο χρέος, για την απομείωση του οποίου έγιναν όλ’ αυτά, αυξανόταν συνεχώς τα τελευταία δέκα χρόνια.

Το πλέον επαίσχυντο όλων συντελέστηκε, όμως, σε συμβολικό επίπεδο: Η ΕΕ, δηλαδή η Γερμανία, υποχρέωσε τη χώρα μας να δεχθεί ως πιστωτή και το ΔΝΤ, επιχειρηματολογώντας ότι μόνον αυτό διαθέτει “τεχνογνωσία” (sic!), την οποία δεν διαθέτει η ΕΕ, για την επιτήρηση της τήρησης των όρων του δανείου! Έτσι η Γερμανία άνοιξε για πρώτη φορά την πόρτα της ΕΕ στο άθλιο ΔΝΤ, γνωστό για τα κατορθώματά του κατά την προώθηση σε διεθνές επίπεδο μιας νεοφιλελεύθερης οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής στην Χιλή και αλλαχού στην Νότια Αμερική, αλλά, πράγμα ελάχιστα ή καθόλου γνωστό , για την συμβολή του στην διάλυση της οικονομικής συνοχής των ομοσπονδιακών κρατιδίων της Γιουγκοσλαβίας πριν την διάλυση της τελευταίας ως κρατικής οντότητας. Εκεί πρότεινε και επέβαλε την κατάργηση της λεγόμενης δημοσιονομικής εξισορρόπησης μεταξύ των ομοσπονδιακών κρατιδίων (ο οποίος υπήρχε και υπάρχει για ευνόητους λόγους και στην Γερμανία και η οποία αποβλέπει στην ετήσια μεταφορά ποσών από πλουσιότερα προς φτωχότερα κρατίδια) ‒ κατάργηση, για την οποία μπορείτε να φανταστείτε πόσο συνέβαλλε στην συνοχή της Ομοσπονδίας. Την παρουσία του ΔΝΤ στην Ελλάδα, δηλ. στην ΕΕ, δεν επιτρέπεται να ξεχνούν, οι φιλοευρωπαϊστές. Ούτε να ξεχνούν ποιοι το έφεραν.

 

Η πανδημία, παράδειγμα μη αλληλεγγύης

 

Η πανδημία αποτελεί απτό παράδειγμα της αλληλεγγύης της ΕΕ προς αδύναμα κράτη-μέλη της, εν προκειμένω, που επλήγησαν βαρύτατα. Ομάδα χωρών του Νότου, μεταξύ τους και η χώρα μας, πρότειναν την έκδοση ευρωομολόγου για ανάλογη χρηματοδότηση όλων των χωρών μελών για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Εκδότης συνεπώς και εγγυητής του ομολόγου θα ήταν το σύνολο των χωρών-μελών, δηλαδή η ΕΕ Τα πλεονεκτήματα θα ήσαν το χαμηλό, ή μάλλον αρνητικό, επιτόκιο. Η Γερμανία και οι δορυφόροι της απέρριψαν σταθερά την έκδοση ευρωομολόγου από την ΕΚΤ και την ανάληψη αλληλέγγυας συλλογικής ευθύνης για το χρέος.

Σύμφωνα με τα πέντε μεγάλα οικονομικά ινστιτούτα της Γερμανίας το ΑΕΠ στην Γερμανία και στην Γαλλία θα μειωθεί εφέτος περίπου 5%. Σε παγκόσμιο επίπεδο τα πράγματα αποκλείεται να είναι καλλίτερα, αφού ο ΠΟΕ προβλέπει μείωση του εξωτερικού εμπορίου στην καλλίτερη περίπτωση κατά 13% και στη χειρότερη κατά 32%! Δεν είναι πιο ευοίωνες οι προβλέψεις της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (Δ.Ο.Ε.): η απασχόληση, σε ώρες εργασίας, θα μειωθεί, κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2020 σε παγκόσμιο επίπεδο, κατά 6,7%. Αυτό αντιστοιχεί, περίπου, σε ίση ποσοστιαία μείωση του ακαθαρίστου προϊόντος. Η ίδια η Δ.Ο.Ε. εκτιμά: προσεχώς το 38% του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού (1,25 δισ. εργαζόμενοι) κινδυνεύει να χάσει τη δουλειά του. Αν προϋποθέσουμε ότι θα θιγούν όλες οι χώρες και όλοι οι κλάδοι εξίσου και κατά τον ίδιο τρόπο όσον αφορά την απασχόληση (πράγμα που βέβαια δεν είναι ανάγκη να συμβεί και δεν θα συμβεί!), τότε αυτό σημαίνει ότι το παγκόσμιο ακαθάριστο προϊόν θα εμειώνετο κατά 38%!!!

Δεν μπορούμε να κάνουμε προβλέψεις, εφόσον δεν γνωρίζουμε πότε οι επιδημιολόγοι κάθε χώρας θα εισηγηθούν άρση των μέτρων απομόνωσης του πληθυσμού και κλεισίματος πολλών καταστημάτων και επιχειρήσεων, σε ποιο βαθμό θα ληφθούν αυτά τα μέτρα, πόσα από τα καταστήματα και επιχειρήσεις που σταμάτησαν τη λειτουργία τους θα υπάρχουν ακόμη, πόσες από αυτές θα είναι σε θέση να επαναλειτουργήσουν και, εάν είναι, σε ποιο επίπεδο δραστηριότητας και με ποιες προοπτικές (ανάπτυξης ή συρρίκνωσης ή εξαφάνισης;).

Όμως, μόνο δυσοίωνες προβλέψεις μπορεί να κάνουμε. Για όλες τις χώρες της ΕΕ, ιδιαίτερα για την Ελλάδα που εκκινεί, μετά τη νεοφιλελεύθερη κούρα που της επιβλήθηκε, από τον πάτο του βαρελιού.

Και σε τι συναινεί η Γερμανία και οι συν αυτή εν όψει αυτών των προοπτικών αντί της έκδοσης ευρωομολόγου; Όπως προκύπτει από το πρώτο Eurogroup σ’ένα πακέτο 440 δισ. ευρώ (240 δάνεια του ESM, προς τις κυβερνήσεις, 200 δάνεια της ΕΤΕ σε επιχειρήσεις) και η προοπτική ενός Ταμείου Ανασυγκρότησης με προίκα 420 δισ. Τα 40 προορίζονται αποκλειστικά για “υγειονομικές” δαπάνες. Τα υπόλοιπα 200 θα δανεισθούν αναλογικά στις χώρες της ΕΕ και υπό όρους, δηλαδή η δανειοδότηση θα συνοδεύεται από μνημόνιο όπως και τα 200 της ΕΤΕ που θα διατεθούν για ενίσχυση των επιχειρήσεων που επλήγησαν. Πρόνοια για την δημιουργία και τις πηγές χρηματοδότησης του Ταμείου Ανασυγκρότησης, θα ληφθούν αργότερα.

Οι επιμέρους κυβερνήσεις έχουν λάβει μέτρα ενίσχυσης των επιχειρήσεων και στήριξης των εργαζομένων που επλήγησαν υπό μορφή ενίσχυσης της ρευστότητας, αναβολής πληρωμής φόρων, κρατικών εγγυήσεων, παροχών κτλ. ύψους πλέον των 2,2 τρισ. ευρώ‒ απ’ αυτά περισσότερα από 1 τρισ. ευρώ η Γερμανία. Πάντως είναι σημαντικό να γνωρίζει και να μην ξεχνά κανείς ότι τα ποσά, για τα οποία γίνεται λόγος εδώ και τα οποία προστίθενται σε αθροίσματα, κακώς αθροίζονται, αφού δεν αποτελούν ποσά του ιδίου είδους, π.χ. δαπάνες για αγαθά και υπηρεσίες, αλλά ποσά διαφορετικών ειδών (δαπάνες, εγγυήσεις, δάνεια κ.α.), έτσι που τελικά προστίθενται μήλα με αχλάδια. Αυτό το τονίζουμε, διότι η επίδραση καθενός απ’ αυτά τα είδη ποσών στην απασχόληση και το ακαθάριστο εθνικό προϊόν είναι διαφορετική.

Η απάντηση στις συνέπειές της πανδημίας, οικονομικές και κοινωνικές, ορισμένων μελών της ΕΕ, φαίνεται να είναι «καθένας για τον εαυτό του και ο Κύριος για όλους». Ειδικότερα η Γερμανία δείχνει να θεωρεί τη ΕΕ Hinterhof της (πίσω αυλή της) και (γιατί όχι;) αναγκαίο Lebensraum (ζωτικό χώρο) και όχι συσσωμάτωση ισότιμων, αλληλέγγυων κρατών. Δημοσιονομικές και άλλες ρυθμίσεις κρατικής οικονομικής πολιτικής, τις οποίες επέβαλλαν στην ΕΕ και προς ζημίαν ορισμένων χωρών-μελών, όπως της χώρας μας, παραμερίζει, σήμερα κατά την παρούσα κρίση, η Γερμανία χωρίς περιττές εξηγήσεις.

Γνωρίζαμε μέχρι σήμερα ότι ελλειμματικοί κρατικοί προϋπολογισμοί δεν είναι πλέον ανεκτοί. Και ότι το δημόσιο χρέος δεν πρέπει να υπερβαίνει το 60% του ΑΕΠ. Η ίδια η Γερμανία είχε τα τελευταία χρόνια, για σταθερό περίπου ποσοστό των δημοσίων δαπανών (κάτι λιγότερο από 44%) στο ακαθάριστο εθνικό προϊόν, πλεονασματικό προϋπολογισμό, με συνέπεια το δημόσιο χρέος της να έχει μειωθεί βαθμιαία από 72% του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος το 2015 σε 58% το 2019.

Στο άρθρο τους «Schlmmer als Lehman» (« χειρότερα από την Λέμαν» στον Spiegel Nr. 13/21.3.2020, σελ. 68-72, οι Tim Bartz, Markus Becker, Simon Martin Hesse, Alexander Jung, Armin Mahler, Christian Raiermann και Marcel Rosenbach αναφέρουν την άποψη του Volker Brűhl, Διοικητή του Center for Financial Studies του Πανεπιστημίου Γκαίτε της Φρανκφούρτης, σύμφωνα με την οποία, αν η πανδημία συνεχίζει να πλήττει τις αγορές και την οικονομία και κατά το δεύτερο εξάμηνο, τότε υπάρχει ο κίνδυνος μιας βαθειάς ύφεσης (Depression) συνοδευόμενης από αποπληθωρισμό. Και σχολιάζουν: « Μια τέτοια κατάσταση δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Ιδίως εάν το lookdown ήθελε συνεχιστεί για μήνες. Να βοηθήσει θα μπορούσε τότε μόνον το κράτος. Αυτό θα μπορούσε με ένα γιγαντιαίο πρόγραμμα δαπανών να δώσει πάλι ώθηση την οικονομία.

Ο υπουργός οικονομικών Σολτς θα είχε την πρόθεση και διαθέτει επαρκές δυναμικό, να κινητοποιήσει μέσα σε τάξεις μεγέθους που δεν έχουμε δει μέχρι σήμερα. Συζητείται ένα ποσό από μέχρι πέντε τοις εκατό του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος. Σε απόλυτους αριθμούς αυτό θα ήταν περίπου 180 δισ. ευρώ. Το ποσό θα μπορούσε σύμφωνα με εκτιμήσεις ειδικών της κυβέρνησης ανάλογα με τις ανάγκες να αυξηθεί κατά βούλησιν. “Ακόμη κι αν όπως κατά την δημοσιονομική κρίση σε σύντομο χρονικό διάστημα αυξήσουμε το δημόσιο χρέος στα 80 τοις εκατό [του ΑΕΠ], η Γερμανία θα συνέχιζε ακόμη να παίρνει την καλλίτερη αξιολόγηση από τους οίκους αξιολόγησης”. Μέχρι να φτάσει το κράτος αυτό το κατώφλι, θα μπορούσε να πάρει περισσότερα από 700 δισ. ευρώ νέα δάνεια. “Κάνουμε σκέψεις για τάξεις μεγέθους, οι οποίες δεν έχουν υπάρξει μέχρι σήμερα”, λέει ένας βοηθός του Σολτς.» (σ. 72).

Αν σε «μικρό χρονικό διάστημα», δηλ. σ’ένα χρόνο (αν επιθυμείτε, μπορείτε να κάνετε τον λογαριασμό και για δυο χρόνια ̇ είναι πολύ εύκολο), αυξήσει κανείς το δημόσιο χρέος από 60% στο 80% του ΑΕΠ, τότε αυτό σημαίνει έλλειμμα στον προϋπολογισμό ίσο με 20% του ΑΕΠ, δηλ., επειδή το ΑΕΠ της Γερμανίας είναι περίπου ίσο με 3,6 τρισ. ευρώ, ίσο με 720 δισ. ευρώ.

Οι κρατικές δαπάνες αποτελούν το 44% περίπου του ΑΕΠ, είναι δηλ. ίσες με 1,554 τρισ. ευρώ. Με επιπρόσθετα 720 δισ. ευρώ θα ανέλθουν σε 1,554+0,720(=2,276) τρισ. ευρώ. Ο νέος προϋπολογισμός της θα παρουσιάσει ποσοστιαίο έλλειμμα μεγαλύτερο από 26% των δημοσίων δαπανών! Αν επιθυμείτε να κατανείμετε τα 720 δισ. ευρώ νέα δάνεια και την δαπάνη τους σε δυο χρόνια, τότε χονδρικά το έλλειμμα του προϋπολογισμού θα είναι για δυο συνεχόμενα έτη περίπου 13%. Μήπως θυμάστε ακόμη με ποιο κύριο επιχείρημα μας έσπρωξαν στην λήψη δανείου και στα μνημόνια; Και ποίον υπάλληλο του ΔΝΤ έχρισαν Διοικητή της Στατιστικής για να το στηρίξει;

 

Έξοδος από τη γερμανική «πίσω αυλή»

Η χώρα μας δεν έχει κανένα λόγο να παραμένει μέλος της ΕΕ Και έχει μια σειρά από σημαντικότατους λόγους να εξέλθει απ’ αυτήν την γερμανική “πίσω αυλή”. Μην ακούτε τους κόλακες και υμνητές της ούτε τις Κασσάνδρες. Οι πρώτοι, θα πρέπει να μας πουν επιτέλους σε τι ωφέλησε η είσοδος και σε τι αναμένεται ότι θα ωφελήσει η παραμονή μας στην Ευρωζώνη και ΕΕ και οι τελευταίοι τι το καταστροφικό θα μας συμβεί αν εξέλθουμε.

Η ΕΕ βαίνει έτσι κι αλλιώς, όπως δείχνει και ο τρόπος που αντιμετωπίζει την κρίση, προς διάλυση. Η χώρα μας έχει κάθε λόγο να συμβάλει σ’ αυτή. Φυσικά, δεν χρειάζεται να περιμένει το αποτέλεσμά της. Μπορεί να αποχωρήσει η ίδια. Ωστόσο, μόνο από την ΕΕ, όχι και από την Ευρωζώνη. Μια αποχώρηση και από την Ευρωζώνη θα μπορούσε να αποδειχθεί δυσμενέστατη. Γι’ αυτό και όσον αφορά αυτό το σημείο θα πρέπει, κατ’ ανάγκη, να περιμένει κανείς μέχρι τη διάλυση της ΕΕ συνεπώς και της Ευρωζώνης.

Ας γίνουμε σαφέστεροι. Το δημόσιο χρέος της χώρας είναι σε ευρώ. Άρα, η πληρωμή των τοκοχρεολυσίων γίνεται σε ευρώ. Αν η χώρα αποχωρήσει από την Ευρωζώνη ‒αδιάφορο, αν, όπως απαίτησαν ορισμένοι κατά την διάρκεια της συζήτησης για τα μνημόνια, παραμείνει στην ΕΕ ή όχι‒ και εισάγει στη θέση του ευρώ, τη δραχμή, θα έχει βέβαια όλα τα πλεονεκτήματα μιας χώρας με δική της νομισματική και εν μέρει δημοσιονομική πολιτική. Συγχρόνως, όμως, θα έχει, λόγω του γεγονότος ότι το χρέος θα εξακολουθεί να υπάρχει σε ευρώ και να εξυπηρετείται σε ευρώ, να αντιμετωπίζει συνεχώς ένα σημαντικό δύσκολο πρόβλημα. Με την εισαγωγή της δραχμής ορίζεται μια ορισμένη ισοτιμία μεταξύ δραχμής και ευρώ, στην οποία η Κεντρική Τράπεζα που εκδίδει την δραχμή αγοράζει και πωλεί οποιεσδήποτε ποσότητες δραχμών. Είναι βέβαιο ότι η δραχμή θα υποτιμάται συνεχώς συνεπεία του γεγονότος ότι το κράτος κάθε χρόνο θα είναι αναγκασμένο να βγαίνει στην αγορά για να αγοράσει τα ευρώ που χρειάζεται για την εξυπηρέτηση του δανείου. Αυτό είναι μια μόνο όψη της δυσκολίας. Η άλλη είναι ότι το λόγω της υποτίμησης της δραχμής το δημόσιο χρέος σε δραχμές θα αυξάνεται συνεχώς! Διπλό λοιπόν το κακό: Ένα συνεχώς αυξανόμενο δημόσιο χρέος σε δραχμές, το οποίο ωστόσο αποπληρώνεται σε ευρώ, του οποίου η αποπληρωμή γίνεται ακριβότερη, αυξάνεται δηλαδή λόγω υποτίμησης της δραχμής.

Μόνη λύση του προβλήματος: Η διάλυση της ΕΕ και συνεπώς της Ευρωζώνης ή απλώς και μόνο διάλυση της Ευρωζώνης. Αν παύσει να υπάρχει η Ευρωζώνη, το δάνειο του ελληνικού κράτους θα μετατραπεί από δάνειο σε ευρώ σε δάνειο σε δραχμές, υποθέτω στην ισοτιμία, με την οποία οι δραχμές μετατράπηκαν σε ευρώ κατά την είσοδο της χώρας στην Ευρωζώνη. Έτσι, εκλείπει το πρόβλημα, που αναφέραμε παραπάνω.

Η ΕΕ δεν έχει πλέον πιασάρικες παρόλες να υπαγορεύσει στους διαλαλητές της πραμάτειας της. Εμείς έχουμε επιχειρήματα για το ότι δεν υπήρξε ποτέ η ΕΕ των λαών, αλλά ένας συστηματικός προαγωγός της νεοφιλελεύθερης οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής στην Ευρώπη και μετατροπής της σε Hinterhof και Lebensraum της Γερμανίας.

 

*Ο Γ. Σταμάτης διετέλεσε καθηγητής Οικονομικής Θεωρίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (1979-2008).